Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ  

Ο χώρος της υπό Ροδόπη Θράκης, η οποία κατά τους τελευταίους χρόνους ονομάζεται Νοτιοδυτική ή Δυτική ή Ελληνική Θράκη, η οποία όμως πιο σωστά είναι να ονομάζεται «Ροδοπαία Θράκη» ή «Αιγαιατική Θράκη», μέσα στο κύλισμα του χρόνου έχει δοκιμάσει πάρα πολλές καταστροφές, δηώσεις, υποδουλώσεις, επιδρομές, κατοχές, ερημώσεις και σφαγές «ας αριθμείν ου χρεών» κατά τον χρονογράφο.

Αληθινά δεν μπορεί ο σημερινός ιστορικός να απαριθμήσει και εξιστορήσει τις αλλεπάλληλες καταστροφές και δοκιμασίες που πέρασε αυτός ο τλήμονας λαός μέσα στο κύλισμα των αιώνων. Και τούτο, γιατί άλλες από αυτές τις κυριολεκτικά αναρίθμητες δοκιμασίες του, όσο αιματηρές και πολύκλαυστες και αν ήταν, ελλείψει στοιχείων και γραπτών κειμένων, με το πέρασμα του χρόνου λησμονήθηκαν εντελώς, ώστε σήμερα να είναι καθ’ ολοκληρίαν άγνωστες.

Άλλες πάλι, καίτοι «ουδ’ αν ο παις αιών» κατόρθωσε να εξαλείψει  και εξαφανίσει από τη μνήμη, εν τούτοις με την πάροδο του χρόνου έχασαν το «κεντρί» των καταστροφικών συνεπειών τους, μια και οι εναπομένοντες κάθε φορά κάτοικοι αυτής της γης, οι απ’ αιώνες γηγενείς και αυτόχθονες Θρακοέλληνες, κρύβοντας ή πνίγοντας τον πόνο και την θλίψη τους και ζυμώνοντας το αίμα και το δάκρυ τους με το χώμα και τις πέτρες αυτής της ιερής γης τους έκαναν πηλό για να ξαναχτίσουν τα πυρπολημένα και ισοπεδωμένα σπίτια, χωριά και πόλεις τους και να πάρουν πάλι τον δρόμο του χρέους και της προσφοράς που τους έταξε η ιστορία της φυλής και η θέση της γης τους, να φυλάσσουν Θερμοπύλες ιδεών, αρχών και αξιών.

 

Β. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΠΟΥ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΑΝ ΤΗΝ ΘΡΑΚΗ

Οι τρεις σημαντικότερες περίοδοι που στιγμάτισαν αποφασιστικά την ιστορική διαδρομή όλου αυτού του πολύπλαγκτου τόπου είναι οι εξής:

  • Η πρώτη από αυτές τις καθοριστικές περιόδους είναι η δεκαετία 1195-1206.
  • Η δεύτερη είναι η εικοσιπενταετία 1360-1385.
  • Η τρίτη είναι η οκταετία 1912-1920.

Κατά την πρώτη δοκιμασία της η γη αυτή, μετά από μια περίοδο ειρηνικής (σχετικά) διαβιώσεως εξακοσίων πενήντα περίπου χρόνων (από της εποχής του Ιουστινιανού μέχρι της Δ΄ Σταυροφορίας, πέρα βέβαια από τις καταστροφές της από τις ορδές του Κρούμου) δοκιμάσθηκε φοβερά από τις αλλεπάλληλες ορδές βαρβαρικών επιδρομών. Πρώτα από τους Νορμανδούς (1185) και έπειτα από τους Βουλγάρους με τον Ιβαγκός (1195-1200), ο οποίος «πλείστα δεινά κατειργάκει» στους Έλληνες-Ρωμιούς της γης αυτής και τις «Ρωμαϊδες» πόλεις της.

Ακολούθησε η κατάληψη της περιοχής από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορικής επιδρομής των Λατίνων (1204) για να ολοκληρωθεί με τις επιδρομές του άλλου Βουλγάρου τσάρου, του Ιωάννη (Καλογιάννη ή Ρωμαιοκτόνου για τους Βουλγάρους ή Σκυλογιάννη για τους Ρωμιούς), ο οποίος με τις ορδές του όχι μόνο κατέλαβε όλη αυτή την περιοχή αλλά και κατέσκαψε και πυρπόλησε όλες τις πόλεις «… Τραϊανούπολιν, Μάκρην, Κλαυδιούπολιν, Μοσυνούπολιν, Περιθεώριον, Μάρωνος πόλιν και άλλας πολλάς».

Έτσι κυριολεκτικά ο τόπος γέμισε με ερείπια και πτώματα. Πολύ γρήγορα όμως τα ερείπια ξανακτίσθηκαν και από το λείμμα των εναπομεινάντων Ρωμιών πάλι ανέθαλλε ο Ελληνοθρακιώτικος ή Ρωμαϊικός πληθυσμός αυτής της γης.

Η δεύτερη δοκιμασία ήλθε μετά από 150 χρόνια από αυτή τη λαίλαπα. Τότε, (1360-1385) η ίδια χώρα δοκιμάσθηκε και πάλι με φοβερές συνέπειες. Μετά από ένα ανόητο, αλλά ανελέητο αδελφοκτόνο αλληλοσπαραγμό που άφησε πίσω ερείπια, άνοιξαν διάπλατα οι δρόμοι στις εξ ανατολών ορδές των Τούρκων, οι οποίες σε αλλεπάλληλα κύματα αποβιβάσθηκαν στην Καλλίπολη και από κει διείσδυσαν στα ενδότερα της χώρας και κατέλαβαν την μία μετά την άλλη τις πόλεις και περιοχές της Ροδοπαίας Θρακικής γης. Τραϊανούπολη (1347;) , Διδυμότειχο (1360), Αδριανούπολη (1361), Κομοτηνή (1363-64) και τέλος Ξάνθη (1383-85) πέφτουν κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και κατοχή.

Έκτοτε, όλη αυτή η χώρα θα βρεθεί μέσα στο σκοτάδι της «ημισέληνης» σκλαβιάς, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1912, δηλαδή επί 550 ολόκληρα χρόνια «υστερούμενη, θλιβόμενη, κακουχούμενη». Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι νέοι ωλετήρες της περιοχής δε θα στραφούν να γκρεμίσουν πόλεις, χωριά και οικισμούς για να τα κάψουν και κατεδαφίσουν, όπως οι προ αυτών Βούλγαροι, αλλά κατά του ανθρωπίνου δυναμικού αυτής της χώρας.

Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά δεινά που δοκίμασε ο Ελληνοθρακιώτικος πληθυσμός της χώρας αυτής κατά την εν λόγω περίοδο:

α)Αποδεκατίσθηκε, μέχρι παντελούς εξοντώσεώς του σε μερικές περιοχές, ώστε γενικά να γίνεται παραδεκτό και από αυτούς τους κατακτητές για την «ολιγανθρωπία» της, μια περιοχή που έσφυζε άλλοτε από Ελληνοθρακιώτικο πληθυσμό.

β) Εξαναγκάσθηκε σε «εκούσιο» ή βίαιο εξισλαμισμό ολοκλήρων χωριών και περιοχών, με κύριο στόχο να αλλοιωθεί η εθνικοθρησκευτική φυσιογνωμία των κατοίκων του.

γ) Γέμισε από στίφη αγροίκων εποίκων της Ανατολής (Γιουρούκους, Κονιάρους, Ταταρομογγόλους, κλπ μέχρι και Αράπηδες από την Αφρική), που μεταφέρθηκαν ως κοπάδια και εγκαταστάθηκαν στη γη των Ελληνοθρακών, ώστε να κινδυνεύει να εξαφανισθεί και το τελευταίο ίχνος παλαιών κατοίκων αυτής της γης.

Έτσι κυριολεκτικά ο ελληνισμός της Θρακικής αυτής γης τάφηκε κάτω από τα ερείπια, τον κονιορτό και την τέφρα της γης του ή το πέλμα όλων αυτών των επήλυδων. Αλλά κι αν τάφηκε, δεν χάθηκε. Ουδέποτε έχασε την ταυτότητα, το χρώμα, την αυτοσυνειδησία, την ελληνικότητα και την πίστη του. Έμαθε να υπομένει και να αναμένει μια καλύτερη αυριανή ημέρα, ένα ροδίζον μέλλον, μια αναστάσιμη μέρα. Και δεν διαψεύσθηκε.

Από τους ίδιους τους κατακτητές αναγνωριζόταν η γη αυτή ως «Ρουμ-ελί», δηλαδή χώρα των Ρωμιών όσο κι αν έμεινε σ’ ορισμένες στιγμές του ένα λείμμα και μια δράκα, από τον σφύζοντα άλλοτε ελληνισμό της.

Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι με την πάροδο του χρόνου αντί να φθίνει ο ελληνισμός αυτής της γης, αυτό γνώριζε νέα περίοδο ακμής και ζωντάνιας. Έτσι τα τελευταία 50 χρόνια αυτής της ατελείωτης σκλαβιάς που γι’ άλλους λαούς και φυλές θα συνεπαγόταν την οριστική εξαφάνισή τους, ο ελληνισμός αυτής της χώρας γνώρισε μια αλματώδη ανάπτυξη στα γράμματα, τις τέχνες, το εμπόριο, τις επιστήμες, ζηλευτή από όλους, ώστε να χαρακτηρίζεται η «λαμπρά ή χρυσή εποχή» του ελληνισμού της Θράκης.

Η τρίτη Οδύσσεια-περιπέτεια της Ροδοπαίας Θράκης αρχίζει με την ανατολή του εικοστού αιώνα και συγκεκριμένα, με την έναρξη των βαλκανικών πολέμων (1912). Αρχικά, σχηματίσθηκε η εντύπωση ότι άρχισε να ροδίζει το «νόστιμο ήμαρ» των ελευθερίων αυτής της ταλαίπωρης γης. Γρήγορα όμως διαπιστώθηκε ότι οι «ελευθερωτές» της στόχευαν στο να εκτρέψουν και αποτρέψουν το ποθούμενο και να καταπνίξουν το όραμα με το οποίο ζούσαν επί αιώνες οι Ρωμιοί κάτοικοι της γης αυτής, με αποτέλεσμα να έλθουν πάλι δύσκολα και δίσεκτα χρόνια και να πέσουν από την Σκύλα στη Χάρυβδη.

Ο Ελληνισμός της Ροδοπαίας Θράκης θα αναγκασθεί να περάσει την τρίτη μεγάλη περιπέτειά του. Θα βρεθεί και πάλι κάτω από πλαγκτές πέτρες για να «αλλαξοπιστήσει» και αλλαξοπορευθεί ο τόπος αυτός, η γη των πατέρων και των παιδιών του. Θα δοκιμασθεί επί οκτώ ολόκληρα χρόνια (1912-1920) με ποικίλες σωματικές και ψυχικές κακώσεις, βασανισμούς, φυλακίσεις, ομηρίες, ξυλοδαρμούς, εξαφανίσεις, εκτοπίσεις, εκπατρισμούς, προσφυγιές, θανατώσεις κλπ για να αποκηρύξει την αυτοσυνειδησία και ταυτότητά του και να βουλγαρογραφεί.

Αλλά και πάλι θα φανεί αντάξιος της μακρόχρονης ιστορίας του, των παραδόσεων και της αυτογνωσίας, αλλά και τω ψυχικών χαρισμάτων της φυλής του, εφόδια μοναδικά και ακατάβλητα, με τα οποία επί χιλιετηρίδες ολόκληρες ζει, πορεύεται, δοκιμάζεται, πέφτει, σηκώνεται και μεγαλουργεί, δεμένος άρρηκτα με τα χώματα και τις πέτρες του, τους μύθους και θρύλους, την ιστορία, τις αξίες, τα πιστεύω και  τα οράματά του «μηδαμώς από του χρέους μη μετακινούμενος».

    Γ. ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ Δ. ΘΡΑΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ

Η περιοχή της Ροδοπαίας (Δυτικής) Θράκης, που κατελήφθη από τους Τούρκους, κατά το διάστημα 1360-1385, έμεινε κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1912, δηλαδή για 530 περίπου ολόκληρα χρόνια. Παρόλα αυτά όμως, ποτέ δεν έχασε ο πληθυσμός της γης αυτής την ελληνική και χριστιανική ταυτότητα και χαρακτήρα του. Αντίθετα μάλιστα, από το 1860 και εξής, η δυναμικότητα του ελληνικού-χριστιανικού στοιχείου της χώρας αυτής παρουσίασε τόσο μεγάλη ανάπτυξη και άνθιση, ώστε μιλούσαν πλέον όλοι για τη «χρυσή ή ωραία εποχή της Θράκης».

Η πρώτη όμως δεκαετία του εικοστού αιώνα σηματοδοτήθηκε με εξάρσεις εθνικών αγώνων από μέρους όλων των υπόδουλων μέχρι τότε εθνοτήτων, που κατοικούσαν στο χώρο της Ευρωπαϊκής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πτυχές των οποίων ήταν τόσο ο Μακεδονικός αγώνας, όσο και η επανάσταση των Νεότουρκων. Μάλιστα, η τελευταία είχε ως συνέπεια, πέρα από τη θέσπιση συντάγματος στην Οθωμανική αυτοκρατορία, την καλλιέργεια και ανάπτυξη ενός σωβινιστικού-εθνικιστικού πνεύματος από μέρους των «Νεοτούρκων», οι οποίοι επιζητούσαν την, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο κατάπνιξη κάθε εθνοτικής-απελευθερωτικής προσπάθειας των υπόδουλων λαών.

Τούτο φάνηκε ακόμη περισσότερο και καλύτερο και καλύτερα στα μέτρα και στις μεθοδεύσεις που επιχείρησε η Τουρκία σ’ αυτές τις πρώτες βουλευτικές εκλογές που διενήργησε (άνοιξη 1912), ώστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε στις 29.02.1912 να κάνει αναφορά-καταγγελία στην τουρκική κυβέρνηση, με την οποία διαμαρτυρόταν έντονα για το πλήθος των εκλογικών παρανομιών της, με τις οποίες απέβλεπε στο να εξουδετερωθεί η εκλογική δύναμη του ελληνισμού και τελικά να φιμωθούν η φωνή και τα δίκαια των Ελλήνων.

Ταυτόχρονα όμως, τα νεοσύστατα μικρά βαλκανικά κράτη της Σερβίας και Βουλγαρίας, επιδιώκοντας την επέκτασή τους σε βάρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την προσάρτηση εδαφών, που βρίσκονταν κάτω από την σουλτανική εξουσία, στις 19 Φεβρουαρίου του 1912, συνήψαν συνθήκη συμμαχίας. Στα φανερά άρθρα αυτής της συνθήκης τα δύο κράτη περιορίζονταν να εγγυώνται αμοιβαία την ακεραιότητα των εδαφών τους και έδιναν υπόσχεση αμοιβαίας συνδρομής εναντίον οποιουδήποτε τυχόν θα απειλούσε τα τουρκικά εδάφη της βαλκανικής.

Στα μυστικά όμως άρθρα της ίδιας συμφωνίας καθορίζονταν με κάθε λεπτομέρεια μια κοινή δράση καθώς και η διανομή εδαφών, τα οποία θα κατακτούσαν από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ειδικότερα στη Σερβία αναγνωρίσθηκαν δικαιώματα «βορείως και ανατολικώς της Στάρα  Πλανίνα» στη δε Βουλγαρία εγκαταλείπονταν «ολόκληρος η  χώρα προς νότον και ανατολάς της Ροδόπης και του ποταμού Στρυμόνος», δηλ. η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική, τουλάχιστον Θράκη.

Ο δαιμόνιος κυριολεκτικά Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός της Ελλάδας, πέτυχε να παρασύρει τη Βουλγαρία στην παγίδα και να υπογράψει, έστω χωριστή, ελληνο-βουλγαρική συνθήκη συμμαχίας (11 Μαΐου 1912), με τη γενική και αρκετά νεφελώδη διατύπωση της «ειρηνικής συμβιώσεως των διαφόρων εθνοτήτων της Τουρκίας με πραγματικήν και αληθή ισότητα..» και ότι, εάν η Τουρκία επετίθετο κατά του ενός κράτους ή παραβίαζε «δικαιώματα απορρέοντα από τας συνθήκας και τας γενικάς αρχάς του δικαίου», το άλλο σύμμαχο κράτος ώφειλε να σπεύσει σε βοήθεια σε όλες του τις δυνάμεις.

Δ.ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ Δ. ΘΡΑΚΗΣ

Ήδη από της υπογραφής της συνθήκης του Βουκουρεστίου και πριν καν αρχίσει η εκκένωση της Δ. Θράκης από τον ελληνικό πληθυσμό, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης Στ. Δραγούμης συνιστούσε ότι έπρεπε να απαιτηθούν από τη Βουλγαρία προνόμια για τους Έλληνεςτης Δ. Θράκης και μάλιστα της Ξάνθης και να επιμείνει η Ελλάδα να ζητεί κάποιο είδος αυτονομίας της περιοχής, προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης ενσωμάτωσή της στο Βουλγαρικό κράτος, ώστε να υπάρχει κάποια, έστω αμυδρά, ελπίδα μελλοντικής διεκδικήσεως και πάλι από την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση ,όμως, δεν ενθάρρυνε κάτι τέτοιο και ήθελε να δείξει ότι τιμά την υπογραφή της στη συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου.

Με την ανάληψη, όμως, της πρωτοβουλίας από τους μουσουλμάνους της Δ. Θράκης ή μάλλον, από τους «αντάρτες» και «εθελοντές» Τούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες του Εμβέρ μπέη, που ήταν «τοποτηρητής του αρχηγού του επιτελείου Στρατού της Αριστερής πτέρυγας», όπως ένοπλα (υπό τον Εσρέφ) αντισταθούν στους Βουλγάρους και να μην επιτρέψουν την κατάληψη απ’ αυτούς της χώρας. Από ελληνικής πλευράς δε, καθημερινά όλο και περισσότερο γινόταν συνειδητό το σφάλμα της εκκενώσεως της Δ. Θράκης από το ελληνικό της στοιχείο (κάτι που δυστυχώς επαναλήφθηκε και αργότερα στην Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και την Μ. Ασία)

Πρώτοι που συνειδητοποιούν το σφάλμα και εξεγείρονται, είναι οι ιεράρχες της περιοχής, οι οποίοι είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, τη σημασία αυτών των βιαστικών και σπασμωδικών ενεργειών. Έτσι, ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος και τότε νεοεκλεγείς (18.05.1913) μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης (ο μετέπειτα Αθηνών), συνειδητοποιώντας το τεράστιο σφάλμα της εγκαταλείψεως της Δ/ Θράκης από τον ελληνικό πληθυσμό της, άφησε την επαρχία του και έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τους μητροπολίτες Μαρωνείας Νικόλαο και Διδυμοτείχου Φιλάρετο, που ήταν τότε συνοδικοί και μαζί τους κατέστρωσε και υπέγραψε ένα υπόμνημα προς τις Μ. Δυνάμεις στο οποίο δήλωναν ότι οι Έλληνες Χριστιανοί της Θράκης μαζί με τους Μουσουλμάνους της χώρας διακηρύσσουν ότι: « η φλογερότερη και δικαιότερη επιθυμία τους είναι να ενωθούν με το Βασίλειο της Ελλάδος.

Μια τέτοια λύση θα ήταν η πιο δίκαιη και η μόνη ικανή να χαρίσει την ησυχία και την ολοκληρωτική ευημερία στην τλήμονα αυτήν γη. Αν μολαταύτα, δεν μπορούσε σε τούτη την (κρίσιμη) ώρα να πραγματωθεί, κάνουμε έκκληση στις δυνάμεις παρακαλώντας τες να καταστήσουν τη χώρα μας κράτος απόλυτα αυτόνομο, ανεξάρτητο και ουδέτερο, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει στους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους πληθυσμούς συνθήκες ζωής τουλάχιστον υποφερτής».

Στη συνέχεια, ο Χρύσανθος συνοδευόμενος από το μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη (τον μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη) ήλθε στην Ελλάδα. Σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί κατέβηκε στην Αθήνα για να συναντήσει τον Βενιζέλο, τον οποίο τελικά συνάντησε στο Λουτράκι (δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου). Εκεί ο Χρύσανθος ανέπτυξε στο Βενιζέλο θεωρούσε οριστικά κλεισμένο το θέμα και αμετάκλητη την υπαγωγή της Δ. Θράκης στους Βουλγάρους. Επιχειρεί πάλι να μεταπείσει το Βενιζέλο, πλην και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.

Παρόλα αυτά, όμως, άρχισε αμέσως ένας πολυποίκιλος αγώνας:

  • Αρχικά η Ελλάδα αποδύεται σε απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει τους εναπομείναντες Έλληνες της Δ. Θράκης να μην εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Προσπαθεί να τους διαβεβαιώσει ότι μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου που υπέγραψε η Βουλγαρία, θα υπάρξει ασφάλεια ζωής, περιουσίας, τιμής, εργασίας κλπ από μέρους της Βουλγαρίας.
  • Παράλληλα, προσπαθεί να πείσει, όσους εγκατέλειψαν τη Δ. Θράκη, να επιστρέψουν στα σπίτια τους, διαβεβαιώνοντας και αυτούς ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε και ότι μάλιστα πολύ γρήγορα όλη η χώρα θα βρίσκεται πάλι κάτω από την ελληνική σημαία. Προς τον σκοπό αυτό, τους παροτρύνει να συμπράξουν μαζί με τους μουσουλμάνους της ίδιας χώρας, στην αυτονομία της Δ. Θράκης, διαβεβαιώνοντάς τους κατηγορηματικά ότι δεν θα έλθουν οι Βούλγαροι.

Αυτές οι επικλήσεις της Ελλάδας φαίνεται ότι έγιναν σε κάποιο βαθμό πιστευτές και αφενός μεν σταμάτησε το προσφυγικό κύμα των Ελλήνων (ιδιαίτερα του Έβρου), αφετέρου δε, αρκετοί από τους πρόσφυγες και μάλιστα Ξανθίους, επέστρεψαν στις εστίες τους, άσχετα αν πολύ γρήγορα διαψεύσθηκαν και αυτές οι ελπίδες τους.

  • Κοντά σ’ όλα αυτά και ταυτόχρονα επιδιώχθηκε η με κάθε τρόπο συνεργασία της Ελλάδας αφενός μεν με την «αυτονομιστική» κίνηση των «μουσουλμάνων» της Δ. Θράκης, αφετέρου δε με αυτή τη Τουρκία, ώστε από κοινού να συνδράμουν για να υλοποιηθεί η μη προσάρτηση της χώρας στη Βουλγαρία και η αναγνώριση της αυτονομίας της.

Η επαναστατική αυτονομιστική αυτή κίνηση της Δ. Θράκης, με την παρακίνηση και συνδρομή της Τουρκίας και ο ορισμός «προσωρινής κυβερνήσεως» στη Δ. Θράκη, παρά τις επιταγές του συνεδρίου του Βουκουρεστίου και η στη συνέχεια απροκάλυπτη πλέον υποστήριξη της αυτονομίας της περιοχής από την Τουρκία, δημιούργησε πολύ τεταμένη ατμόσφαιρα ανάμεσα στη Βουλγαρία και Τουρκία μέχρι σημείου να απειλείται νέος βουλγαρο-τουρκικός πόλεμος.

Από την άλλη, όμως, πλευρά η απόφαση των Μ. Δυνάμεων να δοθεί στη Βουλγαρία διέξοδος προς το Αιγαίο, ήταν τότε αμετάκλητη και επομένως, η Τουρκία, κατά το διεθνές δίκαιο, θεωρείτο ότι ήταν υπαίτια και η υπεύθυνη για τυχόν σύρραξή της με τη Βουλγαρία. Κάτω λοιπόν, υπό αυτήν την πίεση, η Τουρκία αναγκάστηκε, προκειμένου να αποφευχθεί η επαπειλούμενη σύγκρουσή της με τη Βουλγαρία και ενόψει της συνδιασκέψεως που επρόκειτο να γίνει στην Κωνσταντινούπολη, για τον καθορισμό των συνόρων μεταξύ αυτής και της Βουλγαρίας, να αλλάξει στάση και συμπεριφορά απέναντι στο αυτονομιστικό κίνημα της Δ. Θράκης κατά 180 μοίρες! [..]

Μετά την υπογραφή της βουλγαρο-τουρκικής συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, η Τουρκία προκειμένου να πείσει τους μουσουλμάνους να καταθέσουν τα όπλα, ώστε να αποφευχθεί άσκοπη αιματοχυσία και να γίνει ομαλή η συμφωνηθείσα ανάμεσα σ’ αυτή και την Βουλγαρία, μεταβίβαση της κυριαρχίας, στις αρχές Οκτωβρίου απέστειλε αντιπροσωπεία ανωτέρων αξιωματικών, υπό τον συνταγματάρχη Τζεμάλ.

Η αντιπροσωπεία αυτή μετέβη στο Διδυμότειχο, την Κομοτηνή και την Ξάνθη, που καθησύχασε και επιβεβαίωσε τους μουσουλμάνους της Δ. Θράκης ότι δεν έχουν να φοβούνται καθόλου τους Βουλγάρους, οι οποίοι με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως είχαν εγγυηθεί για τη ζωή, τη τιμή και την περιουσία αυτών.

Έπειτα από αυτές τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των Τούρκων αξιωματικών, οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης καθώς και οι Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες ή «πολιτικοί πρόσφυγες», οι οποίοι ως εθελοντές είχαν έλθει για να συμπράξουν (μάλλον να εξεγείρουν) με τους εντόπιους προς αυτονομίας της χώρας, κατέθεσαν τα όπλα και οι Τούρκοι στρατιωτικοί με πρώτους αυτούς τους αρχηγούς του κινήματος Εσρέφ, Χατζή Σαμή, Τσερκέζ Ρεσήτ, Σουλεϊμάν Ασκερή Μπέη κλπ, πέρασαν ανατολικά του Έβρου (δείγμα το πόσο πονούσαν τον τόπο της Δ. Θράκης!) αντί να καθίσουν και να γευθούν κι αυτοί τη βουλγαρική κατοχή της χώρας.

Ε. ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ Δ. ΘΡΑΚΗΣ

Ι. Προσπάθειες εκβουλγαρισμού της υπό την Ροδόπη  Δ. Θράκης (από Ξάνθης έως Σουφλίου)

Στις 12/25 Οκτωβρίου 1913, η Δ. Θράκη πέφτει και τυπικά, για δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο, στα χέρια των Βουλγάρων για να συνεχίσουν, τώρα με τις ευλογίες και των Μ. Δυνάμεων και τις υπογραφές των συνθηκών του Βουκουρεστίου και της Κωνσταντινουπόλεως, το έργο που άρχισαν  και άφησαν ημιτελές κατά την προηγούμενη οκτάμηνη κατοχή της.

Στις 16/17/29-30 Οκτωβρίου, οι Βούλγαροι και πάλι εισήλθαν στην Αλεξανδρούπολη και την Ξάνθη. Η εγκατασταθείσα βουλγαρική διοίκηση, ενώ προς τους μουσουλμάνους της Δ. Θράκης συμπεριφέρεται (κατά το πνεύμα και γράμμα της βουλγαροτουρκικής συμφωνίας της Κωνσταντινουπόλεως) με αβρότητα, ηπιότητα και ανοχή, αντίθετα προς τους εναπομείναντας Έλληνες συμπεριφέρεται αμείλικτα, βάναυσα και με ιδιαίτερη μανία.

Από την πρώτη στιγμή δηλώνουν απερίφραστα ότι πρωταρχικός στόχος και σκοπός τους είναι να εκβουλγαρίσουν πάση θυσία τη Δ. Θράκη και βάζουν σε εφαρμογή ολόκληρο πρόγραμμα αλλοιώσεως του εθνολογικού χαρακτήρα της χώρας, που «ελέω Μεγάλων Δυνάμεων» τους παραχωρήθηκε ως διέξοδος προς το Αιγαίο. Δε διστάζουν από τις πρώτες ημέρες να διακηρύξουν απερίφραστα ότι: «Δια τους Έλληνες δεν υπάρχει τόπος εις την Θράκην». Ο στρατηγός Κίρκωφ, που εγκαταστάθηκε ως στρατιωτικός διοικητής στην Κομοτηνή, δήλωνε «Δε θα επιτραπεί πλέον εις τους Έλληνες να ζήσουν εις την Βουλγαρίαν» (υπονοώντας βέβαια την Δ. Θράκη).

Επειδή όμως το φρόνημα των Ελλήνων της Θράκης, έστω αυτών των λίγων που είχαν απομείνει στις γενέτειρες εστίες τους, δεν κάμπτονταν, άρχισαν αμέσως τους διωγμούς και τους εκφοβισμούς. Κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και απαγορεύθηκε στους Έλληνες κάθε μετακίνηση. Ταυτόχρονα, όχι μόνο απαγορεύθηκε στους Έλληνες που είχαν φύγει ως πρόσφυγες να γυρίσουν, ενώ επιτράπηκε στους Αρμενίους και Εβραίους, αλλά ακόμα και τα καταστήματα και τα σπίτια αυτών που έφυγαν, αφού ανοίχθηκαν και διαρπάγηκαν, δόθηκαν  για να χρησιμοποιηθούν από Βουλγάρους πρόσφυγες, που μεταφέρθηκαν από τη Δοβρουτσά ή τη Μακεδονία, καθώς και σε κομιτατζήδες και τυχοδιώκτες από το εσωτερικό της Βουλγαρίας, που ήλθαν εδώ κύρια για αρπαγές και καταπιέσεις.

Απαγορεύτηκε για μια ακόμα φορά η χρήση της ελληνικής γλώσσας, έκλεισαν πάλι τα ελληνικά σχολεία και επιβλήθηκε, με ποινές προστίμου, η φοίτηση των ελληνοπαίδων στα ιδρυθέντα βουλγαρικά σχολεία. Οι ελληνικές εκκλησίες κατελήφθησαν από τους Βουλγάρους (σχιματικούς τότε) ιερείς, ενώ οι Έλληνες ιερείς καθώς και οι δάσκαλοι απελάθηκαν ομαδικά.

Στα χωριά οι εξώσεις και απελάσεις γίνονταν με συνεργασία των κομιτατζήδων, ενώ οι ληστείες, αρπαγές, βιασμοί, εξευτελισμοί, αγγαρείες των χωρικών ήταν συνηθισμένο καθημερινό φαινόμενο. Κανένας δε μπορούσε να διαμαρτυρηθεί ή μιλήσει. Παντού επικρεμόταν άμεση απειλή για ομηρίες (ντουρντουβάκια), εκτοπισμούς, κατασχέσεις, βασανιστήρια ή εξαφανίσεις. Στους εκτοπιζόμενους χωρικούς δεν τους επιτρέπονταν να παραλάβουν ούτε ζώο ούτε καν τρόφιμα και ρούχα άλλα, εκτός από αυτά που φορούσαν ή μπορούσαν να φέρουν υπό μάλης.

Η έναρξη των μεγάλων διωγμών στη Θράκη άρχισε κυρίως όταν περιόδευσε τη χώρα ο τσάρος των Βουλγάρων Φερδινάνδος, ο οποίος μάλιστα πρωτοστατούσε και προΐστατο στις ακόμα και με λόγχες, εξώσεις των ελληνικών οικογενειών από τα σπίτια τους. Τότε έγιναν τεράστιες πολιτισμικές καταστροφές, κλοπές βυζαντινών κειμηλίων, εικόνων, σημαντικών εγγράφων και έργων τέχνης με στόχο την αλλοίωση της φυσιογνωμίας της Θράκης.

ΙΙ. Προσπάθειες εκβουλγαρισμού των Ελλήνων της περιοχής Διδυμοτείχου

Η περιοχή του Διδυμοτείχου από Αδριανουπόλεως μέχρι και του Σουφλίου, κατελήφθη από τους Τούρκους, κατά το από 11 έως 13 Ιουλίου 1913 χρονικό διάστημα, οι οποίοι σταμάτησαν στη γέφυρα προ της Κορνοφωλιάς, όπου συνάντησαν τον ελληνικό στρατό. Από της ημέρας εκείνης όλη η εν λόγω περιοχή προσαρτήθηκε στην Τουρκία και πάλι.

Αλλά στο συνέδριο του Βουκουρεστίου, όπου όμως δεν έλαβε μέρος η Τουρκία, έγινε συζήτηση και ελήφθησαν αποφάσεις για την εκχώρηση στη Βουλγαρία μόνο της περιοχής της Δ. Θράκης που κατελήφθη- απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό, δηλ από του Νέστου μέχρι και του ποταμού της Κορνοφωλιάς. Για το υπό των Τούρκων κατεχόμενο τμήμα της Δ. Θράκης, δηλ. το άνω του ποταμού της Κορνοφωλιάς τμήμα της Δ. Θράκης, δεν έγινε καμία συζήτηση στο συνέδριο και αφέθηκε να ρυθμισθεί το θέμα από τα δύο ενδιαφερόμενα κράτη, με ιδιαίτερη συμφωνία.

Αλλά, παρά την απόφαση του συνεδρίου του Βουκουρεστίου, η Τουρκία εισήλθε στην υπό παραχώρηση στην Βουλγαρία χώρα της Δ. Θράκης και έφθασε μέχρι της Ξάνθης και του Νέστου (19 Αυγούστου/1 Σεπτεμβρίου 1913). Τελικά όμως στη βουλγαροτουρκική διάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως, η Τουρκία συμφώνησε να αποχωρήσει από τις επιδικασθείσες, στο συνέδριο του Βουκουρεστίου, περιοχές της Δ. Θράκης στη Βουλγαρία και να περιοριστεί στο κατεχόμενο από αυτή τμήμα της χώρας κατά την ημέρα της ανακωχής. Με ειδική δε συμφωνία που έγινε τότε, ανάμεσα στις συμβαλλόμενες εν λόγω χώρες αποφασίσθηκε ο επακριβής καθορισμός των συνόρων μεταξύ των δύο κρατών.

Με αυτόν τον επακριβή καθορισμό των συνόρων, η οριοθετική γραμμή ανέβηκε λίγο ψηλότερα απ’ ό,τι ήταν μέχρι τότε, δηλαδή από το ποτάμι της Κορνοφωλιάς μετακινήθηκε στο ποτάμι της Μάνδρας-Πρωτοκκλησίου και από εκεί έως το Μικρό Δέρειο. Έτσι, το Σουφλί, η Δαδιά, η Κορνοφωλιά που μέχρι τότε υπαγόταν στους Τούρκους, με αναπροσαρμογή της οριοθετικής αυτής γραμμής βρέθηκαν να υπάγονται και πάλι στους Βουλγάρους.

Η περιοχή λοιπόν του Διδυμότειχου από Μάνδρας (συμπεριλαμβανομένης) Πρωτοκκλησίου και άνω, ως κατεχόμενη από τους Τούρκους, δε δοκίμασε επί δυο χρόνια τα δεινά της νέας προσπάθειας εκβουλγαρισμού των κατοίκων αυτής, που δοκίμασαν οι κάτοικοι, και μάλιστα οι Έλληνες, που είχαν απομείνει σ’ αυτήν από τον Οκτώβριο του 1913 και εξής. Επειδή δε βρέθηκαν υπό τουρκική κατοχή, που ήταν τότε, πολύ πλέον φιλελεύθερη από την βουλγαρική, δε θέλησαν, ούτε έκριναν επιβεβλημένο να εκπατρισθούν από την πατρογονική τους γη, όπως συνέβη με τους Έλληνες των παραχωρηθέντων και πάλι στη Βουλγαρία, περιοχών της άλλης Δ. Θράκης.

Αυτοί όλοι παρέμειναν στη γενέτειρα πατρίδα τους και όχι μόνο δεν έγιναν πρόσφυγες, αλλά αντίθετα, όπως αναφέρθηκε ήδη, δέχθηκαν πρόσφυγες από βουλγαροκρατούμενες περιοχές πχ. του Σουφλίου, της Μανδρίτσας, του Ορτάκιοϊ και άλλες πλησιόχωρες κωμοπόλεις και χωριά, που κατελήφθησαν από τους Βουλγάρους.

Με την έκρηξη όμως του Α΄ΠΠ (Αύγουστος 1914) η Βουλγαρία και η Τουρκία τάχθηκαν σύμμαχοι των Κεντρικών Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) και με άλλη συμφωνία, που έκαναν στις 6 Σεπτεμβρίου του 1915, η Τουρκία εκχώρησε στη Βουλγαρία όλη την περιοχή της Δ. Θράκης, που μέχρι τότε κατείχε. Δηλαδή την από το ποτάμι της Μάνδρας μέχρι και του Κάραγατς (προαστείου της Αδριανουπόλεως) χώραν.

Έτσι όλη αυτή η περιοχή, που ονομαζόταν περιοχή του Διδυμοτείχου, από του Οκτωβρίου του 1915, ήτοι δύο ακριβώς χρόνια μετά την υπαγωγή της υπόλοιπης Δ. Θράκης στη Βουλγαρία, βρέθηκε και αυτή κάτω από την ίδια κατοχή και καταδυνάστευση. Για την καθόλου συμπεριφορά των Βουλγάρων προς τους Έλληνες της εν λόγω περιοχής, ενδιαφέροντα στοιχεία εμπεριέχονται στον κώδικα αλληλογραφίας του τότε μητροπολίτου Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βφείδη, απ’ όπου αντλούνται οι πληροφορίες.

  ΙΙΙ. Τακτικές και μέθοδοι των Βουλγάρων

Ενδεικτικά πάντως του πλήθους των ποικίλων μεθόδων, που μετήλθαν οι Βούλγαροι προκειμένου να εκβουλγαρισθεί ο ελληνικός πληθυσμός της χώρας, είναι ότι χρησιμοποίησαν και την αποστολή απειλητικών-εκφοβιστικών επιστολών σε όσους από τους Έλληνες διαπίστωναν ότι δεν συμμορφώνονταν προς τις εντολές τους, ώστε να εξαναγκασθούν να φύγουν.

Τις επιστολές αυτές απέστειλε το αποκληθέν «εθνικό εκπολιτιστικό κομιτάτο» των Βουλγάρων και αποσκοπούσε στην έμμεση ή άμεση εκρίζωση κάθε Έλληνα από αυτά τα, καθαρά ελληνικά, μέρη. Επί παραδείγματι, το περιεχόμενο αυτών των εκφοβιστικών επιστολών, των οποίων αποδέκτες ήταν όλοι σχεδόν οι εναπομείναντες στην Ξάνθη Έλληνες, ήταν: «Κύριε, ο τρόπος καθ’ ον μεταχειρίζεσθε τους εις τα ελληνικά μέρη διαβιούντας Βουλγάρους και η στάσις, ην τηρείτε σεις και οι ομοεθνείς σας, καθιστά την διαμονή σας μεταξύ ημών των Βουλγάρων αδύνατον. Ιδού ο λόγος, δια τον οποίον θα πράξητε καλά να διευθετήσετε τας υποθέσεις σας και εγκαταλείψητε, όσον το δυνατόν τάχιστα το μέρος μας. Επιθυμότερον είναι να πράξητε τούτο μόνος σας και να μας απαλλάξητε από του να μεταχειρισθώμεν βίαια μέτρα. Επιθυμότερον είναι να πράξητε τούτο μόνος σας και να μας απαλλάξητε από του να μεταχειρισθώμεν βίαια μέτρα. Τοιουτοτρόπως θα προφυλάξητε καλύτερον και τα προσωπικά σας συμφέροντα».

Παράλληλα, κάθε μέρα λάβαιναν χώρα ομαδικές εκτοπίσεις οικογενειών έπειτα από συστηματική προγραφή. Μπροστά από το σπίτι της υπό εκτόπιση  ελληνικής οικογένειας το πρωί της ημέρας που διώχνονταν, μαζευόταν ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα ή κομιτατζήδες και δινόταν διαταγή στους ιδιοκτήτες ή διαμένοντες στο σπίτι Έλληνες, όπως μέσα σε πέντε λεπτά μεταβούν στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό, χωρίς να παραλάβουν τίποτε άλλο από την περιουσία τους, ει μη μόνο ό,τι μπορούσε να σηκώσει κάθε άτομο κάτω από την μασχάλη του ή ένα «μποχτσά».

Μόλις απομακρύνονταν λίγο οι ένοικοι από το σπίτι τους, εισορμούσαν μέσα σ’ αυτό οι καιροφυλακτούντες στρατιώτες ή κομιτατζήδες, δημόσιοι υπάλληλοι και λοιποί Βούλγαροι πολίτες γείτονες ή μη και άρχιζαν να αρπάζουν ό,τι προλάβαινε ο καθένας, φθάνοντας στο τέλος και σε ομηρικούς καυγάδες για μερικά αντικείμενα στα οποία άπλωσαν αρπακτικά χείρα ταυτόχρονα περισσότεροι. Και όλα αυτά χωρίς αισχύνη ή έστω στοιχειώδη κάλυψη και προφύλαξη.

Για τα σπίτια των πλουσίων Ελλήνων και τα έπιπλα αυτών πολλές φορές ήλθαν σ’ αντεγκλίσεις μεταξύ τους πολιτικοί διοικητές, στρατιωτικοί και της αστυνομίας. Τις ατιμίες τις ομολογούσαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι. Έτσι, στο «Βαλκανικό βήμα», της Σόφιας δημοσιεύθηκε εκείνη την εποχή η εξής ανταπόκριση από την Ξάνθη: «Από τινών ημερών ενεφανίσθη εν τη ημετέρα πόλει μυστηριώδης σπείρα, ήτις αποστέλλει εις τινας Έλληνας ανωνύμους επιστολάς με το εξής περίπου περιεχόμενον: Εάν εντός τριημέρου δεν μεταναστεύσητε εις Ελλάδα, θα φονευθήτε σεις και ολόκληρος η οικογένειά σας.

Αφού βεβαιωθώσι περί της λήψεως της επιστολής οι Ζιγκομάροι ούτοι (= τρομοκράτες), οίτινες είναι κυβερνητικαί σπείραι, προστατευόμενοι υπό των ενταύθα αστυνομικών αρχών, παρουσιάζονται δύο εξ αυτών εις το θύμα και τω προτείνουσιν εντός 24 ωρών ή να καταθέση 40 λίρας ή να εκπατρισθεί εις Ελλάδα υπό την πρόφασιν ότι είναι γραικομανής κλπ. Τοιουτοτρόπως, ελήφθησαν μεγάλα ποσά παρά των Ελλήνων, τελευταίως δε ήρχισαν εκβιαζόμενοι και αυτοί οι Βούλγαροι, ως τούτο συνέβη και με το ενταύθα έμπορον Πασκάλ Φίλοφ και άλλους. Είναι αναμεμιγμέναι  και αι διοικητικαί αρχαί και τινες μυστικοί αστυνόμοι. Μεγάλα ρουσφέτια λαμβάνονται ενταύθα υπό των αρχών κατά την έκδοσιν των διαβατηρίων εις τους Έλληνας, ταύτα πάντα είναι εκβιασμοί, προ των οποίων και αυτός ο Ροδολαύοφ θα εξεπλήττετο και θα κατησχύνετο».

Ο δε Βούλγαρος αντιπρόσωπος στην ελληνοβουλγαρική επιτροπή μετανάστευσης, που συστήθηκε μετά το 1919, Ρομπέφ, ομολογούσε και παραδέχονταν ότι στη Δ. Θράκη «ανάξια στοιχεία είχον εισδύσει ως υπάλληλοι, οργιάζοντες άνευ ουδενός ελέγχου και εποπτείας».

Γενικά, οι πάσης φύσεως καταπιέσεις και διωγμοί των Ελλήνων της Δ. Θράκης, που άρχισαν και εφαρμόσθηκαν κατά την πρώτη κατοχή της χώρας από τους Βουλγάρους (Νοέμβριος 1912- μέσα Ιουλίου 1913) όχι μόνο συνεχίσθηκαν και μετά τη δεύτερη κατάληψη αυτής από τους Βουλγάρους (στις 12/25 Οκτωβρίου 1913), αλλά συστηματοποιήθηκαν και τέλεια οργανώθηκαν και γενικεύθηκαν κατά το 1914, ενώ ταυτόχρονα τα ίδια μέτρα μετέρχονταν και οι Τούρκοι για τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης.

Εδώ όμως πρέπει να σημειωθεί ότι οι διωγμοί των Τούρκων κατά των Ελλήνων στην Ανατολική Θράκη δεν άρχισαν το 1914, αλλά από της ενάρξεως του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, ήτοι από του Νοεμβρίου του 1912.

Το μένος όμως των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων της Δ. Θράκης εντείνεται ακόμα περισσότερο κατά το 1915, όταν η Βουλγαρία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. Τότε ολόκληρα χωριά με ελληνικό πληθυσμό των περιοχών Σουφλίου, Διδυμότειχου και Αδριανουπόλεως όπως, έστω, συνοπτικά αναφέρθηκε, ξεκληρίστηκαν και ερημώθηκαν, μια και τα ελληνικά χωριά των άλλων περιοχών (Ξάνθης, Κομοτηνής και Αλεξανδρουπόλεως) είχαν ήδη εγκαταλειφθεί από τους Έλληνες κατοίκους τους από το 1913.

Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του Έλληνα υποπροξένου στο Δεδέαγατς, Αθ. Χαλκιόπουλου, ο οποίος το Νοέμβριο του 1915 έγραφε, μεταξύ των άλλων: « Ξένοι οίτινες έτυχε να γνωρίσωσι την Θράκην, αποβιβαζόμενοι εν Δεδέαγατς, ή μέσον του παραμεθορίου Οξιλάρ ερχόμενοι, όπως εντεύθεν, συνεχίσωσι  το εις Ευρώπην ταξείδιόν τους, μένουσι ενεοί και μετ’ εκπλήξεως διερωτώσιν εαυτούς αν όντως διέρχονται  από την Δυτική Θράκη ή υφίστανται οφθαλμαπάτην. Τόσον ευρίσκουσι ριζικήν την επελθούσαν μεταβολήν της εθνολογικής συνθέσεως του τόπου και τοσαύτη την κατάπτωσιν των πόλεων Ξάνθης, Γκιουμουλτίζνης, Δεδέαγατς και Σουφλίου από απόψεως πολιτισμού.

Πού υπάρχει  η προτέρα ελληνική άνθησις εις πλούτον και ευημερίαν; Εις καλαισθησίαν και καλλιέργειαν της γνώσης μετά του ωραίου; Εις σχολεία εύγραμμα και μεγαλοπρεπή, εις συλλόγους παντοίους, εις γυμναστήρια, εις λέσχας, εις θέατρα  και χορούς; Μία ορμητική εισβολή της βαρβαρότητος εξετόπισε ομού μετά των χιλιάδων Ελλήνων και ό,τι εδημιούργησεν η Ελληνική επιχειρηματικότης και το δαιμόνιον Ελληνικόν πνεύμα εις ευημερίαν και ευμάρειαν, εις πρόοδον και εις πολιτισμόν.

Τίποτε Ελληνικόν και εκπολιτιστικόν δεν έμεινε εις την θέσιν  του αφ’ ης ημέρας οι Βούλγαροι κατέλαβον εκ δευτέρου και δυνάμει των συνθηκών Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Κωνσταντινουπόλεως την Δυτικήν Θράκην.  Τελεία ερήμωσις και καταστροφή επήλθε των πάντων. Τας ωραίας οικίας των πόλεων κατέκλυσαν σκαιοί και ρακένδυτοι Βούλγαροι, δήθεν πρόσφυγες εκ της Ελληνικής και της Σερβικής Μακεδονίας, τους οποίους ειδική ενέργεια της Βουλγαρικής προπαγάνδας περισυνέλεξεν ίνα αντικαταστήσωσι το Ελληνικόν στοιχείον της Δυτικής Θράκης.

«Πρέπει, έγραφεν η ημιεπίσημος Ούτρο, εις το φύλλον της 18ης Ιουνίου, να εγκαταστήσωμεν εν Γκιουμουλτζίνη όσο το δυνατόν πολλούς, πολλούς Βουλγάρους», ο δε Βουλγαρικός τύπος προκειμένου να εκτοπισθώσιν οι Ελληνικοί πληθυσμοί  της Θράκης ευρίσκετο πάντοτε εν ομοφωνία και πάντοτε έδινε το σύνθημα του διωγμού και ερημώσεων εις τας Ελληνικάς πόλεις. Αλλά μήπως και αυτός ο Φερδινάνδος, ως θέλομεν ίδη, δεν ετέθη εν Γκιουμουλτζίνη επί κεφαλής των ανθελληνικών διωγμών;»

Αυτοί οι διωγμοί και κατατρεγμοί των Ελλήνων της Θράκης για την αλλοίωση της εθνικής φυσιογνωμίας και του εθνολογικού χαρακτήρα των κατοίκων της περιοχής κράτησαν αμείωτοι μέχρι του φθινοπώρου του 1918, οπότε και μόνο μετά την ήττα της Βουλγαρίας, που ήταν στο πλευρό των κεντρικών δυνάμεων, από τη συμμαχία της Αντάντ, στην οποία συνέπραξε αποφασιστικά και η Ελλάδα, έπαυσαν επιτέλους, οι εξάχρονες δοκιμασίες των Ελλήνων κατοίκων της.

ΙΙΙ. Η περίοδος από το 1914-1918

Είναι γνωστόν ότι ο Α΄ΠΠ που άρχισε το 1914 ανάμεσα στις «κεντρικές δυνάμεις» (Γερμανία, Αυστροουγγαρία και αργότερα Βουλγαρία και Τουρκία) και στην «τριπλή συμμαχία» ή Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, με τις οποίες συμμάχησαν και η Ιταλία και η Σερβία) είχε ως αποτέλεσμα τον διχασμό της Ελλάδος και την πρόκληση φοβερών δεινών και ατιμώσεων στην Ελλάδα, καθώς ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν υπέρ της μη εμπλοκής της χώρας στις πολεμικές συρράξεις, τηρώντας στάση ουδετερότητας, ενώ ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος επέμενε στη σύμπραξη των Ελλήνων στο πλευρό της Αντάντ.

Η διετία 1916-1917 ασφαλώς υπήρξε η μελανώτερη της ιστορικής μας διαδρομής, με συνέπεια να αυτοδιοχτομηθεί η Ελλάδα και να ξεσπάσει ένας εμφύλιος παράλογος αλληλοσπαραγμός, καθώς ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με την κυβέρνησή του στην Αθήνα επέμενε στην ουδετερότητα, ενώ ο Βενιζέλος με τους Δαγκλή (στρατηγό) και Κουντουριώτη (ναύαρχο) κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη (13 Σεπτεμβρίου 1916) όπου σχημάτισαν άλλη κυβέρνηση, που κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και των κεντρικών δυνάμεων.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η μισή Ελλάδα ήταν εμπόλεμη, ενώ η άλλη μισή ουδέτερη. Τελικά όμως, έπειτα από πιέσεις και εξαναγκασμούς των συμμάχων και μάλιστα των Γάλλων, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την χώρα, αφήνοντας πίσω του ως βασιλιά το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο και κατέστη δυνατή η πολιτική και στρατιωτική επανένωση της χώρας, υπό τον Ελ. Βενιζέλο (14 Ιουνίου 1917).

Η πρώτη αποφασιστική συμβολή των Ελλήνων στον κατά των Βουλγάρων , κατά κύριο λόγο, πόλεμο, έλαβε χώρα στη μάχη του Σκρά (30 Μαΐου 1918), όπου με απαράμιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία οι Έλληνες όχι απλώς απώθησαν τους Βουλγάρους από τις οχυρές θέσεις τους, αλλά κυριολεκτικά τους κατατρόπωσαν και τους εξανάγκασαν σε άτακτη φυγή.  Κατ’ αυτό τον τρόπο άνοιξε, επί τέλους, για τους συμμάχους ο δρόμος προς το εσωτερικό της Βουλγαρίας, με αιχμή πάντοτε τους Έλληνες.

Στη συνέχεια, καθ’ όλο το καλοκαίρι του 1918, οι ελληνικές δυνάμεις, με διοικητή το στρατηγό Λεων. Παρασκευόπουλο, υπό τον Γάλλο αρχιστράτηγο Φρανσέ Ντ’ Εσπεραί, πολέμησαν ακατάπαυστα τους Βουλγάρους ακόμα και μέσα στη χώρα τους, έως ότου τους εξανάγκασαν στις 13 Σεπτεμβρίου 1918 να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός και ανακωχή, επαφιέμενοι στην κρίση των νικητών, πράγμαπου εφαρμόσθηκε τελικά από τις 17 του ιδίου μηνός και χρόνου (παλιά ημερομηνία).

Μετά την ανακωχή της Βουλγαρίας αναγκάσθηκε και η Τουρκία να υπογράψει ανακωχή στις 17 Οκτωβρίου για να ακολουθήσει η Αυστροουγγαρία (21 Οκτωβρίου) και τέλος, η Γερμανία (στις 29 Οκτωβρίου 1918).

  1. IV. ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ- Η Δ. ΘΡΑΚΗ ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΕΡΙΔΑΣ

Η Δ. Θράκη και μάλιστα οι σημερινοί Νομοί Ξάνθης και Ροδόπης ή όπως λεγόταν τότε το «τρίγωνο της Ξάνθης», κατά το μετά την υπογραφή της ανακωχής  των Βουλγάρων με τους συμμάχους (17 Σεπτεμβρίου 1918) και εξής διάστημα, αποτελούσε περιοχή της 10ης Βουλγαρικής Μεραρχίας Αιγαίου (Μπελαφόσκα) υπό τον στρατηγό Σκουένωφ με έδρα την Κομοτηνή.

Με την λέξη των πολεμικών επιχειρήσεων (30 Σεπτεμβρίου) και σύμφωνα με τους όρους της καταπαύσεως των εχθροπραξιών η εν λόγω βουλγαρική Μεραρχία αφοπλίσθηκε. Διασυμμαχικός έλεγχος εγκαταστάθηκε στη Δ. Θράκη ενώ ταυτόχρονα ήλθαν ολιγάριθμα συμμαχικά στρατεύματα και κατέλαβαν τα σπουδαιότερα κέντρα για την εξασφάλιση των συγκοινωνιών και φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργκάζ (Πυθίου)- Κωνσταντινουπόλεως. Τα στρατεύματα αυτά αποτελούνταν από ένα γαλλικό τάγμα, ένα Σενεγαλέζων, έναν γαλλικό λόχο και μια βρετανική διμοιρία. Επικεφαλής όλων αυτών ορίσθηκε ο Γάλλος συνταγματάρχης Αλλιέ, με έδρα αρχικά την Αλεξανδρούπολη, έπειτα την Ξάνθη και τελικά την Κομοτηνή, ο οποίος όμως αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι σ   σκανδαλωδώς ενεργούσε σε βάρος της Ελλάδος.

Δυστυχώς, όμως, λόγω έξωθεν πιέσεων και για να μη δημιουργηθούν τριβές με τον αφοπλισμένο βουλγαρικό στρατό δεν επιτράπηκε από τον Φρ. Ντ’ Εσπεραί να συμμετάσχει και ελληνική δύναμη σ’ αυτά τα πρώτα συμμαχικά στρατεύματα που ήλθαν στη Δ. Θράκη. Αυτή η διστακτικότητα του Ντ’ Εσπεραί προερχόταν και εκ του λόγου ότι στις περί ανακωχής και καταπαύσεως των συρράξεων συμφωνίες δε γινόταν κάποιος συγκεκριμένος λόγος για την τύχη της Δ. Θράκης.

Έτσι, η χώρα αυτή ευθύς αμέσως απέβη κέντρο διεθνούς ενδιαφέροντος και εντόνων διπλωματικών ανταγωνισμών των ενδιαφερομένων κρατών. Συγκεκριμένα, την διεκδικούσαν η Βουλγαρία, η Τουρκία και η Ελλάδα, αλλ’ ακόμα (έστω παρασκηνιακά) και αυτή η Γαλλία, η οποία έβλεπε ότι μπορούσε να σχηματίσει εδώ ένα γαλλικό προτεκτοράτο για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στη Μ. Ανατολή και στην Τουρκία ειδικότερα.

  1. V. Βουλγαρικές αξιώσεις

Πλέον δραστήρια απ’ όλους άρχισαν να κινούνται αυτοί οι Βούλγαροι, οι οποίοι διατηρούσαν εδώ α) ολόκληρη Μεραρχία στρατού (την 10η), έστω αφοπλισμένη, β) πολιτικές αρχές, γ) χωροφυλακή, δ) πλήθος υπαλλήλων οι οποίοι ήλεγχαν όλη τη διοικητική μηχανή, μια και οι μεν Έλληνες ή είχαν εκδιωχθεί ή είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, οι δε μουσουλμάνοι ήσαν στη συντριπτική τους πλειονότητα αγράμματοι, άρα και ανίκανοι για την κρατική επάνδρωση και ε) πλήθος κόσμου, που μετέφεραν ή ήλθαν εδώ από την παλιά Βουλγαρία, η Δοβρουτσά και από άλλα μέρη.

Μετά Λοιπόν τη συνθηκολόγηση οι Βούλγαροι άρχισαν ύπουλες διπλωματικές ενέργειες προκειμένου να επιτύχουν την, με κάθε θυσία, και τρόπο, ματαίωση, σε πρώτη φάση, της παραχώρησης της Δ. Θράκης στην Ελλάδα. Ενεργούσαν το παν προκειμένου να παρεμποδίσουν όχι μόνον την οριστική είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Θράκη, πράγμα που θα  εθεωρείτο ως αρραβώνας και αμετάκλητη απόφαση για την παραχώρηση- προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και γι’ αυτή την απλή εμφάνιση του ελληνικού παράγοντα στην περιοχή.

Έφθασαν να αντιταχθούν με πείσμα ακόμη και εναντίον της παρουσίας ελληνικού στρατιωτικού εκπροσώπου πλησίον της διασυμμαχικής επιτροπής και φέρονταν με δουλικότητα προς τους συμμάχους για την αποφυγή των κυρώσεων του πολέμου. Ιδιαίτερα, κολάκευαν και εξυμνούσαν τους Γάλλους  και τους παρότρυναν να διατηρήσουν τη γαλλική κατοχή στη Θράκη. Εξ αιτίας μάλιστα αυτής της τακτικής των Βουλγάρων υπήρξαν μερικοί γαλλικοί παράγοντες και σ’ αυτή τη Γαλλία, που πίστευαν ότι η Δ. Θράκη μπορούσε να αποτελέσει γαλλικό προτεκτοράτο. Οι δε γαλλικές κατοχικές δυνάμεις της Δ. Θράκης συμπεριφέρονταν με επιείκεια και συμπάθεια προς τους εδώ Βουλγάρους.

Αλλ’ οι Βούλγαροι ιδιαίτερα προσπάθησαν να παρασύρουν προς τις θέσεις και απαιτήσεις τους, τους απληροφόρητους τότε Αμερικανούς. Μάλιστα, το Βουλγαρικό Κομιτάτο της Αδριανουπόλεως  «Θράκη» επικαλούμενο κάποιους «στατιστικούς πίνακες» ενός Ριχάρδου φον Μάχ, (ο οποίος όμως, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν υπάλληλος της βουλγαρικής κυβερνήσεως), που δημοσιεύθηκαν κατά το 1899 στο έγκριτο τότε γεωγραφικό γερμανικό περιοδικό σύγγραμμα «Petermanns Mitteilungen», με τίτλο «Συμβολαί εις την εθνογραφίαν της Βαλκανικής Χερσονήσου», όπου παρουσίαζε τους Βουλγάρους του Βιλαετίου Αδριανουπόλεως να ανέρχονται σε 485.000, (από τους οποίους οι 370.000 Χριστιανοί και οι 115.000 Μουσουλμάνοι) υπέβαλε υπόμνημα στον πρεσβευτή των ΗΠΑ της Σόφιας, κατά το Νοέμβριο του 1918.

Με βάση λοιπόν τα στοιχεία αυτού του στατιστικού πίνακα ζητούσαν να προσαρτηθεί στη Βουλγαρία ολόκληρη η περιοχή του Βιλαετίου Αδριανουπόλεως.

ΣΤ. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ

Οι αντιπρόσωποι της Τουρκίας και 18 άλλων κρατών (εκτός των ΗΠΑ που απέσχαν) συνήλθαν στην πόλη Σεβρές της Γαλλίας, όπου στις 28 Ιουνίου/10 Αυγούστου υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης που είναι γνωστή με το όνομα της πόλεως: « Συνθήκη Σεβρών».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο την ημέρα εκείνη η Ελλάδα, με τον Πρωθυπουργό  της Ελ. Βενιζέλο, υπέγραψε Συνθήκη με την Τουρκία, (την οποία προσυπέγραψαν και άλλες σύμμαχες χώρες) για την παραχώρηση στην Ελλάδα της Ανατολικής Θράκης (μέχρι της Τσαλτάτζας) και της Σμύρνης, με την περιοχή της, καθώς και των νήσων Ίμβρου και Τενέδου και επικυρωνόταν προγενέστερη απόφαση για την παραχώρηση στην Ελλάδα των ανατολικών νήσων του Αιγαίου (Λήμνου, Θάσου,  Σαμοθράκης, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας).

Ταυτόχρονα όμως εκείνη την ημέρα και στο ίδιο μέρος (Σεβρές Γαλλίας)  υπογράφηκαν και άλλες συνθήκες, που όλες μαζί και κάθε μια χωριστά, φέρουν την ονομασία «Συνθήκη των Σεβρών».

Έτσι, υπογράφηκαν από την Ελλάδα: β) Μία δεύτερη συνθήκη με την Ιταλία για την εκχώρηση απ’ αυτή στην Ελλάδα των Δωδεκανήσων, πλην της Ρόδου και του Καστελόριζου.

γ) Μμα τρίτη μεταξύ της Ελλάδας αφενός και των 4 συμμάχων ( Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας) αφετέρου, με την οποία η Γαλλία και η Μ. Βρετανία παραιτούνταν «ειδικών δικαιωμάτων τους» βάσει παλαιοτέρων συνθηκών με την Ελλάδα.

δ) μία άλλη «Μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος» για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. Και τέλος,

ε) μία πέμπτη και αυτή «Μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος».  Με τη συνθήκη αυτή η Δυτική Θράκη, η οποία με τη Συνθήκη του Νεϊγύ εκχωρήθηκε από τη Βουλγαρία στις «Προέχουσες και Συνησπισμένες Δυνάμεις» (άρθρο 48) τώρα, παραχωρείται από τους Συμμάχους (Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς και Ιάπωνες) στην Ελλάδα.

Κατά συνέπεια, όταν γίνεται λόγος για τη «Συνθήκη των Σεβρών», πρέπει να καθίσταται συνειδητό ότι δεν πρόκειται για μια μόνο συνθήκη, αλλά για δέσμη συνθηκών. Αλλά, «η Συνθήκη των Σεβρών» με την οποία παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα η Ανατ. Θράκη, Σμύρνη κλπ (από την Τουρκία) δεν έχει καμία σχέση με τη «Συνθήκη των Σεβρών», με την οποία παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Δυτ. Θράκη. Το μόνο κοινό που έχουν οι δύο Συνθήκες είναι ότι και οι δύο υπογράφηκαν την ίδια ημερομηνία στον ίδιο τόπο. Κατά τα λοιπά, άλλη είναι η μία και άλλη η άλλη Συνθήκη.

Έτσι, πχ. τη Συνθήκη των Σεβρών για τη Δ. Θράκη δεν την συνυπέγραφαν ούτε η Τουρκία, αλλά ούτε η Βουλγαρία ως μη έχουσες λόγο ή δικαίωμα, αν και για την τελευταία λαμβανόταν κάποια μέριμνα για την οικονομική διέξοδό της στο Αιγαίο Πέλαγος, με βάση όρους που θα καθορίζονταν βραδύτερον.

Πρέπει να τονιστεί και να υπογραμμιστεί ότι η Συνθήκη του Νεϊγύ επικυρώθηκε στις 27 Ιουλίου/ 9 Αυγούστου 1920, δηλαδή την παραμονή της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών. Επομένως, δεν ευσταθούν τα γραφόμενα από ορισμένους συγγραφείς ότι «η Δ. Θράκη από τη Βουλγαρία δίνεται στην Ελλάδα».

Με την ιδιαίτερη λοιπόν αυτή Συνθήκη των Σεβρών, παραχωρήθηκε τότε οριστικά και αμετάκλητα από όλους τους Συμμάχους, η Δ. Θράκη στην Ελλάδα και παρά τις απαιτήσεις των Τούρκων, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, παρέμεινε αυτή σε ισχύ και μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, δυνάμει Πρωτοκόλλου, που υπογράφηκε στη Λωζάννη στις 24 Ιουλίου 1923. [..]

Έτσι και τυπικά, αλλά και πανηγυρικά με μια από τις Συνθήκες των Σεβρών στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου εντάχθηκε και ενσωματώθηκε η Δ. Θράκη στην Ελλάδα, κάτι που το στερήθηκε από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, μπροστά ακριβώς από επτά χρόνια. Βέβαια έκτοτε πολλά ακόμη έπρεπε να γίνουν, αλλά από εδώ και στο εξής το θέμα ήταν εντελώς εσωτερική υπόθεση αυτής της ίδιας της Ελλάδος.

Και πράγματι, με το Νόμο 2492 της 10-9-1920 η Ελλάδα προσάρτησε, επιτέλους, στο ελληνικό κράτος τη Δυτική Θράκη καθώς και την Ανατ. Θράκη, πλην μιας μικρής περιοχής από την, παρά τον Εύξεινο Πόντο, λίμνη  των Δέρκων μέχρι την Προποντίδα με την Κωνσταντινούπολη. Στα ενσωματούμενα με την Ελλάδα μέρη συμπεριλαμβάνονταν και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος.

Έκτοτε, η Ελλάδα εξακολούθησε να κατέχει και να διοικεί ολόκληρη τη Θράκη (Ανατολική και Δυτική) μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922, οπότε μετά την Μικρασιατική περιπέτεια και την σύναψη της ανακωχής των Μουδανιών στις 29 Σεπτεμβρίου 1922, ο ελληνικός στρατός αποχώρησε, κατά το διάστημα από της 3ης έως 18ης Οκτωβρίου 1922, από την Ανατολική Θράκη, η οποία κατελήφθη  από τις δυνάμεις της Αντάντ. Οι τελευταίες παρέμειναν σ’ αυτή μέχρι τον Αύγουστο του 1923, οπότε, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας,  Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Ρουμανίας και Γιουγκοσλαβίας αφενός και Τουρκίας αφετέρου, η Ελλάδα παραχώρησε στην Τουρκία την Αν. Θράκη, αλλά η Ελλάδα κράτησε οριστικά  και τελεσίδικα τη Δυτική Θράκη με σύνορα τον Έβρο.

Αυτό που αξίζει να σημειωθεί σχετικά με τους πρόσφυγες που έφθασαν από την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι είχαν την προθεσμία ενός μήνα για να προετοιμαστούν και να πάρουν μαζί τους τρόφιμα και ζώα καθώς και όσα περιουσιακά στοιχεία μπορούσαν να περισυλλέξουν, σε αντίθεση με τους πρόσφυγες που ήρθαν από την Μ. Ασία και τον Πόντο που έφθασαν όλως απένταροι και αβοήθητοι. Βέβαια, και οι πρόσφυγες από την Αν.Θράκη υπέστησαν βιαιότητες από τους Τούρκους και να διαφύγουν με κάρα και καραβάκια στην Ελλάδα κάτω από αντίξοες συνθήκες, όπως ήταν οι τρικυμίες.

Ζ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Δ.Θράκη του 1923 μέχρι και σήμερα περιλαμβάνει Θρακιώτες, απογόνους των προσφύγων της Μ. Ασίας, του Πόντου, Καππαδόκες, Σαρακατσάνους, πομάκους (= μουσουλμάνοι της περιοχής που ήταν σλαβόφωνοι) κι έχει ως εκ τούτου, παρουσιάζει μια πολυσύνθετη κοινωνική δομή, από άποψη τόσο ανθρωπογεωγραφική όσο και κοινωνιολογική, στο πλαίσιο της τήρησης της ισονομίας και της ισοπολιτείας καθώς και της εφαρμογής ενός μοντέλου ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ όλων αυτών των ανθρώπων.

Βέβαια, πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την οικονομική κατάσταση στη χώρα μας και την παθητική στάση που αυτή κρατά στην εξωτερική πολιτική της προς τις γείτονες χώρες της και επιδιώκουν με δολιότητα, δικαιολογίες και προσχήματα την μελλοντική αυτονόμηση της Δ. Θράκης και την προσάρτησή της στη Τουρκία. Αυτοί μάλιστα στηρίζονται οικονομικά από την Τουρκία και παρουσιάζουν την ιστορία έτσι όπως επιθυμούν, μην διστάζοντας να διατυπώσουν αναλήθειες, όπως ότι η τουρκική μειονότητα καταπιέζεται στη Δ. Θράκη και ότι νιώθουν Τούρκοι. Οι άνθρωποι αυτοί αψηφάνε εσκεμμένα με αυτόν τον τρόπο το γεγονός ότι η Θράκη ήταν και είναι γη ελληνική και ότι για την προσάρτησή από το ελληνικό κράτος, διεξήχθησαν αιματηροί πόλεμοι καθώς και ο άμαχος πληθυσμός της υπέστη τα πάνδεινα από τους Βουλγάρους.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η Θράκη τον περασμένο αιώνα τριχοτομήθηκε και χωρίστηκε ως εξής: την Ανατολική Ρωμυλία ή αλλιώς, την Βόρεια Θράκη, την απέκτησε η Βουλγαρία, την Ανατολική Θράκη την απέκτησε η Τουρκία και την Δυτική Θράκη την αποκτήσαμε εμείς. Καταφέραμε με επίμοχθες προσπάθειες να αποκτήσουμε ένα κομμάτι της πανάρχαιας ελληνικής θρακικής γης, της οποίας τα σύνορα απλώνονταν από το Αιγαίο μέχρι την οροσειρά του Αίμου βορείως και από την οροσειρά της Ροδόπης μέχρι τον Εύξεινο Πόντο ανατολικά.

Κλείνοντας, σήμερα μας λείπουν άνθρωποι σαν τον πολιτικό και γενικό διοικητή στην Δ. Θράκη Χαρίσιο Βαμβακά που ήταν στενός συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου και χάρη στη διπλωματική του ευφυΐα και την συνεχή του επαγρύπνηση συνετέλεσε ενεργά στην ομαλή ενσωμάτωση της Δ. Θράκης στην Ελλάδα, χωρίς συγκρούσεις και προστριβές. Μας λείπουν σήμερα άνθρωποι με γνώσεις, παιδεία, ήθος, θάρρος, φιλοπατρία, επιμονή, σύνεση, εχεμύθεια και υπευθυνότητα που θα αφυπνίσουν όλους τους πολίτες της χώρας μας και θα τους οδηγήσουν στη διεκδίκηση καθώς και στον σεβασμό  της ιστορίας τους.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος