Ανά τα έτη το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων έχει συζητηθεί εκτενώς λόγω της τεταμένης κατάστασης στα μεταξύ τους θέματα. Για ακόμη μια φορά εμφανίζονται στο προσκήνιο με αφορμή την χρήση των ΜΜΕ αλλά και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται τόσο στις προκλητικές δηλώσεις που γίνονται, αλλά και στο κατά πόσο αυτές μπορούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη εντός και εκτός συνόρων.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Πρόεδρος της γείτονος χώρας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει χρησιμοποιήσει την προπαγάνδα ως μέσο για να πετύχει τους πολιτικούς του στόχους. Τα  τουρκικά ΜΜΕ αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής ζωής επειδή εξυπηρετούν συγκεκριμένα πολιτικά συμφέροντα. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι έχουν υπάρξει κατηγορίες για την λογοκρισία που ασκείται. Σύμφωνα με τον παγκόσμιο δείκτη των Δημοσιογράφων χωρίς Σύνορα (RSF) του 2020, που αφορά την ελευθερία του Τύπου, η Τουρκία βρίσκεται στην 154 θέση από τις 180 χώρες. Ενώ η Ελλάδα συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται αρκετά χαμηλά, στην 65 θέση.

Λόγω του σημαντικού τους ρόλου στην κοινωνία, είναι πολλές οι φορές που ο Ταγίπ Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει τα μέσα για να αλλοιώσει την αλήθεια διαδίδοντας fake news ή για να προβεί σε έντονες δηλώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, όταν ο τέως πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την απόφασή της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια.Από πλευράς της Τουρκίας υπήρξαν αμέσως αντιδράσεις τονίζοντας ότι το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία πολέμου (casus belli). Ο Τσίπρας πήρε πίσω την απόφασή του με αποτέλεσμα τα τουρκικά μέσα να προβάλουν την κίνηση ως θριαμβευτική νίκη. Οι εφημερίδες όπως η Turkiye κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Μαθήματα στον προκλητικό Έλληνα. Θα χτυπήσουμε όποιον πλησιάσει», ενώ η Star σχολιάζει: «Όταν η Τουρκία απείλησε, η Αθήνα έκανε πίσω».

Μέσω της προπαγάνδας, δηλαδή της συστηματικής διάδοσης ιδεών σε τομείς όπως ο θρησκευτικός ή ο πολιτικός, αποσκοπείται η επιρροή της κοινής γνώμης. Δεν μεταδίδει γεγονότα, ο ορισμός έχει αρνητική σημασία διότι συνδέεται με την διαστρέβλωση της αλήθειας. Είναι σύνηθες να προωθείται από ηγέτες  μεγάλων χωρών επειδή είναι ένας τρόπος να διατηρήσουν την εξουσία και τα προνόμια τους.

Η προπαγάνδα μπορεί εύκολα να μπερδευτεί με την έννοια της παραπληροφόρησης. Οι δύο αυτές έννοιες είναι παραπλήσιες με ελάχιστες διαφορές. Παραπληροφόρηση είναι η μετάδοση επιλεγμένων πτυχών ενός γεγονότος με ψευδείς ή τροποποιημένες πληροφορίες. Είναι η παραποίηση της πραγματικότητας με σκοπό την παραπλάνηση των πολιτών. Σε αντίθεση με την προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση μπορεί να αποκτήσει και θετική έννοια. Αυτό μπορεί να συμβεί με την απόκρυψη πληροφοριών για την προστασία των πολιτών σε πολύ σοβαρές και άσχημες καταστάσεις.

Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν κλιμακωθεί. Παρά τις δηλώσεις και από την ελληνική κυβέρνηση και την παρέμβαση των ΗΠΑ σχετικά με την διατήρηση του πολυθρησκευτικού χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας, ο Ερντογάν παραμένει αμετάπειστος. Η Αγία Σοφία μπορεί να είναι ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς υπό την αιγίδα της UNESCO αλλά σύμφωνα με όσα είπε ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Ο Πρόεδρος της γείτονος χώρας ψάχνει ήδη φόρμουλα για να μπορέσει να την μετατρέψει σε τζαμί.

Με αυτό το γεγονός είναι φανερή η προσπάθεια ένταξης του Ισλάμ στην κοινωνικο-οικονομική ζωή. Ήδη από το 2015 η πολιτική γραμμή του κυβερνώντος κόμματος, Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), έχει αλλάξει τοποθετώντας ξανά το Ισλάμ στην πολιτική. Η στροφή αυτή φαίνεται και στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία θέλει να ενισχύσει τις σχέσεις της με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και παράλληλα αγνοεί τις κυρώσεις που της έχει επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμα και τις παρατηρήσεις της Αμερικής.

Άλλο ένα γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν τα τουρκικά μέσα ήταν η μαζική παραβίαση των ελληνικών συνόρων από μετανάστες που βρισκόντουσαν στην Τουρκία. Οι μετανάστες με κατευθυνόμενη εντολή προσπάθησαν, χωρίς αποτέλεσμα, να περάσουν τα ελληνικά σύνορα. Οι Έλληνες παρουσιάστηκαν ως οι «κακοί» της υπόθεσης αφού κατηγορήθηκαν για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα στο διαδίκτυο κυκλοφορούσαν επεξεργασμένα βίντεο και εικόνες που έδειχναν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις να χρησιμοποιούν βία στους μετανάστες και να τους ρίχνουν πυρά. Από την άλλη πλευρά οι Τούρκοι αστυνομικοί παρουσιάστηκαν με ένα ανθρωπιστικό πρόσωπο προσπαθώντας να φροντίσουν τους μετανάστες.

Η ιστορία έχει δείξει σε περιόδους κρίσης ότι η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα εκδηλώνονται με μεγάλη ένταση. Όπως στα τουρκικά μέσα έτσι και στα ελληνικά μέσα η χρήση αυτών των δύο φαινομένων είναι εκτεταμένη. Επίκαιρο περιστατικό είναι οι ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες που κυκλοφορούσαν μετά το ξέσπασμα της επιδημίας του κορωνοϊού (Covid-19). Στις διαδικτυακές ιστοσελίδες, οι οποίες αποτελούν μία από τις κύριες ενημερωτικές πηγές, κυκλοφορούσαν ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε παγκοσμίως καθώς παρατηρήθηκε και το φαινόμενο της υπερπληροφόρησης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή ενημέρωσης από τους πολίτες.

Στη σύγχρονη εποχή η προώθηση της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης παρουσιάζεται με έμμεσο τρόπο μέσω των ΜΜΕ, τα οποία γίνονται διαμεσολαβητές  μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και του λαού. Πηγές αναφέρουν ότι η τουρκική κυβέρνηση κατέχει περίπου το 95% των ΜΜΕ καθώς πραγματοποιεί έλεγχο και στα social media( Facebook, Instagram, Twitter κλπ). Προσφάτως ένα γεγονός που δημοσιεύτηκε και στην χώρα μας, η διακοπή του κεντρικού δελτίου του καναλιού του Φοξ για 3 ημέρες, μετά από επιβολή του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης της Τουρκίας, λόγω της κριτικής που ασκήθηκε στην κυβέρνηση σχετικά με την επιδημία του κορωνοϊού. Το ερώτημα που τίθεται με όλα τα παραπάνω υπόψιν μας, «Άραγε μέχρι  που μπορεί να φτάσει όλος αυτός ο έλεγχος των ΜΜΕ;».

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος