Με τον όρο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 εννοούμε την περίοδο ενόπλων, αντι-ανταρτικών συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και των ανταρτικών δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας). Διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949 και είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Ο Ελληνικός Εμφύλιος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία και ήταν η πολεμική σύγκρουση με τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 έως σήμερα.
Παραδοσιακά σημείο έναρξης του Εμφυλίου Πολέμου θεωρείται η επίθεση ομάδας πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ του Μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Αλέξη Ρόσιου («Καπετάν Υψηλάντης») στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου Πιερίας την νύχτα της 30ής Μαρτίου 1946, παραμονή των εκλογών. Η ομάδα των ανταρτών αποτελούμενη από 33 ένοπλους του Ρόσιου διενήργησε επίθεση εναντίον μιας διμοιρίας Εθνοφυλακής και μιας δύναμης Χωροφυλακής, με σκοπό την απελευθέρωση ΕΛΑΣιτών και ΕΑΜιτών κρατουμένων. Από την επίθεση σκοτώθηκαν εννέα χωροφύλακες, δύο λοχίες και ένας οπλίτης της Εθνοφυλακής. Η ομάδα των ανταρτών αποχώρησε το πρωί πυρπολώντας τον σταθμό, ενώ αποκόμισε 4 αιχμαλώτους και λιγοστό οπλισμό. Η επίθεση θεωρήθηκε ως απάντηση στις εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις που υφίσταντο οι πολίτες που ανήκαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ήταν προσωπική εντολή του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη.

ΑΙΤΙΑ

Με πραξικοπηματική ενέργεια το φθινόπωρο του 1935 οδηγήθηκε σε παραίτηση η νόμιμη Κυβέρνηση της εποχής εκείνης (Κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Παν. Τσαλδάρη) και προκηρύχτηκε δημοψήφισμα για επαναφορά του Γεωργίου Β΄ στο θρόνο και Παλινόρθωση της Δυναστείας των Glücksburg στην Ελλάδα, με ποσοστό ψήφων υπέρ της βασιλείας 98 % . Ο Γεώργιος ορκίστηκε να σέβεται το Σύνταγμα βασιλευομένης Δημοκρατίας και προκηρύχτηκαν εκλογές για ανάδειξη νέας Βουλής (για τις 26 του Γενάρη 1936). Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν: 143 έδρες για το σύνολο των αντιβενιζελικών κομμάτων και 142 για το σύνολο των βενιζελικών κομμάτων και 15 έδρες για το Λαϊκό Μέτωπο (βασικά Κ.Κ.Ε.) . Οι δυο πρώτοι σχηματισμοί δε συμφωνούσαν για Κυβέρνηση συνεργασίας, ούτε όμως αποδέχονταν ή ανέχονταν επίσημα συνεργασία (σύμπραξη) με το Λαϊκό Μέτωπο, οπότε με 142+15 ή 143+15 βουλευτές μπορούσαν να έχουν άνετη πλειοψηφία στη Βουλή, μολονότι κρυφά είχαν επαφές για κάποια μορφή βοήθειας από τους 15 του Λαϊκού Μετώπου σε ώρα ψηφοφορίας, π.χ. για την ανάδειξη Προεδρείου της Βουλής. Και παρέμενε ο υπηρεσιακός για τις εκλογές της 26-1-1936 Πρωθυπουργός Κων. Δεμερτζής, ο οποίος όμως «απροσδόκητα» πέθανε αρχές του Απρίλη 1936. Τότε ο βασιλιάς έσπευσε να προωθήσει στην πρωθυπουργία τον Ιωάννη Μεταξά , χωρίς ούτε τυπικές διαβουλεύσεις να έχει με τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων, όπως όφειλε να είχε πράξει.

Η Βουλή, αφού άκουσε τις προγραμματικές δηλώσεις του Μεταξά, έδωσε σ’ αυτόν (κατά την ψηφοφορία της 26/27 Απρίλη 1936) αθροιστικά 242 ψήφους («ανοχής» από τη μία παράταξη, «εμπιστοσύνης» από την άλλη), για να κυβερνήσει 5 μήνες χωρίς Βουλή! Εκείνος αξιοποίησε την πεντάμηνη προθεσμία εμπιστοσύνης/ ανοχής, για να προετοιμάσει τον κρατικό μηχανισμό (ειδικά την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας) προκειμένου να κηρύξει δικτατορία την 4η Αυγούστου 1936, όταν η νεαρή τότε ΓΣΕΕ είχε κηρύξει γενική απεργία. Για την ενέργειά του αυτή είχε βέβαια την υπογραφή / συναίνεση, ίσως και προτροπή –ενθάρρυνση του βασιλιά, με τον οποίο είχε γνωριμία παλιά, όταν εκείνος ως πρίγκιπας υπηρετούσε στο Στρατό ενταγμένος σε λόχο διοικούμενο από τον τότε λοχαγό ‘Ιωνα Μεταξά. «Αξιοποίησαν» και οι δυο την «εμπιστοσύνη» που είχε δείξει ο λαός για το Γεώργιο (δημοψήφισμα για την Παλινόρθωση των Glücksburg με ποσοστό 98 %!!) και την «εμπιστοσύνη» – τιμή που έδειξε ο Γεώργιος προς το Μεταξά ονομάζοντάς τον Πρωθυπουργό (αρχές Απρίλη του 1936). Και ακολούθησε η περίοδος του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» .

Ο εμφύλιος πόλεμος 1946 – 1949

Το Μάϊο του 1945, μετά την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας και την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τις φυλακές, επέστρεψε στην Ελλάδα κι ο Ν. Ζαχαριάδης, ο οποίος ανέλαβε πάλι την ηγεσία του κόμματος. Στη ΙΙ σύνοδο της νεοεκλεγμένης Κεντρικής Επιτροπής τον Φεβρουάριο του 1946, προτάθηκε η συγκρότηση μιας νέας οργάνωσης, για τη διεξαγωγή ενός καινούργιου ένοπλου αγώνα, για την κατάκτηση της εξουσίας. Με άλλα λόγια, η ηγεσία στάθμιζε ακόμη, ως αδύνατες τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις δικές της αρκετά ισχυρές, για ένα τέτοιο νέο εγχείρημα. Ένας πρόσθετος λόγος ήταν ότι όλες οι λοιπές βαλκανικές χώρες ήταν ήδη κομμουνιστικές, γεγονός που ήταν πολύ ενισχυτικός παράγοντας για μια τέτοια πολεμική κίνηση.
Όμως ως φαίνεται, το ΚΚΕ δεν υπολόγισε πάλι ορθά τη στάση των Άγγλων. Αλλά θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην επαρχία επικρατούσε ήδη ένα εμφυλιοπολεμικό πνεύμα, γιατί όπου επικρατούσαν οι δεξιοί κυνηγούσαν με μίσος του αριστερούς, και αντίθετα. Στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, το ΚΚΕ δεν πήρε μέρος και κάλεσε τους Έλληνες ψηφοφόρους, να μην πάνε να ψηφίσουν. Την προηγούμενη των εκλογών, ένα ανταρτικό άγημα, επιτέθηκε στο αστυνομικό τμήμα του Λιτόχωρου, στους πρόποδες του Ολύμπου. Η εντολή είχε δοθεί από «τον Ζαχαριάδη, στον Μάρκο Βαφειάδη και τον καπετάν Γιώργη Κικίτσα, όταν ο Γενικός Γραμματέας πέρασε από τη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου, πηγαίνοντας στην Πράγα. Αν και η επίθεση αυτή, κατά μια ευρύτατα διαδεδομένη άποψη, σήμανε την έναρξη του Εμφυλίου, με τα διαθέσιμα σήμερα στοιχεία, διαμορφώνεται μια κάπως διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τον Αλέξη Ρόσιο (Υψηλάντη), ο οποίος ήταν επικεφαλής της ομάδας, που επιτέθηκε στο Λιτόχωρο, στόχος ήταν μια «… ισχυρή και άγρια τρομοκρατική ομάδα, που δρούσε εξοντωτικά στην περιοχή Κατερίνης – Λιτοχώρου … Η ημερομηνία της 30ης προς την 31η Μαρτίου ήταν συμπτωματική. Ψάχναμε να εντοπίσουμε τη συμμορία τέσσερις μέρες, στάθηκε αδύνατον. Και μόνο στις 30 του μηνός αποβλέπαμε να δώσουμε ένα μάθημα σε μια παρακρατική συμμορία .

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1946 ο εμφύλιος ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Αρχηγοί της ένοπλης ρήξης ήταν ο Ν. Ζαχαριάδης και ο Μάρκος Βαφειάδης, οι οποίοι όμως επεδίωκαν διαφορετικούς πολιτικούς στόχους. Ο Ζαχαριάδης ήταν σταλινιστής και υποστήριζε τους Βούλγαρους στο μακεδονικό θέμα, ο Βαφειάδης αντίθετα ήταν εθνικιστής και έγειρε περισσότερο προς τους Γιουγκοσλάβους. Πέραν τούτου, ο Ζαχαριάδης πίστευε στη δυνατότητα του γρήγορου περάσματος από τον ανταρτικό αγώνα, στον συμβατικό πόλεμο. Γι’ αυτό προσπαθούσε να στήσει στα πόδια έναν πολυάριθμο στρατό, που θα μπορούσε να κρατήσει τις περιοχές, που θα καταλάμβαναν οι κομμουνιστικές δυνάμεις. Στην προσπάθεια του αυτή, χρησιμοποίησε τους Σλαβομακεδόνες της βορείου Ελλάδας, που κατά μια εκδοχή, αποτελούσαν τα 2/3 των ανταρτικών δυνάμεων.

Μετά το τέλος του εμφυλίου

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το τέλος του εμφυλίου, ήταν δραματική. Τα νησιά του Αιγαίου, κύρια Μακρόνησος και Αϊ – Στράτης είχαν γίνει τόποι εξορίας και μαρτυρίου για χιλιάδες Έλληνες. Αλλά το ΚΚΕ ευθύνεται μέχρις ενός σημείου για την επελθούσα τραγική κατάσταση στη χώρα, γιατί κυκλοφορούσε τη φήμη του «τρίτου γύρου», επειδή το κόμμα έστηνε παράνομους πυρήνες με μηχανισμούς , που έστελναν μηνύματα στο Ανατολικό μπλοκ. Στην 7η Πλατιά Ολομέλεια του ΚΚΕ, που έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του 1957 στη Ρουμανία, ο Ζαχαριάδης, που στο μεταξύ είχε καθαιρεθεί, είπε: «Σωστή ήταν η απόφαση για δεύτερο ένοπλο αγώνα. Σωστή φυσικά. Δικαιώθηκε και πολιτικά δεν μας ζημίωσε. Μπορούσαμε να πάρουμε την εξουσία».
Όποιος Έλληνας είχε μέσα στο σόϊ του κάποιον κομμουνιστή, θεωρείτο αριστερός και δεχόταν όλες τις συνέπειες της νικήτριας παράταξης .Δεν μπορούσε να διοριστεί στο δημόσιο, δεν του επιτρεπόταν να ταξιδεύσει στο εξωτερικό κ.ο.κ. Με λίγα λόγια η κυρίαρχη «δεξιά» είχε τον πρώτο λόγο και ίσχυε ότι συμβαίνει παντού και πάντα, με τον νικητή να επιβάλλει το δίκαιο και τους κανόνες του.

Η δεκαετία του 1950 ήταν δραματική, ούτως ή άλλως για όλους τους Έλληνες: η χώρα ήταν κατεστραμμένη από τους δυο πολέμους, υπήρχε φοβερή ανεργία, μεγάλη φτώχεια και τρισαθλιότητα. Παρόλα αυτά χιλιάδες Έλληνες έφευγαν στο εξωτερικό για δουλειά. Βέλγιο, Γερμανία, Βραζιλία και Αυστραλία ήταν οι τόποι προορισμού των Ελλήνων εργατών. Μια κατάσταση η οποία εντάθηκε στη δεκαετία του 1960, κατά την οποία οι Έλληνες έφευγαν μαζικά για το εξωτερικό, για να επιβιώσουν.Τελικά ήρθε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967, που ανέτρεψε πολλές λανθασμένες ιδέες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ήταν αντίθετη με τους φασίστες της στρατιωτικής δικτατορίας, ώστε ο διαχωρισμός δεξιοί – αριστεροί ατόνησε φοβερά. Τώρα η διάκριση ήταν χουντικοί ή δημοκράτες.

Με την πτώση της χούντας το 1974 και τη έλευση του Κ. Καραμανλή, τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και τον πλήρη εκδημοκρατισμό της καθημερινής ζωής, οι Έλληνες βρήκαν πάλι το δρόμο τους προς την ομαλότητα. Αλλά ο πλήρης ενταφιασμός του διχασμού επιτεύχθηκε στη δεκαετία του 1980, κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου αναγνώρισε την εθνική αντίσταση, έφερε πίσω όσους Έλληνες βρισκόταν ακόμη στις ανατολικές χώρες, έδωσε στους αγωνιστές του σαράντα συντάξεις και εν γένει ο διχασμός θάφτηκε βαθιά στο παρελθόν.

Σήμερα, όσοι Έλληνες είναι μέχρι 55 ετών ούτε έζησαν ούτε ένιωσαν το διαχωρισμό των πατέρων τους και τις πικρές μέρες του διχασμού. Αν ακόμη κάποιοι επικαλούνται τους όρους δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί είναι εκ του πονηρού, γιατί τα κόμματα προσπαθούν με τον ένα ή άλλο τρόπο να προσελκύσουν ψηφοφόρους.

Τέλος, η ερώτηση που πλανάται στα κεφάλια όλων των ηλικιωμένων Ελλήνων, που έζησαν τις δραματικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου: Τι θα γινόταν, αν σε εκείνη την πολεμική αντιπαράθεση κέρδιζαν οι κομμουνιστές;

Απάντηση: Ό,τι έγινε στη Σοβιετική Ένωση και στις λοιπές ανατολικές χώρες. Το σύστημα θα κατέρρεε μεταξύ 1989 – 1991 και η Ελλάδα θα επέστρεφε στον κοινοβουλευτισμό.Η επελθούσα ρήξη μεταξύ Τίτο και Στάλιν το καλοκαίρι του 1948, ανάγκασε τους Έλληνες κομμουνιστές να πάρουν κάποια θέση. Ο Ζαχαριάδης τάχθηκε χωρίς ενδοιασμούς στο πλευρό της Μόσχας. Αυτή η απόφαση είχε ως συνέπεια να κλείσει ο Τίτο τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας στον ανταρτικό στρατό του ΕΛΑΣ και να διακόψει κάθε βοήθεια. Αυτή η αλλαγή, που αφαιρούσε τα σίγουρα μετόπισθεν του κομμουνιστικού στρατού, θεωρήθηκε «πισώπλατο χτύπημα» και ένας από τους κύριους λόγους της ήττας του ΚΚΕ.Συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν ένα μέρος των ανταρτών Σλαβομακεδόνων να αποχωρήσει από τα ελληνικά βουνά και να περάσει στα Σκόπια, απ’ όπου καλούσαν όσους Σλάβους είχαν μείνει ακόμη στην Ελλάδα, να περάσουν στη Γιουγκοσλαβία.

Αυτή η κατάσταση δημιούργησε σημαντικά προβλήματα στο στράτευμα του ΚΚΕ, ώστε στην 5η Ολομέλεια που έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του 1949, πάρθηκε η ακόλουθη απόφαση: «Στη Βόρεια Ελλάδα ο μακεδονικός (σλαβομακεδονικός) λαός τα δώσε όλα για τον αγώνα και πολεμά με μια ολοκλήρωση ηρωισμού και αυτοθυσίας, που προκαλούν το θαυμασμό. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του, για να την αποχτήσει».

Αυτό θεωρήθηκε αργότερα και ένας λόγος, για τον οποίον οι κομμουνιστές έχασαν τον πόλεμο το 1949, παρ’ όλο, που κατά την γνώμη κάποιων, το 1948 είχαν πλησιάσει αρκετά στη νίκη. Οι ουσιαστικοί λόγοι βέβαια ήταν άλλοι, όπως η σθεναρή στάση του ελληνικού λαού να μην υποκύψει στο σταλινικό σύστημα, η αμέριστη βοήθεια της Αμερικής, που εφοδίαζε τον στρατό της κυβέρνησης με όλα τα αναγκαία σύγχρονα όπλα και τη στρατηγική υποστήριξη, αλλά κι η διένεξη Τίτο – Στάλιν, που οδήγησε στο κλείσιμο των συνόρων στις ανταρτικές δυνάμεις του Ζαχαριάδη.

Τον Οκτώβριο του 1949 το ΚΚΕ ανακοίνωσε την παύση των εχθροπραξιών, αφού είχε ηττηθεί στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι και τα υπολείμματα του αντάρτικου στρατού κατάφεραν να περάσουν κακήν – κακώς στην Αλβανία (γύρω στις 60 – 70.000, συν 28.000 παιδιά, τα οποία το ΚΚΕ είχε μεταφέρει νωρίτερα στις κομμουνιστικές χώρες) Επιτροπής, που συνήλθε λίγο αργότερα στην Αλβανία, καταπιάστηκε με τη διερεύνηση των αιτιών της ήττας και με την πρόθεση να χαράξει μια νέα γραμμή πολιτικού αγώνα. Στις 16 Οκτωβρίου 1949 έγινε η εξής δήλωση: «Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν κατέθεσε τα όπλα, μα μονάχα τα έθεσε παρά πόδα. Παραμένει ισχυρός και με ακέραιες τις δυνάμεις του».

Ως προς τις απόψεις του ΚΚΕ στο θέμα της Μακεδονίας και της Θράκης, οφείλουμε να πούμε ότι δεν επρόκειτο για προδοτικές θέσεις, αλλά ότι αναγόταν στην τυφλή υπακοή της ηγεσίας του στην Comintern, που πρέσβευε τον διεθνισμό και την αυτοδιάθεση των λαών και των μειονοτήτων, ως μέσο εξάπλωσης του κομμουνιστικού κινήματος και της επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Το σφάλμα των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν ότι δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν τη βαρύτητα των πραγμάτων και έθεσαν πάνω από την πατρίδα και τον άκρατο εθνικισμό της εποχής, τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Δεν υπάρχει πιο τραγική εξέλιξη από την αδελφοκτόνα σύγκρουση. Γι’ αυτό οφείλουμε να συζητούμε, πρωτίστως επιστημονικά, και να τοποθετήσουμε τον Εμφύλιο Πόλεμο στο ιστορικό συνειδητό με την υπενθύμιση «Ποτέ Ξανά».
Το ενδιαφέρον στοιχείο του ελληνικού Εμφυλίου είναι ότι αποτελεί ένα γεγονός κορύφωσης, ένα ολοκληρωμένο φαινόμενο που ξεκινά από το 1943 με τις συγκρούσεις στην Ήπειρο μεταξύ των δυνάμεων του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, περνά στη φάση της θουκυδίδειας Στάσης μετά την Απελευθέρωση και φτάνουμε στο τραγικό γεγονός της κορύφωσης του Εμφυλίου, που ξεκινά με το χτύπημα των 33 κομμουνιστών ανταρτών υπό τον Αλέξανδρο Ρόσιο στις 30 Μαρτίου 1946 στον σταθμό Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο. Είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι για ένα τόσο απόλυτα καταστροφικό γεγονός ευθύνεται μόνο μία πλευρά. Για παράδειγμα, το ΚΚΕ αποτυγχάνει πλήρως μετά την Απελευθέρωση να ενταχθεί στο μεταπολεμικό πολιτικό σκηνικό, να απεξαρτηθεί από τον απόλυτο έλεγχο του Στάλιν αλλά και να διαγνώσει ορθολογικά το διεθνές περιβάλλον, όπως αυτό είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται από τις Διασκέψεις της Τεχεράνης και της Γιάλτας. Από την άλλη, οι αστικές φιλελεύθερες δυνάμεις απέτυχαν να τιμωρήσουν τις δυνάμεις αυτές που αποδεδειγμένα είχαν συνεργαστεί με τους ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και να δομήσουν το συνεργατικό πλαίσιο με το ΚΚΕ σε πολιτικό επίπεδο, μια εξέλιξη ασφαλώς για την οποία ευθύνεται εξίσου και η ηγεσία του ΚΚΕ. Αν κάποιος συγκρίνει την Ελλάδα με την Ιταλία την ίδια εποχή, με ένα κράτος δηλαδή που διέθετε ένα ισχυρό και πολυάριθμο Κομμουνιστικό Κόμμα και μια εξίσου ισχυρή αστική διάσταση, θα διαπιστώσει ότι ο ρόλος των ηγετών εκεί, Ντε Γκάσπερι και Τολιάτι, ήταν καταλυτικός ως προς τη μη εμφύλια κατάληξη. Μια εξέλιξη που δεν έλαβε χώρα στον τόπο μας.

Δεν είναι δυνατόν να εμβαθύνουμε στο όλο θέμα. Προτείνω να εμβαθύνετε με τα εξαιρετικά πονήματα των: Το τελευταίο πόνημα δεν είναι μια ιστορική προσέγγιση, αλλά μια πρωτότυπη μελέτη στη διάσταση της ενδοκρατικής βίας που λαμβάνει χώρα ως κεντρικό εργαλείο επικράτησης κατά τη διάρκεια μιας εμφύλιας σύρραξης. Σε έναν εμφύλιο πόλεμο δεν υπάρχουν μόνο θύτες και μόνο θύματα. Οι ρόλοι εναλλάσσονται και όποιος δεν το αναγνωρίζει καταφεύγει στην απλούστευση. Το σίγουρο είναι ότι η κατάληξη του Εμφυλίου, η επικράτηση των αστικών δυνάμεων, λειτούργησε θετικά για την πορεία της Ελλάδας κρατώντας την έξω από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Τζίνα Σαμπάνη, Δημοσιογράφος