Το διάστημα κατά το οποίο η χριστιανική θρησκεία άρχισε να εδραιώνεται, σημειωνόταν ιδιαίτερη κοινωνική αναταραχή. Οχυρά εχθρικά προς την Παλαιστίνη δυσχέραιναν τον απόλυτο έλεγχο της Ιερουσαλήμ, πόσο μάλλον ολόκληρης της περιοχής. Η ζωή χαρακτηριζόταν από μεγάλη επικινδυνότητα  τόσο για τους προσκυνητές, όσο και για τους κατοίκους.  Μετά την Α΄ Σταυροφορία δημιουργείται το χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ με πρώτο βασιλιά τον Βαλδουνίνο της Βουλώνης και πρώτο πατριάρχη τον Δαϊμβέρτο. Το 1104 και το 1108μ.Χ. ο Κόμης Ούγο της Καμπανίας επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ συνοδευόμενος από τον ιππότη του Ούγο ντε Παίν. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βαλδουνίνου Β΄, προτάθηκε η ίδρυση μίας κοινότητας ιπποτών, οι οποίοι θα είχαν ως σκοπό την προστασία των προσκυνητών, πρόταση που έγινε δεκτή και από τον διάδοχο του Πατριάρχη Δαϊμβέρτου.

Το έτος 1118μ.Χ. συστάθηκε το Τάγμα των Ναϊτών με αρχηγό μάγιστρο των Ούγο ντε Παίν και οκτώ γάλλους ιππότες που είχαν λάβει μέρος στην Α΄Σταυροφορία. Ως μάγιστρος οριζόταν εκείνος που είχε υπό την επίβλεψή του τις δραστηριότητες του Τάγματος στην Ανατολή και τις οικονομικές του κτήσεις στη Δύση. Αργότερα, καθώς είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε κάθε χώρα το τάγμα διέθετε έναν μάγιστρο απαραιτήτως. Τα μέλη διακρίνονται σε τέσσερα αξιώματα: τους ιππότες, τους υπαξιωματικούς, τους κτηματίες και τους ιερείς – στρατιωτικούς. Καθένας από τους ιππότες είχε στην διάθεση του δέκα άτομα σε θέσεις υποστήριξης. Ορισμένοι βέβαια είχαν αφιερωθεί αποκλειστικά στην διαχείριση των εσόδων. Αρχικά, έγιναν γνωστοί ως το Τάγμα των Φτωχών Ιπποτών του Χριστού, διότι ζητούσαν ελεημοσύνη. Ο βασιλιάς Βαλδουνίνος Β΄ μαζί με τον Πατριάρχη παρείχαν στους ιππότες χρηματική βοήθεια και τόπο στέγασης στο Όρος του Ναού, όπου πίστευαν πως βρίσκονται θαμμένα τα ερείπια του Ναού του Σολομώντος. Λέγεται ότι οι περαστικοί είχαν αντικρίσει τους ιππότες να σκάβουν το μέρος, κρατώντας μυστικό το τι πιθανόν να βρήκαν. Είχαν συγκεντρώσει τότε ελάχιστο αριθμό οπαδών και αποτελούσαν ένα είδος χωροφυλακής.

Η πρώτη τους μεγάλη αποστολή ήταν η προστασία των προσκυνητών που όδευαν προς την Ιερουσαλήμ, καθώς η διαδρομή εγκυμονούσε διάφορους κινδύνους. Κάθε περαστικός ή δούλος, αν δεν διέθετε κάτι για αντάλλαγμα στην διαδρομή μπορούσε να συλληφθεί και να εκτελέσει καταναγκαστική εργασία. Μόνο οι μοναχοί είχαν την ευκαιρία να κυκλοφορούν ελεύθεροι στους δρόμους. Έχοντας παραρτήματα χωροφυλακής, μπορούσαν να οργανώνουν τον έλεγχο κάθε περιοχής και να παρέχουν ανεφοδιασμό. Μάλιστα είχαν εξουσιοδοτήσει ορισμένους ιππότες, ώστε να προστατεύουν τους ντόπιους του εκάστοτε τόπου. Επομένως, καταπολεμούσαν οτιδήποτε μπορούσε να διαταράξει την ασφαλή κυκλοφορία. Επιπρόσθετα ήταν μεγάλοι γεωργοί και είχαν στην κατοχή τους μοναστικούς καταυλισμούς με υπηρέτες και φάρμες, που διακρίνονταν από εξαιρετικό εξοπλισμό και οργάνωση. Επίσης, ευνόησαν ιδιαιτέρως το εμπόριο, προκαλώντας αύξηση στις αγορές και οδηγώντας στην ανάπτυξη της τότε βιομηχανίας. Αποτελούσαν, δηλαδή εξαιρετική αρωγή σε κάθε τάξη της κοινωνίας.

Τα πλούτη τους αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς και με το τέλος της πρώτης τους αποστολής ζήτησαν, το 1128μ.Χ στους Άγιους Τόπους, να συγκροτηθούν ως μοναστικό τάγμα. Ο Άγιος Βερνάδος του Κλερβώ, συνέταξε τον Κανόνα των στρατιωτών – μοναχών, που αποτελείται από τρεις όρκους: πενία, αγνότητα και υποταγή και ως ένδυμα όρισαν έναν άσπρο χιτώνα με ένα κόκκινο σταυρό στην μέση.  Ενώ όμως ο κανόνας όριζε προσωπική πενία, συσσώρευαν αμύθητα πλούτη στην κατοχή τους, διότι είχαν ελάχιστα έξοδα και τα μόνα που μπορούσαν να χαρίσουν ήταν ένας σκύλος ή ένα φθαρμένο ράσο. Σε περίπτωση που κάποιος από τους ιππότες είχε πέσει σε αιχμαλωσία, το Τάγμα δεν έδινε λύτρα για να τον απελευθερώσει. Μόνο ο ίδιος ο ιππότης είχε την δυνατότητα να ανταλλάξει την ζώνη και το ξίφος του και έτσι οι περισσότεροι αιχμάλωτοι αυτοκτονούσαν. Επιπρόσθετα, απαγορευόταν να φορούν κοσμήματα και να απολαμβάνουν κάθε είδους ευχαρίστηση. Με αυτόν τρόπο, συγκέντρωσαν  μία τεράστια περιουσία αποτελούμενη από γαίες, κέρδη, χρήματα, και πιστώσεις απαλλαγμένοι από τους φόρους του κράτους. Ωστόσο οι ίδιοι είχαν την δυνατότητα να ορίσουν φόρους σε οποιαδήποτε περιοχή ήταν στην κατοχή τους.

Με την εξασφάλιση της Παπικής εύνοιας μετατράπηκαν σε μία εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση. Πλέον είχαν στην κατοχή τους όλα τα ένοπλα τους λάφυρα και δεν ήταν αναγκαίο να λογοδοτήσουν πουθενά, εκτός από τον ίδιο τον Πάπα. Με λίγα λόγια, η παρουσία τους χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη ισχύ από αυτήν του βασιλιά, των επισκόπων και των πατριαρχών, καταφέρνοντας να δρουν ως ανεξάρτητο «κράτος» μέσα στο ίδιο το κράτος. Το Τάγμα δεχόταν δωρεές από παντού και απέκτησε δύναμη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δημιούργησαν το πρώτο τραπεζικό σύστημα και τις πρώτες επιταγές και διέθεταν μεταξύ τους κώδικες με  τους οποίους ολοκλήρωναν τις συναλλαγές τους σε κάθε  σημείο της ηπείρου. Το συγκεκριμένο οικονομικοπολιτικό σύστημα θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη σε έναν ανώτατο βαθμό ευημερίας και πολιτισμικής ανάπτυξης. Όμως οι ίδιοι επιθυμούσαν με κάθε χρηματική απολαβή να μετατραπούν στην υπέρτατη δύναμη, ενώ αντιθέτως ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση κρίσιμης ανάγκης. Οι περισσότεροι βασιλιάδες αναγκάστηκαν να δανείζονται από τους ιππότες μεγάλα χρηματικά ποσά και να μετατρέπονται σε υποχείρια του Τάγματος. Εκτός από τον Ούγο ντε Παίν και τους ιππότες του, ιδεαλιστές και λάτρεις του μυστικισμού, το Τάγμα άρχισε να προσελκύει άτομα που είτε αναζητούσαν την περιπέτεια, είτε είχαν ως στόχο την  οικονομική τους ενίσχυση ή ακόμη και ευκατάστατους που είχαν την δυνατότητα να καταταγούν από την πατρίδα τους πια, διότι δεν ήταν απαραίτητο να εργαστούν στους Αγίους Τόπους και απαριθμήθηκαν τότε περίπου στους 15.000.

Ώσπου, τον 13ο αιώνα μ.Χ. ο βασιλιάς της Γαλλίας, Φίλιππος IV «ο Ωραίος»,  ανέθεσε στους Ναϊτές την φύλαξη του Βασιλικού θησαυρού. Αργότερα, ο βασιλιάς κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και αποφάσισε να καταχραστεί τους θησαυρούς τους. Με δόλιο τρόπο τους κατηγόρησε ως αιρετικούς και δήμευσε την περιουσία τους. Την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου του 1307 φυλακίσθηκαν. Στην Παπική Σύνοδο της Βιέν το 1312, αποφασίστηκε οριστικά η διάλυση του Τάγματος και ένα μέρος της περιουσίας του μεταβιβάστηκε στους Ιωαννίτες Ιππότες. Βασανίστηκαν και θανατώθηκαν με δημόσια πυρά στις 11 Μαρτίου του 1314 στο Παρίσι. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ελάχιστοι κατάφεραν να ξεφύγουν και να εγκατασταθούν στην Σκωτία ή σε διάφορα άλλα μέρη της Ευρώπης.

Πώς όμως κατάφεραν εξασφαλίσουν την πλήρη υποστήριξη του Πάπα; Ποιο ήταν αυτό το μυστικό που έψαχναν; Οι υποθέσεις για τον κρυφό θησαυρό λογίζονται χιλιάδες, καθώς μέχρι και σήμερα κανείς δεν έχει καταφέρει να αποκαλύψει την πηγή της δύναμής τους. Ορισμένοι ερευνητές υποθέτουν πως ήταν οι κάτοχοι  του Ιερού Δισκοπότηρου ή του σώματος του Χριστού.  Άλλοι πάλι υποστηρίζουν, ότι απέδειξαν στον Πάπα την έγγαμη σχέση του Χριστού και της Μαρίας της Μαδγαληνής, γεγονός που η εκκλησία ήθελε να αποκρύψει από τους πιστούς. Το σίγουρο είναι, πως κατάφεραν να το μεταφέρουν από την Ιερουσαλήμ και ίσως αποτελούσε ένα στοιχείο που κατέρριπτε τα δεδομένα που ορίζονται για την εκκλησία ως αποδεκτά. Πιο συγκεκριμένα επικρατεί, ακόμη και στην εποχή μας η άποψη, ότι ήταν κάτοχοι του απόκρυφου, δηλαδή της καββαλιστικής γνώσης. Επιπρόσθετα μαρτυρείται, ότι ανακάλυψαν την Αμερική πριν από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Γεγονός που είναι πιθανόν να αληθεύει, καθώς στα πανιά των πλοίων που κατευθύνθηκαν προς την Αμερική απεικονίζεται ένας κόκκινος σταυρός πάνω σε ολόλευκο χρώμα.

Στην σημερινή εποχή, δεδομένο είναι πως αρκετές μυστικιστικές αδελφότητες έχουν ως πρότυπο εκείνη των Ναϊτών. Συγκεκριμένα, παρατηρείται σύνδεση του Τάγματος με την αδελφότητα των Ελευθεροκτόνων, καθώς παρά το γεγονός ότι από την Μασονική Εγκυκλοπαίδεια απορρίπτεται κάθε σύνδεση ή κοινή καταγωγή των δύο εταιριών, δεν αποκλείεται η ένταξη  των Ναϊτών, που διασώθηκαν, στην μασονική τάξη. Τέλος, το Τάγμα των Ναϊτών αποτελεί πρότυπο ευγένειας και οργάνωσης, καθώς και αφοσίωσης στα υψηλά ιδανικά με αξιόλογο φιλανθρωπικό έργο και παρά την βίαιη διάλυση του, μέχρι και σήμερα μυστικιστικές οργανώσεις δρουν αθέατες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ειρήνη Μαρία Κυργιαλάνη, Δημοσιογράφος