Ο πρώτος φαραώ κατά την 26η δυναστεία, ο Ψαμμήτιχος, κατάφερε να ενοποιήσει ξανά την Αίγυπτο σε ένα ενιαίο βασίλειο, αφού η χώρα παρέμενε διαχωρισμένη εξαιτίας της κατάκτησης των Ασσυρίων. Όταν κατέλυσε την δυναστεία που είχε τοποθετήσει ο βασιλιάς της Νουβίας, κατέκτησε τις Θήβες και το 656 π. Χ. ισχυροποίησε την χώρα της Αιγύπτου, γεγονός που περιγράφεται από τον Ηρόδοτο στο δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών «Ευτέρπη». Ήταν γιος του Νεχώ Α’ και καταγόταν από την πόλη της Σάιδας. Απεβίωσε το 610 π. Χ. και το βασίλειο του πέρασε στα χέρια του γιού του, Νεχώ Β’. Η συγκεκριμένη  δυναστεία αποτελεί την τελευταία που επικράτησε στην Αίγυπτο πριν την Περσική κυριαρχία. Το όνομα Ψαμμήτιχος αποτελεί εξελληνισμό του Psametik που ορίζεται ως ο οινέμπορος του Metjek, δηλαδή αλλοδαπός.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πριν από τον προαναφερθέντα φαραώ, οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν πως αποτελούσαν τα πρώτα ανθρώπινα όντα που είχαν δημιουργηθεί επομένως και την γλώσσα τους ως αρχαιότερη όλων. Επιπρόσθετα, επικρατούσε η άποψη πως οι Φοίνικες καθίστανται ως όχι μόνο τα πρώτα όντα, αλλά και οι πλάστες της πρώτης διαλέκτου. Ο Ψαμμήτιχος θέλοντας να επιβεβαιώσει το πολιτισμικό προβάδισμα των Αιγυπτίων ξεκίνησε μια εξονυχιστική έρευνα, όμως δεν συγκέντρωσε επαρκή στοιχεία για να απαντήσει στα ερωτήματα του. Ο πατέρας της ιστορίας κατέγραψε αναλυτικά το πείραμα που επιχείρησε ο Ψαμμήτιχος και ήταν το εξής: αποφάσισε να αναθέσει την κηδεμονία δύο νεογέννητων παιδιών σε ένα βοσκό, με σκοπό να τα μεγαλώσει μακριά από τον πολιτισμό στην καλύβα του. Διέταξε την άμεση εκκίνηση του σχεδίου και απαγόρευσε στον οποιονδήποτε να ομιλεί, όταν τα νεογέννητα ήταν παρόντα στον χώρο. Ωστόσο, ήταν διατεθειμένος να τους παρέχει καθετί αναγκαίο για να την σωστή ανατροφή τους. Σκοπός του πειράματος ήταν να παρατηρήσει σε ποια γλώσσα θα επικοινωνήσουν τα δύο βρέφη μετά τις άναρθρες κραυγές τους. Η γλώσσα αυτή θα οριζόταν ως η πρώτη γλώσσα στον κόσμο και η απομόνωση τους στην στάνη του βοσκού θα απέτρεπε την πιθανή αλλοίωση του αποτελέσματος.

Δύο χρόνια μετά, ο βοσκός εισερχόμενος στην καλύβα αντίκρισε τα βρέφη πεσμένα στα πόδια του να φωνάζουν «βεκός», όμως δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Όσο πιο πολύ τα φρόντιζε, τόσο συχνά άκουγε την συγκεκριμένη λέξη. Έπειτα ειδοποίησε τον βασιλιά και εκείνος αμέσως επισκέφθηκε το σπίτι. Μόλις αντήχησε η ίδια λέξη στα αφτιά του, απαίτησε να του γίνει γνωστή η σημασία και η προέλευση της. Εν τέλει «Βεκός» στα Φρυγικά σημαίνει «ψωμί» και οι Αιγύπτιοι αποδέχθηκαν τους Φρύγες ως τον αρχαιότερο λαό. Κάποτε επικρατούσε η φήμη πως ο Ψαμμήτιχος έκοψε την γλώσσα ορισμένων γυναικών στις οποίες ανέθεσε την ανατροφή  των νεογνών με σκοπό να μην αποτελέσουν σημαντική επιρροή στην ομιλία τους και καταστροφή του πειράματος.

Οι Φρύγες κατοικούσαν στα βαλκάνια έως ότου μεταναστεύσουν στην Μικρά Ασία, γεγονός που συνέβη λίγο μετά τον Τρωικό πόλεμο. Σύμφωνα με γλωσσολογικές μελέτες η φρυγική γλώσσα διαθέτει πολλές ομοιότητες με την ελληνική και ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Λέγεται πως κατάγονται από τον ίδιο πρόγονο, μία γλώσσα δηλαδή που αναπτύχθηκε στα Βαλκάνια το 2500 – 2000 π. Χ.  Όπως είναι φανερό ο  Ηρόδοτος θεωρούσε την φρυγική ως την αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου και αναφέρεται στο έργο του στην μετανάστευσή τους από την Μακεδονία στην Μικρά Ασία. Τον λαό των Φρυγών μνημονεύεται και ο Όμηρος στην Ιλιάδα ως ασιατικό λαό και σύμμαχο των Τρώων. Σύμφωνα με το έπος Τηλεγόνεια παρά την μετανάστευση των φρυγικών φύλων, υπήρχαν υπολείμματα τους στα Βαλκάνια. Επιπλέον, οι βασιλείς της Φρυγίας αλλά και της Τροίας ήταν φοινικικής καταγωγής, γεγονός που πιθανότατα δικαιολογεί τις φιλικές διαθέσεις ανάμεσά τους. Η ακμή του Φρυγικού κράτους είναι συνυφασμένη με τον βασιλιά Μίδα, που επεκτάθηκε στην Συρία και την Κιλικία. Διασφαλίζοντας συνθήκη με τον Βασιλιά των Ασσυρίων κατάφερε να οργανώσει εκστρατεία κατά της Λυδίας. Σύμφωνα με τις ιστορικά δεδομένα, ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε την διαδικασία ένταξης των Φρυγών στον ελληνικό πολιτισμό από τον 4ο αιώνα π. Χ. Η φρυγική γλώσσα μας είναι γνωστή από 250 επιγραφές κατά την παλαιοφρυγική περίοδο (8ος – 3ος αιώνας π. Χ.) και  100 επιγραφές από τον 1ο έως τον 4ο αιώνα μ. Χ. σε ελληνικό αλφάβητο κατά την νεοφρυγική περίοδο. Εξίσου οι καταγραφές λέξεων από διάφορους έλληνες συγγραφείς αποτέλεσαν σημαντικές πηγές. Το τελευταίο δείγμα της ανήκει στον φιλόσοφο Σωκράτη, καθώς η μητέρα του ήταν Φρυγικής καταγωγής. Και κάπου εδώ η φρυγική διάλεκτο αρχίζει και σβήνει, αφομοιώνεται εξολοκλήρου από την ελληνική και χάνεται μαζί της η λογοτεχνική παραγωγή του λαού, η οποία δυστυχώς δεν μας έχει σωθεί. Μόνο ένας Φρύγας κατόρθωσε να καταστήσει το έργο του γνώστο μέχρι και σήμερα, ο Αίσωπος. Στις φρυγικές επιγραφές παρατηρήθηκαν λέξεις που αποδεικνύουν ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική όπως: anar = ανήρ, agaritoj = αχάριστος , matar =μήτηρ, eymi = ειμί, ournous = ουρανός  και πολλές ακόμη.

Ο Ηρόδοτος χρειάστηκε να συλλέξει πολυάριθμες μαρτυρίες και θεώρησε απαραίτητο να επιβεβαιώσει τις πληροφορίες του, διαδικασία που όριζε ως σημαντική για να διασφαλίσει την εγκυρότητα των ιστοριών του. Επισκέφθηκε την Μέμφιδα και αργότερα κατευθύνθηκε στις Θήβες και την Ηλιούπολη για να επιβεβαιώσει τις φήμες που πληροφορήθηκε. Υφίσταται το ενδεχόμενο να αποτελεί η αφήγηση αυτή ένα εύρημα του Ηροδότου με σκοπό να κατοχυρώσει την φρυγική ως αρχαιότερη γλώσσα. Επιπρόσθετα, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε απόλυτα έγκυρες τις πληροφορίες του, καθώς δεν γνώριζε την αιγυπτιακή γλώσσα. Ακόμη, ενστάσεις είχαν δημιουργηθεί ήδη από την αρχαιότητα για την εγκυρότητα του πειράματος. Ορισμένοι υποστήριζαν ότι πιθανότατα τα βρέφη ακούγοντας καθημερινά το βέλασμα των προβάτων το μιμήθηκαν και προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με το κοινωνικό περιβάλλον τους. Σήμερα είναι αποδεδειγμένο πως ο άνθρωπος χωρίς κανένα ίχνος εκπαίδευσης θα χρειαστεί χιλιάδες χρόνια έως ότου δημιουργήσει απλά εργαλεία ή οποιοδήποτε είδος τέχνης. Στην περίπτωση που ένα βρέφος ανατραφεί σε μη λεκτικό περιβάλλον δεν θα αναπτύξει τον λόγο. Ως ανθρώπινο είδος είμαστε βιολογικά προικισμένοι με την ανάπτυξη λόγου, ωστόσο δεν πρέπει να υποβαθμίζεται ο ρόλος ενός περιβάλλοντος πλούσιου λεκτικά. Είναι σαφές πως ο τρόπος σκέψης αναπτύσσεται σταδιακά και μέσω της μάθησης επιτυγχάνεται η εξέλιξη.

Εκτός από το γλωσσικό πείραμα, ο Ηρόδοτος κατέγραψε τα ονόματα των αιγύπτιων θεών και πολυάριθμα πολιτισμικά στοιχεία. Αναφέρει πως οι Αιγύπτιοι ανακάλυψαν πρώτοι την έννοια του έτους και χώρισαν τις εποχές σε δώδεκα μήνες. Αναλυτικότερα, διαχώρισαν τα μέρη του χρόνου σε τριάντα ημέρες, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες προσέθεταν έναν μήνα επιπλέον. Από μαρτυρίες ο ιστορικός οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως ο αιγυπτιακός λαός έδειξε πρώτος δείγματα γλυπτικής και ονόμασε το δωδεκάθεο στο οποίο βασίστηκε λίγο αργότερα ολόκληρη η αρχαιοελληνική ειδωλολατρία.

Ειρήνη Κυργιαλάνη, Δημοσιογράφος