Έπειτα από την πρόσφατη είδηση της νέας τουρκικής πρόκλησης στην Κύπρο κατά την οποία ο κατοχικός στρατός εγκλώβισε τρεις οικογένειες Ελληνοκυπρίων στη περιοχή Στροβίλια, τοποθετώντας βαρέλια, κάγκελα και αλυσίδες, παραβιάζοντας εκ νέου το status quo, αλλά και την διενέργεια ελέγχων από τον κατοχικό στρατό για όσους επισκέπτονται την περιοχή των Στροβιλιών, περιλαμβανομένων και των μελών της Ειρηνικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που εφάπτεται του ορίου των βρετανικών βάσεων, το Κυπριακό συνεχίζει να είναι μέχρι και σήμερα ένα ζήτημα πάντοτε επίκαιρο, φλέγον και με ανοιχτές τις πληγές από το παρελθόν.

Ι. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950
Ρυθμιστικό ρόλο , κυρίως στην ελληνική πολιτική γύρω από το Kυπριακό, έπαιξαν οι λαϊκές κινητοποιήσεις και τα πυκνά συλλαλητήρια, τόσο στην Eλλάδα όσο και στην Kύπρο. H Eλλάδα βγαίνει μέσα από τον Eμφύλιο, η Kύπρος καλλιεργεί, ιδίως μετά τη λήξη του πολέμου, τον πόθο για αυτοδιάθεση – ένωση με τη μητροπολιτική Eλλάδα, όπως τα Δωδεκάνησα το 1948. Mαχητικό το μέτωπο των κινητοποιήσεων, οξύνεται συνεχώς από την άτεγκτη βρετανική πολιτική και στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής μετράει και νεκρούς, μαζί με εκατοντάδες τραυματίες. Στη Κύπρο υπήρξαν και επεισόδια ανάμεσα στα μέλη της ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών) και αστυνομικών που τοποθέτησαν στο νησί οι Άγγλοι. Τα μέλη της ΕΟΚΑ συνελήφθησαν και υπέστησαν σωματικές βλάβες από τους Βρετανούς αστυνομικούς. Ακόμη, τα μέλη της ΕΟΚΑ ήρθαν σε σύγκρουση και με Έλληνες που αντιτίθεντο στην ανεξαρτησία και στη συνακόλουθη προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα.

Η άνοδος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Μακαρίου Γ΄, του 37χρονου χαρισματικού και ιδιαίτερα αγαπητού στον λαό Μητροπολίτη Κιτίου (Οκτώβριος 1950), επέβαλε σκληρή ενωτική γραμμή στο εσωτερικό, που επικράτησε σταδιακά και στην Αθήνα. Η ένωση της Κύπρου έγινε το καθολικό αίτημα ενός έθνους που εξερχόταν βαρύτατα τραυματισμένο από τη δεκαετία του 1940. Παράλληλα, η μορφή του Μακαρίου έγινε παγκόσμια γνωστή και προστέθηκε στις μεγάλες προσωπικότητες του αντιαποικιακού κινήματος του μεταπολεμικού κόσμου.

Το 1955 ο Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης της Κύπρου Μακάριος Γ’ έλαβε μέρος στο Α’ Αφρικανοασιατικό Συνέδριο που διεξήχθη στο Μπατούνγκ όντας αναγνωρισμένος αρχηγός του Κυπριακού λαού από την ΕΟΚΑ. Οι συνομιλίες που είχε ο Μακάριος Γ’ με τον Βρετανό Κυβερνήτη του νησιού, Στρατάρχη Χάρντιγκ και τον Υπουργό Αποικιών της Αγγλίας δεν κατέληξαν σε συμφωνία με αποτέλεσμα να εξοριστεί από τις 9 Μαρτίου του 1956 ως τις 28 Μαρτίου 1957 στις Σεϋχέλλες, Ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος με τον όρο να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Έτσι, ο Μακάριος Γ’ πραγματοποίησε μία σειρά επισκέψεων στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη, έδρα των Ηνωμένων Εθνών προωθώντας το Κυπριακό ζήτημα ως την επιστροφή του, μετά και την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου που όριζε την ανεξαρτησία της Μεγαλονήσου, την 1η Μαρτίου 1959, οπότε και εκλέχτηκε Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η εξορία του Μακαρίου αποφασίστηκε ύστερα από επίμονα αιτήματα του Χάρντινγκ προς τη συντηρητική κυβέρνηση του Άντονι Ήντεν. Δεν αποκλείεται η απόφαση να επηρεάστηκε από την αιφνιδιαστική απόλυση (1η Μαρτίου 1956) από την αρχηγία της «Αραβικής Λεγεώνας» και απέλαση από την Ιορδανία του «Γκλαμπ πασά», από τον βασιλιά Χουσεΐν. Ήταν μια ευκαιρία, με την εκτόπιση του Μακαρίου να δοθεί απάντηση στη μειωτική για το αυτοκρατορικό γόητρο απομάκρυνση του στρατηγού Γκλαμπ, που φαινόταν να ολοκληρώνει τον αντιβρετανικό κύκλο στη Μέση Ανατολή, που είχαν ανοίξει οι ενέργειες του Νάσερ στην Αίγυπτο. Στην απόφαση του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου της 6ης Μαρτίου για εξορία του Μακαρίου βάρυναν οι ισχυρισμοί του Χάρντινγκ ότι οι αποικιακές αρχές στην Κύπρο είχαν «σημαντικές ενδείξεις» ότι ο Αρχιεπίσκοπος «είχε ηγετική θέση στην καθοδήγηση και υποκίνηση του τρομοκρατικού κινήματος». («Ενδείξεις» που δεν ήταν αρκετές για να οδηγήσουν τον Μακάριο στο δικαστήριο…) Ο Χάρντινγκ ανέμενε ότι η εξορία του Μακαρίου και η απομόνωσή του θα διευκόλυνε την εξεύρεση στην Κύπρο «μετριοπαθών» συνομιλητών. Ελπίδα που αποδείχθηκε ψευδαίσθηση και μωρία.

Ως προς την Ελλάδα σημειώνεται ότι, η πρώτη ελληνική προσφυγή για το Kυπριακό στον ΟΗΕ (1954) δεν απέδωσε καρπούς, ενώ η βρετανική αδιαλλαξία παρέμενε προκλητική, όπως έδειξε το κυνικό «Ουδέποτε». Ο ένοπλος αγώνας φαινόταν η μόνη διέξοδος, αν και αντιμετώπιζε σοβαρά εμπόδια: Εύκολος αποκλεισμός του ανεφοδιασμού σε πολεμοφόδια από το εξωτερικό, έλλειψη ορεινών δύσβατων όγκων για κινήσεις και απόκρυψη ανταρτικών ομάδων, ανυπαρξία οπλισμού, απειροπόλεμο των Κυπρίων, δυνατότητα μεταφοράς στο νησί σε μικρό χρονικό διάστημα μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, ανάμνηση της σκληρής αποικιακής αντεπανάστασης μετά τα «Οκτωβριανά» του 1931 και φόβος επανάληψής της σε πιθανή αποτυχία, αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια.

Μετά τον Δεκέμβριο του 1956, η ελληνική πλευρά προσπάθησε και επέτυχε να προκαλέσει σημαντική διεθνή αντίδραση εναντίον της προοπτικής της διχοτόμησης: μεταξύ άλλων εναντίον της διχοτόμησης τάχθηκαν (μετά από σχετικές ελληνικές προσεγγίσεις) οι ΗΠΑ και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Πωλ-Ανρύ Σπάακ. Επίσης, η ελληνική πλευρά κατάφερε, για πρώτη φορά, να σημειώσει σημαντικές επιτυχίες και στον ΟΗΕ, τον Φεβρουάριο και τον Νοέμβριο του 1957. Ωστόσο, η ομηρία της βρετανικής πολιτικής στην Τουρκία δεν μειώθηκε· και αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στο περιβόητο σχέδιο Μακμίλλαν, πνευματικό τέκνο του ίδιου του Βρετανού πρωθυπουργού, που εξαγγέλθηκε τον Ιούνιο του 1958.

Το σχέδιο Μακμίλλαν πρότεινε μία σειρά έντονα διαιρετικών διατάξεων, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη ότι στη διοίκηση της Κύπρου θα «συνεργάζονταν» για επτά χρόνια η Ελλάδα και η Τουρκία. Επιπλέον, για την εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν δεν απαιτούνταν η συναίνεση των Ελληνοκυπρίων: μπορούσε να εφαρμοστεί με τη συνεργασία μόνων των Τουρκοκυπρίων. Ήταν φανερό ότι, εάν εφαρμοζόταν ένα παρόμοιο σχέδιο επί επτά χρόνια, η οριστική λύση του ζητήματος θα ήταν, πιθανότατα, είτε η διχοτόμηση είτε μία τριμερής συγκυριαρχία. Στην προτεραιότητα, άλλωστε, να αποτραπεί η εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν πρέπει να αποδοθεί και η γνωστή συνέντευξη του αρχιεπισκόπου Μακαρίου με την Μπάρμπαρα Καστλ, στέλεχος του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, κατά την οποία ο αρχιεπίσκοπος διατύπωσε δημόσια τη γνωστή πρότασή του για σύσταση καθεστώτος δεσμευμένης ανεξαρτησίας.

Η αδιάλλακτη στάση της Μεγάλης Βρετανίας οδήγησε στον ένοπλο αγώνα και το έπος της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών / 1955 – 1959), το οποίο προσέφερε στο πάνθεον των ηρωικών μορφών του ελληνισμού τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Κυριάκο Μάτση, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και τόσους άλλους. Τελικά, στην Κύπρο προσφέρθηκε μία ιδιότυπη ανεξαρτησία, ένα ελλειμματικό από κάθε άποψη (πολιτική, νομική, θεσμική) κρατικό κατασκεύασμα.

Το νέο κράτος, που ιδρύθηκε το 1960, δεν ήταν απότοκος της πορείας προς την αυτοδιάθεση, όπως αυτή εκφράσθηκε από το δημοψήφισμα και τις θυσίες των Ελλήνων του νησιού, οι οποίοι τότε αποτελούσαν το 77% του πληθυσμού. Αντιθέτως, ήταν ένα νόθο προϊόν, που «γεννήθηκε» υπό την υψηλή εποπτεία της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου και με τουρκική αυτεπιστασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία εμπεριείχε από την στιγμή της γέννησής της, όλα εκείνα τα υβρίδια που θα οδηγούσαν νομοτελειακά στη διάλυση. Η πρώτη Οκτωβρίου κάθε χρόνου γιορτάζεται ως η ημέρα ανεξαρτησίας της Κυπριακής Ανεξαρτησίας. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι η πραγματική ημέρα της ανακήρυξης της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, αλλά καθιερώθηκε ως τέτοια από το κράτος. Η πραγματική ημέρα ανακήρυξης της Κυπριακής Ανεξαρτησίας ήταν η 16η Αυγούστου 1960. H συμφωνία για την ανεξαρτησία επήλθε στις συνομιλίες της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας στις 11 Φεβρουαρίου 1959. Μετά από λίγο καιρό κατέστη σαφές ότι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορούσε να λειτουργήσει κύρια λόγω της κακοπιστίας των Τουρκοκυπρίων που υποδαυλίζονταν από τους εκ Τουρκίας ομοεθνείς τους, αλλά και από τους Άγγλους οι οποίοι συνέχισαν να τηρούν το «διαίρει και βασίλευε» με σκοπό να διατηρούν πάντα αλώβητα τα κεκτημένα τους στο νησί. Η απόπειρα τροποποίησης του Κυπριακού Συντάγματος εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη ταραχών ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 21 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 ορίζεται ότι οι Τούρκοι που ήταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο από τις 05.11.1914 θα αποκτούσαν την βρετανική ιθαγένεια, αποβάλλοντας την τουρκική, ενώ θα μπορούσαν μέσα σε δύο χρόνια από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης να ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής υπέρ της τουρκικής ιθαγένειας. Τότε οι Τούρκοι αυτοί θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κύπρο μέσα σε έναν χρόνο από τότε που άσκησαν το δικαίωμα της επιλογής. Δηλαδή, η Μ. Βρετανία ήδη από το 1923 προσπαθούσε να εμπλέξει την Τουρκία στο κυπριακό ζήτημα και να δημιουργήσει προβλήματα με τους Ελληνοκυπρίους, συνεχίζοντας να ασκεί την έντονη επιρροή της στη περιοχή και προβλέποντας ακόμη και την μελλοντική διχοτόμηση του νησιού.

Με αφορμή το Κυπριακό άρχισαν να εκδηλώνονται οι πρώτες επεκτατικές τάσεις του τουρκικού κράτους σε βάρος της Ελλάδας, με τις επιθετικές ενέργειες του τουρκικού λαού εναντίον της ελληνικής μειονότητας τον Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίες πραγματοποιούνταν με την ενθάρρυνση και την υποστήριξη της τουρκικής κυβέρνησης. Η πολιτική στάση του τουρκικού κράτους, με τον ανομοιογενή πληθυσμό του, στόχο είχε την αφομοίωση του πληθυσμού αυτού σε έναν κοινό εθνικό κορμό και ως εκ τούτου οι επιθετικές ενέργειες σε μειονότητες ήταν κύρια πολιτική πρακτική. Ειδικότερα με το θέμα της ελληνικής μειονότητας, η Τουρκία επεδίωκε να περιορίσει την επιρροή της Ελλάδας πάνω σε αυτήν εξαλείφοντας συγχρόνως και τις όποιες διεκδικήσεις της τελευταίας. (Τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά και ως «Σεπτεμβριανά».)

Με την κρίση στο κυπριακό ζήτημα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μπαίνουν σε μια έντονη συγκρουσιακή κατάσταση που προσλαμβάνει νέες μορφές δράσεις, καθώς η Τουρκία αναζητά πλέον την ενδυνάμωση της θέσης της και την επικράτησή της έναντι του αντιπάλου, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτικότερη από την Τουρκία θέση, επειδή το ισοζύγιο δυνάμεων αλλά και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων ευνοούσαν την τουρκική στρατηγική. Είναι γεγονός ότι η πολιτική των κρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας την περίοδο 1960-1974 επηρέαζε τις εξελίξεις στο Κυπριακό υπό το πρίσμα του διπολικού ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων και των στρατηγικών συμφερόντων των τελευταίων. Με την λήξη του απελευθερωτικού αγώνα στην Κύπρο και τις Συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου για την διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος αρχίζει μια νέα περίοδος στις διακρατικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. [..]

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου το 1959 προέβλεπαν ότι η Κύπρος θα γινόταν ανεξάρτητη Δημοκρατία μέσα στο πλαίσιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και η Βρετανία θα διατηρούσε επ’ αόριστον την επικυριαρχία της σε δύο περιοχές, στις οποίες θα εγκαθιστούσε βάσεις, ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία, που μαζί με τη Βρετανία έγιναν συνεγγυητές των συμφωνιών αυτών, εξουσιοδοτήθηκαν να σταθμεύουν μικρά στρατιωτικά τμήματα στο νησί. Οι αναθεωρητικές επιδιώξεις της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου ξεκινούν από το 1960 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου, με τις οποίες η Τουρκία αναγνωρίζεται ως εγγυήτρια δύναμη, νομιμοποιώντας τη θέση της στο νησί και αποκτώντας δικαιώματα επέμβασης, αλλά και την ευκαιρία να επιστρέψει ο τουρκικός στρατός στην Κύπρο μετά το 1878.

Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημαντικό βήμα της Τουρκίας για να επαναδιεκδικήσει μερίδιο κατανομής κερδών στην Κύπρο και να ισχυροποιήσει τη θέση της στο νησί, μειώνοντας παράλληλα τη θέση και ισχύ του αντιπάλου της. Αυτό επιβεβαίωνε τις βλέψεις της Τουρκίας για διαμόρφωση στρατηγικής περιφερειακής δύναμης. Επιπλέον, η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε», που εφάρμοσε η Βρετανία στην Κύπρο, επιβεβαίωνε αφενός τη στρατηγική ελέγχου που επιδιώκουν οι ισχυροί και αφετέρου τη μοίρα των μικρών και αδύναμων κρατών υπό τη σκιά αυτής της πρακτικής.

Άλλωστε, στην περίπτωση της Κύπρου, η νησιωτική φύση και η γεωγραφική απόσταση λειτουργούν αρνητικά για την Ελλάδα και θετικά για την Τουρκία, γεγονός που η σημασία του αποδείχθηκε και στις ενδοκοινοτικές κρίσεις του 1963 και του 1967 αλλά και κατά τον πόλεμο του 1974. Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της Τουρκίας στην Κύπρο σε βάρος της Ελλάδας είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για τον έλεγχο του νησιού.

Τα πραγματικά αίτια της παρουσίας της Τουρκίας στο νησί είναι: πρώτον, η γεωγραφική θέση της Κύπρου, που είναι σημαντικότατη για την Τουρκία λόγω ασφάλειας του κράτους. Δεύτερον, η αποκοπή της Τουρκίας από την ανοιχτή θάλασσα, αν η Κύπρος περάσει σε πλήρη ελληνικό έλεγχο. Τρίτον, ο φόβος που δημιουργεί στους Τούρκους το γεγονός της ελληνικής υπεροχής στο νησί, εξαιτίας της πληθυσμιακής πλειονότητας των Ελλήνων, που ενδυναμώνει το ελληνικό εθνικό γόητρο και ταυτόχρονα τις βλέψεις της αντίπαλης πλευράς για πλήρη ελληνοποίηση του νησιού. Υπό αυτές τις πραγματικές αιτίες διαπιστώνεται ότι δύσκολα η Τουρκία θα εγκαταλείψει τα κεκτημένα της στην Κύπρο, γιατί αυτά είναι άμεσα συνυφασμένα με τις εθνικές της επιδιώξεις.

Για την Ελλάδα το πιο σημαντικό ζήτημα μιας μελλοντικής διευθέτησης του κυπριακού ζητήματος είναι η εξασφάλιση της συνολικής μετακίνησης της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί , καθώς αυτό θα εξευμενίσει την ελληνική εθνική υπερηφάνεια και θα μειώσει τους φόβους της Ελλάδας για περαιτέρω τουρκικές διεκδικήσεις στην Κύπρο. Το γεγονός της αποστρατιωτικοποίησης της Κύπρου θα αποτελούσε για την Ελλάδα αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στο νησί και από μειονεκτική θέση έναντι της Τουρκίας, στην οποία βρίσκεται σήμερα, θα περνούσε σε πλεονεκτική. Αυτό θα συνέβαινε γιατί η στρατιωτική υπεροχή της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας, που υπάρχει σήμερα, δεν θα υπήρχε πλέον και η Ελλάδα με την πολιτική επιρροή που έχει στην πλειονότητα των Κυπρίων θα ήταν συγκριτικά ισχυρότερη από την Τουρκία.

ΙΙ. ΟΙ ΑΤΤΙΛΑΣ Ι ΚΑΙ ΙΙ ΤΟΥ 1974
15.07.1974: Τα τανκς της χούντας κυλούν στους δρόμους της Λευκωσίας διενεργώντας πραξικόπημα. Οι πραξικοπηματίες ανακοινώνουν την (ψευδή παραπλανητική) είδηση ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. Στην Άγκυρα ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ αποφασίζει ότι ο τουρκικός στρατός πρέπει να αναλάβει αμέσως δράση, γιατί πιστεύει ότι ο στόχος του πραξικοπήματος είναι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Νικόλαος Σαμψών ορκίζεται πραξικοπηματίας Πρόεδρος. Ο Μακάριος διασώζεται και φθάνει στην Πάφο, όπου αναγγέλλει μέσω του ραδιοσταθμού των Κοραλλίων το εξής: «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις, γνωρίζεις ποίος ομιλεί, είμαι ο Μακάριος».

16.07.1974: Ο ελληνικός και ο ξένος τύπος κυκλοφορούν με πηχυαίους τίτλους για το πραξικόπημα στη Κύπρο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδριάζει στη Νέα Υόρκη. Στην Πάφο όπου βρίσκεται ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, απευθύνει νέο μήνυμα προς τον κυπριακό λαό, τον οποίο καλεί να συνεχίσει την αντίσταση. Στη συνέχεια μεταφέρεται με ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών στις βρετανικές βάσεις και από εκεί με στρατιωτικό αεροπλάνο στη Μάλτα, όπου διανυκτερεύει. Στη Λευκωσία, ο Νίκος Σαμψών διορίζει δικό του πραξικοπηματικό Υπουργικό Συμβούλιο, με Υπουργό Εξωτερικών το Ντίνη Δημητρίου.

Στην Άγκυρα, ο πρωθυπουργός Μουλέντ Ετζεβίτ ζητεί τη σύγκληση της εθνοσυνέλευσης. Κάτι τέτοιο γίνεται σε περίπτωση κήρυξης πολέμου ή αποστολής στρατευμάτων σε άλλη χώρα. Στους πολιτικούς ηγέτες αναφέρει ότι σκέφτεται το ενδεχόμενο για εισβολή στην Κύπρο.

17.07.1974: Ο Πρόεδρος Μακάριος αναχωρεί από την Μάλτα για το Λονδίνο, όπου του επιφυλάσσεται υποδοχή αρχηγού κράτους από χιλιάδες απόδημους. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Harold Wilson υπόσχεται στον Μακάριο κάθε βοήθεια. Ο Μακάριος επικοινωνεί με τον Γ.Γ. του ΟΗΕ Kurt Waldheim, ο οποίος συμφωνεί όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας συνέλθει στην Κύπρο, κατά την επόμενη ημέρα, ώστε να μπορέσει να παραστεί και ο Μακάριος. Στο Λονδίνο φθάνει και ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπουλέντ Ετζεβίτ . Ζητεί από τη Βρετανία τη λήψη κοινής δράσης στην Κύπρο. Ο Harold Wilson αρνείται λέγοντας στον Τούρκο Πρωθυπουργό ότι δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί όλα τα περιθώρια. Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ δήλωσε στον ξένο τύπο ότι «θεωρούμε όπως και τόσοι άλλοι στον κόσμο, την ελληνική κυβέρνηση σαν τον υποκινητή της επέμβασης εναντίον του ανεξάρτητου κράτους της Κύπρου. Ελπίζουμε να επιτύχουμε αποτελέσματα σ’ αυτές τις συνομιλίες με τους φίλους και συμμάχους μας, τους Βρετανούς, οι οποίες θα συμβάλλουν στην αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας στην Κύπρο.
Στην Ουάσινγκτον, η αμερικανική κυβέρνηση αποφεύγει να πάρει ξεκάθαρη θέση. Στην Αθήνα, ο τύπος αναγγέλλει ότι παγιώθηκε η κατάσταση στην Κύπρο.

18.07.1974: Επίκεντρο των διαβουλεύσεων γύρω από την Κύπρο και το πραξικόπημα είναι το Λονδίνο. Ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπουλέντ Ετζεβίτ αναβάλλει τη συνεδρίαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης που έχει οριστεί για την 19η Ιουλίου. Στο Λονδίνο καταφθάνει ο Αμερικανός υφυπουργός των Εξωτερικών, Τζόσεφ Σίσκο, ο οποίος αναφέρει στον Μπουλέντ Ετζεβίτ ότι η χώρα του διαφωνεί με οποιαδήποτε επέμβαση στη Κύπρο. Στη Λευκωσία ο Νίκος Σαμψών ανακοινώνει ότι η κυβέρνησή του ελέγχει πλήρως την κατάσταση και πως δεν βλέπει κανέναν λόγο γιατί να επέμβει η Τουρκία στην Κύπρο. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Μπουλέντ Ετζεβίτ από το Λονδίνο, βλέποντας ότι δεν υπάρχει η συγκατάθεση της Βρετανίας για κοινή δράση, ζητεί από το Τουρκικό Γενικό Επιτελείο στην Άγκυρα το εξής αίτημα: εάν δεν πάρει νεότερη διαταγή μέχρι την επομένη, στις 19 του μήνα δηλαδή, να αρχίσει η διαδικασία για την εισβολή στην Κύπρο.

19.07.1974: Κυκλοφορούν για πρώτη φορά από τη διενέργεια του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, κυπριακές εφημερίδες οι οποίες προβάλλουν με πηχυαίους τίτλους τις δηλώσεις του Νίκου Σαμψών. Ο Μακάριος φθάνει στα Ηνωμένα Έθνη και ο Γ.Γ. του επιφυλάσσει υποδοχή αρχηγού κράτους. Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας καταγγέλλει ανοικτά την επέμβαση της χούντας των Αθηνών στην Κύπρο. Πιο συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο από το πρωί της περασμένης Δευτέρας είναι πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας έχει βάναυσα παραβιάσει την ανεξαρτησία της Κύπρου».
Στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας, ο Τούρκος πρέσβης καλεί τον Ραούφ Ντεγκτάς και του ανακοινώνει ότι η εισβολή θα γίνει την επομένη. Στο Λονδίνο η βρετανική τηλεόραση μεταδίδει εικόνες απόπλου τουρκικών σκαφών προς άγνωστη κατεύθυνση. Το BBC σημειώνει πως τα σκάφη πλέουν προς την κατεύθυνση της Κύπρου. Στη Λευκωσία, ο αρχηγός του πραξικοπήματος Ταξίαρχος Γεωργίτσης διατάζει επιλεκτική επιστράτευση αλλά αρνείται πιο αυστηρά μέτρα για αντιμετώπιση ενδεχομένου εισβολής, επιμένοντας ότι οι κινήσεις των τουρκικών πλοίων σχετίζονται με προγραμματισμένη άσκηση.

20.07.1974: [ΑΤΤΙΛΑΣ Ι] Στις 5:20 το πρωί αρχίζει η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, από θάλασσα και αέρα. Τουρκικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν την περιοχή Πέντε Μίλι της Κερύνειας, η οποία δέχεται και κανονιοβολισμούς από τουρκικά πλοία. Τουρκικά αποβατικά κατευθύνονται στην περιοχή και αρχίζουν να αποβιβάζουν άντρες, άρματα και πολεμικό υλικό. Στη περιοχή του θύλακα Λευκωσίας- Αγίου Ιλαρίωνα, τουρκικά μεταγωγικά ρίχνουν αλεξιπτωτιστές. Στην Άγκυρα, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ ανακοινώνει στις 6:10 το πρωί ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις άρχισαν στρατιωτική επιχείρηση στην Κύπρο. Στις 8 το πρωί εκδίδεται το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν σύμφωνα με το οποίο ορίζεται ότι «η Τουρκία σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε από την ελληνική χούντα και να εισβάλλει στην Κύπρο».
Στη Νέα Υόρκη, το Συμβούλιο Ασφαλείας εγκρίνει το ψήφισμα 353 με το οποίο ζητεί κατάπαυση πυρός , πράγμα που συμβαίνει στο νησί μέχρι την δύση του ηλίου, ύστερα από μια ολοήμερη πρώτη, αιματηρή επιχείρηση στην περιοχή της Κερύνειας.

21.07.1974 Στις 6 το πρωί, η τουρκική αεροπορία επαναλαμβάνει το σφυροκόπημα των θέσεων της Εθνικής Φρουράς στη περιοχή της Κερύνειας, όπου έχει δημιουργήσει μικρό προγεφύρωμα. Ο Αμερικανός διαμεσολαβητής Τζόσεφ Σίσκο, ο οποίος απέτυχε να ματαιώσει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, επιστρέφει στην Άγκυρα και ανακοινώνει ότι η χούντα της Ελλάδας δέχεται την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών, ενώ ο ίδιος εγγυάται την απομάκρυνση του Νίκου Σαμψών. Η χούντα των Αθηνών αποσύρει τρία υποβρύχια που πλέον στην περιοχή της Κύπρου, ενώ αποφασίζει να αποστείλει μονάδα λοκατζήδων αεροπορικώς στο νησί.
Στις ακτές του Πέντε Μίλι της Κερύνειας, τουρκικά πολεμικά σκάφη συνεχίζουν να μεταφέρουν άντρες και στρατιωτικό υλικό που συγκεντρώνεται στο μικρό προγεφύρωμα που έχει διευρυνθεί μέχρι τα κράσπεδα της πόλης. Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου, με παρέμβαση των Αμερικανών, επιτυγχάνεται συμφωνία για κατάπαυση του πυρός μέχρι την επομένη, 22 Ιουλίου στις 4 το απόγευμα.

22.07.1974: Κατά τις αυγινές ώρες, φθάνουν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, Έλληνες λοκατζήδες με μεταγωγικά αεροπλάνα από την Κρήτη. Από λάθος, τα μέλη της Εθνικής Φρουράς που ελέγχουν την περιοχή, βάλλουν εναντίον τους, καταρρίπτοντάς τα και προκαλώντας την καταστροφή. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός που θα τεθεί σε εφαρμογή στις 4 το απόγευμα. Στην περιοχή της Κερύνειας, οι τουρκικές δυνάμεις υπερφαλαγγίζουν την πόλη και ενώνουν το προγεφύρωμά τους, με τον θύλακα Λευκωσίας- Αγίου Ιλαρίωνος.
Στην Ουάσινγκτον, ο Henry Kissinger δηλώνει πως δεν αποκλείεται η επιστροφή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην εξουσία. Στην Αθήνα, η χούντα καταρρέει. Η συμφωνία για κατάπαυση του πυρός εφαρμόζεται, αλλά όχι από τον τουρκικό στρατό, που σχεδιάζει αναίμακτη προέλασή του, για την διεύρυνση του προγεφυρώματός του, σε περιοχές που βρίσκονται κάτω από τις κάννες των όπλων του.

23.07.1974: Η Κερύνεια πέφτει στα χέρια των τουρκικών στρατευμάτων. Το 35ο έκτακτο πολεμικό ανακοινωθέν αναφέρει ότι «αι αντιστάσεις εσωτερικού εξουδετερώθησαν. Εις το βόρειον τμήμα της νήσου, αι ημέτεραι δυνάμεις αγωνισθείσαι μετά απάσου ηρωισμού και αγωνιστηκότητος, απέκρουον τα αλλεπάλληλα κύμαα αποβάσεως μέχρι και της 13ης ώρας της 22ας Ιουλίου του 1974. Ο εχθρός χρησιμοποιήσας ευρέως τας αεροπορικάς και ναυτικάς του δυνάμεις και ενισχύσας το προγεφύρωμα διά ισχυρών δυνάμεων συνέδεσε τον θύλακα Λευκωσίας- Αγύρτας μετά του προγεφυρώματος Κερυνείας».
Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, παραιτείται ο Νικόλαος Σαμψών και την Προεδρία της Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο Γλαύκος Κληρίδης. Στην Αθήνα, η στρατιωτική χούντα αρχίζει να καταρρέει. Ο δικτάτορας Ιωαννίδης, καλείται να αποχωρήσει και αποφασίζεται να παραχωρηθεί η εξουσία στους πολιτικούς. Η σκέψη στρέφεται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή που βρίσκεται αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Σε λίγες ώρες, ο Καραμανλής, αναχωρεί αεροπορικώς για την Αθήνα, όπου πλέον η χούντα πνέει τα λοίσθια.

24.07.1974: Στις δυόμιση μετά τα μεσάνυχτα, της 24ης Ιουλίου 1974 φθάνει από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και λίγες ώρες αργότερα ορκίζεται Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Σε διάγγελμα που έδωσε, υπόσχεται ότι θα υπερασπιστεί την Κύπρο.
Η τελευταία περνά δραματικές στιγμές. Οι πληγές είναι τεράστιες. Η Κερύνεια είναι διάσπαρτη από πτώματα που παραμένουν άταφα. Εκατοντάδες έχουν εγκλωβιστεί μαζί με τους εθνοφρουρούς που έχουν υπερφαλαγγισθεί από τα τουρκικά στρατεύματα. Εκατοντάδες μεταφέρονται στην παραλία Πέντε Μίλι και από εκεί οδηγούνται στην Τουρκία και ρίχνονται στα μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών ως αιχμάλωτοι πολέμου. Όσοι μεταφέρονται στις ελεύθερες περιοχές, αφηγούνται με συγκλονισμό τους βιασμούς και τις εκτελέσεις από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής.

25.07.1974: Κατά την έκτη ημέρα της εισβολής, η Τουρκία αποδέχεται για πρώτη φορά τριμερή διάσκεψη των Εγγυητριών Δυνάμεων που προγραμματίζεται να γίνει στη Γενεύη. Η Κύπρος περνά ώρες ανήσυχης ηρεμίας και αβεβαιότητας με την προσδοκία για πραγματική εκεχειρία και τερματισμό της εισβολής. Τα τουρκικά αποβατικά σκάφη, εκμεταλλεύονται κάθε λεπτό και συνεχίζουν να μεταφέρουν στην Κύπρο στρατιώτες και εξοπλισμό στην περιοχή Πέντε Μίλι.
Στην Αθήνα, συνεχίζεται με μεγάλη δυσκολία η διαδικασία για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Ο Καραμανλής επιτυγχάνει την συγκρότηση της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Η νέα κυβέρνηση κηρύσσει γενική αμνηστία και ανοίγει τις φυλακές, απελευθερώνοντας τους πολιτικούς κρατουμένους. Καταργείται η φυλακή της χούντας, στη νήσο Γυάρο. Η κυβέρνηση Καραμανλή προετοιμάζεται για τις κρίσιμες συνομιλίες της Γενεύης. Η εφημερίδα Ακρόπολις προβάλλει δήλωση του νέου Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μαύρου στην Ελλάδα ότι αναγνωρίζει μόνο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Αργά το απόγευμα, αρχίζει η διάσκεψη των Εγγυητριών Δυνάμεων με συμμετοχή των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μ. Βρετανίας.

26.07.1974: Στη διάσκεψη αυτήν, ο Υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας James Callaghan απευθύνει έκκληση στον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να σταματήσει κάθε προέλαση όλων των στρατευμάτων στην Κύπρο, πράγμα που ο δεύτερος όμως απορρίπτει και αξιώνει, όπως η Εθνική Φρουρά, εκκενώσει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά απορρίπτει κάθε αξίωση για αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων σε μια μελλοντική διευθέτηση για το κυπριακό.

Στην Κύπρο, ο τουρκικός στρατός εισβολής, συνεχίζει την προέλαση σε διάφορα σημεία της Κερύνειας, διευρύνοντας το προγεφύρωμά του, έως το προγεφύρωμά του, έως το βουνό του Πενταδάκτυλου. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών διαβίβασε μήνυμα προς τον Κ. Καραμανλή, διαβεβαιώνοντάς τον ότι οι ΗΠΑ θα υποστηρίξουν την εξεύρεση ειρηνικής λύσης στην Κύπρο και ότι θα ασκήσουν πίεση στο Αιγαίο.

27.07.1974: Η τριμερής διάσκεψη της Γενεύης πραγματοποιείται για Τρίτη μέρα, δίχως αποτελέσματα. Η Ελλάδα ζητεί την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής από την Κύπρο. Στο παρασκήνιο ενεργούν και οι ΗΠΑ, αλλά διαμηνύουν στη κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή ότι δεν έχουν έτοιμη λύση για το κυπριακό. Στην Αθήνα, ο Κ. Καραμανλής απέρριψε την πρόταση του Τούρκου ομολόγου του για να συναντηθούν.
Η Τουρκία εφαρμόζει τα στρατιωτικά σχέδια της εισβολής, δημιουργώντας τετελεσμένα επί του εδάφους. Το Associated Press μεταδίδει ότι η Τουρκία έχει αποβιβάσει στην Κύπρο μία μεραρχία 15.000 ανδρών, ένα τάγμα θωρακισμένων και μία μοίρα βαρέος πυροβολικού. Επίσης, τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, επιβεβαιώνουν την μεταφορά Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων, μεταξύ τους αμάχων, σε περιοχή της Λευκωσίας. Μεταδίδουν ακόμη τη μεταφορά εκατοντάδων άλλων, στην Τουρκία, στα Άδανα και ενδότερα, στην Αμάσεια. Σε ημερήσια διαταγή του, ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων εισβολής στην Κύπρο, αναφέρει ότι τουρκικές δυνάμεις, πράττουν το καθήκον τους…

28.07.1974: Ο τουρκικός στρατός εισβολής προβαίνει σε συνεχείς παραβιάσεις της προσωρινής εκεχειρίας, εδραιώνοντας τις θέσεις του. Έχει πλέον συνδέσει το προγεφύρωμα της Κερύνειας με τον Πενταδάκτυλο και τον θύλακα βορείως της Λευκωσίας. Ο τουρκικός στρατός απαγορεύει στην UNFICYP ( στους γνωστούς και ως «κυανόκρανους») να ενισχύσει την παρουσία του αμάχου πληθυσμού στις περιοχές που κατέλαβαν. Απαιτεί να προστατευτούν χωρίς περιορισμούς οι τουρκοκυπριακοί θύλακες στις περιοχές που ελέγχει η Εθνική Φρουρά.
[Η UNFICYP είναι η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, γνωστή και ως «Ειρηνευτική Δύναμη ΟΗΕ Κύπρου» και αποτελεί μια ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ στον κόσμο που είχε μεγάλη διάρκεια ζωής. Ως προς τις ειρηνευτικές αποστολές από άποψη διεθνούς δικαίου πρέπει να σημειωθεί ότι « αποτελούν μια από τις σημαντικές πρωτοβουλίες που αναπτύσσει το Συμβούλιο Ασφαλείας για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Πρόκειται για τη δημιουργία ειρηνευτικών επιχειρήσεων (peacekeeping operatiοns) ή αλλιώς επιχειρήσεων υποστήριξης της ειρήνης (peace support operations). Οι επιχειρήσεις αυτές δεν προβλέπονται ρητά στον ΧΗΕ, ωστόσο θεμελιώνονται σ’ αυτόν και αποτελούν ιστορικά τον πιο ευέλικτο τρόπο αντιμετώπισης και διαχείρισης των κρίσεων που απειλούν την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Τοποθετούνται ανάμεσα στα Κεφάλαια 6 και 7 του Χάρτη, σε ένα άτυπο 6 ½ που προσεγγίζει το Κεφάλαιο 7 όταν οι επιχειρήσεις αυτές εξουσιοδοτούνται με την χρήση βίας. Είναι μια επιλογή που σχεδιάστηκε από ανάγκη κι αντιμετωπίζονται ως ένα ad hoc εργαλείο υποκατάστασης του συστήματος συλλογικής ασφάλειας που επινοήθηκε κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [.] Συνολικά είναι ένα εργαστήρι διαρκούς ανανέωσης και αναζήτησης αποτελεσματικότερων τρόπων για να υπηρετηθεί και να ανοικοδομηθεί η ειρήνη. Η επιτυχία τους εξαρτάται από τη σαφήνεια της εντολής τους και την ενεργή υποστήριξή τους από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Οι ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα ανήσυχες, η Σοβιετική Ένωση διαμαρτύρεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ η κατάσταση στο μέτωπο για την Εθνική Φρουρά είναι δραματική. Στη Γενεύη συνεχίζεται η τριμερής διάσκεψη για τρίτη ημέρα, κατά την διάρκεια της οποίας η Τουρκία θέτει προσχηματικά απαιτήσεις για αποκατάσταση του Συντάγματος της Ζυρίχης, ενώ αξιώνει την επανασύσταση και ενίσχυση των τουρκοκυπριακών θυλάκων.

29.07.1974: Ο τουρκικός στρατός λεηλατεί την Κερύνεια, ενώ σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας αναφέρεται η αποσυντεθειμένη κατάσταση του στρατού. Ο Μακάριος συναντάται στην Ουάσινγκτον με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών που κρατά ψυχρή στάση. Ακόμη, δημοσίευμα της Ακρόπολις αναφέρει ότι ο πρέσβης της ΗΠΑ στην Αθήνα, εισηγήθηκε την επέμβαση του 6ου αμερικανικού στόλου για τον τερματισμό των εχθροπραξιών στην Κύπρο.
Στη Γενεύη οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται με την Τουρκία να έχει αδιάλλακτη στάση και να προβάλει συνεχώς νέες αξιώσεις για εκτενή γεωγραφικό διαχωρισμό. Απαιτεί την χάραξη μιας γραμμής με εύρος 16 χιλιομέτρων, ως προέκταση της πράσινης γραμμής της Λευκωσίας. Διαφωνούν τόσο η Ελλάδα, όσο και η Μ. Βρετανία. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι οι τουρκικές αξιώσεις δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτές από οποιαδήποτε ελληνική ή κυπριακή κυβέρνηση.

30.07.1974: Οι Τούρκοι συνεχίζουν να εδραιώνουν τις θέσεις τους στις περιοχές που κατέλαβαν, αποστέλλοντας συνεχώς στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο. Ο Ραούφ Ντενκτάς υποστηρίζει ότι οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ δεν έχουν δικαίωμα να κινούνται σε περιοχές που κατέχει ο τουρκικός στρατός. Η Ελλάδα ζητεί έκτακτη σύγκληση του ΝΑΤΟ σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών, αλλά ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ της απαντά ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγω θερινών διακοπών!

Στη Γενεύη, η Τουρκία εκμεταλλεύεται προς όφελός της την κοινή διακήρυξη των άλλων δύο Εγγυητριών Δυνάμεων για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στο νησί, για την επίτευξη της οποίας η δημιουργία δύο αυτόνομων χωριστών διοικήσεων. Έγινε λόγος για μια ζώνη ασφαλείας, η έκταση της οποίας θα καθοριστεί σε συνεργασία με την UNFICYP.

Ο Μακάριος από το Λονδίνο δηλώνει ότι θα επιστρέψει στην Κύπρο, αλλά όχι πριν η Αθήνα ανακαλέσει τους αξιωματικούς της, οι οποίοι διενήργησαν το πραξικόπημα.

31.07.1972: Οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη της Γενεύης φαίνονται αισιόδοξοι για την εύρεση λύσης, αλλά στη Κύπρο τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο τουρκικός στρατός εισβολής βομβαρδίζει ανελέητα και προελαύνει προς τον Καραβά και τη Λάπηθο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης καταγγέλλει την Τουρκία στα Ηνωμένα Έθνη. Οι συνέπειες του εκτοπισμού αμάχων γίνονται δραματικές. Ο διεθνής Ερυθρός Σταυρός ετοιμάζεται για τη διανομή στους πρόσφυγες αντίσκηνων, κρεβατιών και κουβερτών, ενώ η αμερικανική πρεσβεία αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας.

01.08.1974: Το Συμβούλιο Ασφαλείας εγκρίνει το Ψήφισμα 355 ευελπιστώντας σε εφαρμογή της συμφωνίας της Γενεύης. Ζητεί σεβασμό της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Ο Μακάριος διατυπώνει την εκτίμηση ότι με τη συμφωνία της Γενεύης η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων είναι αόριστη. Ο δε Πρωθυπουργός της Τουρκίας θεωρεί ότι η διάσκεψη επιβεβαίωσε το δικαίωμα της Τουρκίας για επέμβαση στη Κύπρο. Οι πραγματικές τουρκικές προθέσεις επιβεβαιώνονται. Ο τουρκικός στρατός εισβολής προελαύνει κατά μήκος του παραλιακού μετώπου της Κερύνειας, με κύριο θέατρο φονικών μαχών τον Καραβά, τη Λάπηθο και τη Βασίλεια.
Στο ξενοδοχείο «Dome» στη Κερύνεια, εκατοντάδες αμάχων βρίσκονται εγκλωβισμένοι χωρίς τρόφιμα.

02.08.1974: Οι μάχες γίνονται ακατάπαυστα και ο τουρκικός στρατός προχωρεί προς το Αγριδάκι και στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου. Το τουρκικό πρακτορείο «Ανατολή» δημοσιεύει εξευτελιστικές φωτογραφίες 783 Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών αιχμαλώτων στις φυλακές των Αδάνων. Ο κυπριακός τύπος καταγράφει μαρτυρίες για τις εκατόμβες των νεκρών και τη φρίκη του πολέμου στα δυτικά της Κερύνειας. Στην Άγκυρα, ο Τούρκος Πρωθυπουργός δηλώνει κομπαστικά ότι η Κερύνεια θα παραμείνει τουρκική. Στη Νέα Υόρκη, το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφασίζει την διεύρυνση του ρόλου της UNFICYP στην Κύπρο.
Στην Αθήνα, ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης τίθεται σε διαθεσιμότητα, μια ένδειξη ότι ο Κ. Καραμανλής αποκτά κάποιον έλεγχο της κατάστασης. Ο Κ. Καραμανλής προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον Μακάριο για τους περαιτέρω χειρισμούς.

03.08.1974: Τα στρατεύματα εισβολής προωθούνται συνεχώς στην επαρχία της Κερύνειας και στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου, επεκτείνοντας τη ζώνη κατοχής. Ο Κ. Καραμανλής συγκαλεί σε σύσκεψη τους αρχηγούς των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και εξετάζει τη δυνατότητα για κήρυξη πολέμου με την Τουρκία. Οι στρατηγοί δηλώνουν ότι η Τουρκία έχει τη στρατιωτική υπεροπλία σε όλα τα όπλα. Ο Κ. Καραμανλής ζητεί εναλλακτικά να εξεταστεί η αποστολή ισχυρής μεραρχίας στην Κύπρο για να υπάρξει κάποια λογική στρατιωτική ισορροπία απέναντι στους εισβολές. Οι Έλληνες στρατιωτικοί δηλώνουν και πάλι αδυναμία. Μια τέτοια αποστολή διατρέχει τον κίνδυνο προσβολής από την τουρκική αεροπορία και τον τουρκικό στόλο. Χρειάζονται ακόμη 6-10 ημέρες για να επιβιβαστούν σε πλοία.

Η Κύπρος έχει μόνη ελπίδα μία εκεχειρία. Η Επιτροπή στρατιωτών εμπειρογνωμόνων της Βρετανίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και των Ηνωμένων Εθνών επιχειρεί να καταλήξει σε καθορισμό ζωνών κατάπαυσης του πυρός.

04.08.1974: Η βιαιότητα του πολέμου απ’ όπου πέρασε ο τουρκικός στρατός εισβολής είναι απερίγραπτη. Ορισμένα τμήματα της Εθνικής Φρουράς και της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου αντιστέκονται με λιγοστά μέσα και πυρομαχικά, κυρίως στη περιοχή της Λαπήθου. Ο Γλαύκος Κληρίδης ταξιδεύει στην Αθήνα και συναντά τον Κ. Καραμανλή. Καταγγέλλει λεηλασίες, βιασμούς, εκτελέσει και μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Ραούφ Ντενκτάς μεταβαίνει στη Τουρκία και ζητεί πλήρη ομοσπονδία. Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ υποστηρίζει ότι μία τελική λύση στην Κύπρο πρέπει να είναι κατά πρώτον και κύριο λόγο αποδεκτή και επιθυμητή από τους Τουρκοκυπρίους.

05.08.1974: Μέσα στη λαίλαπα του πολέμου, η κυπριακή βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά το Πραξικόπημα, προεδρεύοντος του Τάσσου Παπαδόπουλου. Η βουλή εκφράζει στήριξη στο δύσκολο έργο του Γλαύκου Κληρίδη. Επίσης, φθάνει στη Λευκωσία ο Αμερικανός βοηθός του Υπουργείου Εξωτερικών. Τα δε ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία περιγράφουν με μελανά χρώματα συγκλονιστικές ιστορίες δολοφονιών και βιαιοπραγιών, από τον τουρκικό στρατό κατοχής. Η Ελλάδα καταγγέλλει την Τουρκία ότι επιδιώκει την εκρίζωση των κατοίκων των ελληνοκυπριακών χωριών στην περιοχή της Κερύνειας. Συγχρόνως δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόοδος για χάραξη γραμμών κατάπαυσης του πυρός. Ο δε τουρκικός στρατός εισβολής σφυροκοπά τις τελευταίες εστίες αντίστασης στη βόρεια πλευρά του Πενταδακτύλου.

06.08.1974: Δραματική είναι η κατάσταση για τα λιγοστά συντεταγμένα τμήματα της Εθνικής Φρουράς στην ευρύτερη περιοχή της Κερύνειας. Το 256 Τάγμα Πεζικού αμύνεται στη Λάπηθο. Δέχεται καταιγιστικά πυρά από τον τουρκικό στρατό για δώδεκα ώρες. Τα Ηνωμένα Έθνη επιβεβαιώνουν τις λεηλασίες και τις καταστροφές στη Κερύνεια και στη πράσινη γραμμή στη Λευκωσία. Η Κύπρος γίνεται αντικείμενο διπλωματικών διαξιφισμών των υπερδυνάμεων. Η Σοβιετική Ένωση διαμαρτύρεται προς την Ουάσινγκτον διότι στη περίπτωση της Κύπρου παραγνώρισε τον συμφωνηθέντα μηχανισμό για συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών για την αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων.

07.08.1974: Ο τουρκικός στρατός εισβολής συνεχίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις, διευκολύνοντας τον έλεγχο των χωριών της επαρχίας της Κερύνειας αλλά και νότια του Πενταδακτύλου. Πέφτει η Λάπηθος, η Βασίλεια, το Αγριδάκι και ο Κοντεμένος. Υποστηρίζεται ότι ο αριθμός των εκτοπισμένων αμάχων στις δύο και πλέον εβδομάδες του πολέμου ξεπέρασε τους 30.000. Καθώς επεκτείνεται ο τουρκικός στρατός στον Πενταδάκτυλο, οι στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Βρετανίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και των Ηνωμένων Εθνών συμφωνούν σε νέα γραμμή κατάπαυσης του πυρός από την περιοχή του Γερόλακκου μέχρι τη Λευκωσία.
Ο Γλαύκος Κληρίδης ανακοινώνει συμφωνία μέσω του Ερυθρού Σταυρού για απόλυση στρατιωτών, αιχμαλώτων και αμάχων. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός δίνει διαβεβαιώσεις ότι οι κατάλογοι των Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων που μεταφέρθηκαν στη Τουρκία, δόθηκαν στο διεθνή Ερυθρό Σταυρό στη Γενεύη.

08.08.1974: Στο μέσο της κυπριακής τραγωδίας, ο Γλαύκος Κληρίδης αντιμετωπίζει προβλήματα με τους πραξικοπηματίες. Θέλουν να τον αποτρέψουν να μεταβεί στη Γενεύη, σε νέο γύρο διαπραγματεύσεων. Προβαίνει σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης και αναλαμβάνει ο ίδιος τα υπουργεία Εσωτερικών και Εξωτερικών. Προγραμματίζεται και δεύτερη διάσκεψη στη Γενεύη στην οποία συμμετέχουν και εκπρόσωποι από τις δύο κοινότητες.
Στο διεθνές πεδίο, η Σοβιετική Ένωση ζητεί από τον Πρόεδρο Νίξον να τηρήσει την αμερικανό-σοβιετική συμφωνία για την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Όμως ο Αμερικανός Πρόεδρος παραιτείται εξαιτίας του σκανδάλου «Watergate».
Στο μέτωπο του πολέμου, ο τουρκικός στρατός εδραιώνει τις θέσεις του νοτίων του Πενταδάκτυλου, ενώ για σκοπούς εντυπώσεων, αφήνει ελεύθερους ορισμένους αιχμαλώτους που κρατούνταν στην Τουρκία.

09.08.1974: Ο τουρκικός στρατός εισβολής κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας, επεξέτεινε τις επιχειρήσεις στα δυτικά της Κερύνειας μέχρι τα Πάναγρα. Στις στρατιωτικές διαβουλεύσεις με την συμμετοχή της UNFICYP, ο Τούρκος αντιπρόσωπος αξιώνει την απομάκρυνση της Εθνικής Φρουράς από όλους τους τουρκοκυπριακούς θύλακες που ελέγχει και θέτει προθεσμία ως την 10η Αυγούστου. Στο ζήτημα της ανταλλαγής αιχμαλώτων και απελευθέρωσης των πολιτών, επέρχεται συμφωνία σε κοινή δήλωση. Ο τουρκικός στρατός μεταφέρει αιχμαλώτους από το Σεράγιο στην Λευκωσία, στο ξενοδοχείο «Dome» της Κερύνειας.

Η πρώτη φορά της νέας διάσκεψης της Γενεύης περνάς ατελέσφορη. Στο διεθνές πεδίο, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας προσπαθεί να πείσει τον Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Εκείνος τον ενημερώνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο και ότι η Τουρκία έχει ζητήσει την αποχώρηση της UNFICYP από τις περιοχές που κατέλαβε ο τουρκικός στρατός εισβολής.

10.08.1974: Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon διαβιβάζει μήνυμα στον Κ. Καραμανλή ότι εργάζεται για ταχεία επίλυση του κυπριακού. Όμως Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ διαπιστώνει ότι αφίστανται πολύ οι θέσεις των δύο πλευρών στο θέμα της Κύπρου. Στη Γενεύη, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι γνωρίζει την ύπαρξη ενός μόνο κυπριακού Συντάγματος, αυτού του 1960. Αλλά ο Τούρκος Πρωθυπουργός της εισβολής, αξιώνει γεωγραφικό διαμελισμό της Κύπρου. Μάλιστα, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει στη Γενεύη ότι δεν δεσμεύεται πλέον από τη διακήρυξη της πρώτης διάσκεψης και ότι το κυπριακό Σύνταγμα του 1960 δεν ισχύει.
Ο Γλαύκος Κληρίδης ζητεί την αποκατάσταση του Συντάγματος του 1960, ενώ ο Ραούφ Ντενκτάς εισηγείται λύση του κυπριακού σε γεωγραφική βάση. Οι προθέσεις της Τουρκίας στη Γενεύη αντιστοιχούν προς τις βιαιότητες του πολέμου επί του εδάφους, όπου αναπτύσσεται ο τουρκικός στρατός εισβολής. Η κατάσταση αρχίζει να αποσταθεροποιείται στην Αμμόχωστο, όπου η UNFICYP απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια από την προστασία του λιμανιού της πόλης δίπλα από τον τουρκοκυπριακό θύλακα.

11.08.1974: Κατά την Τρίτη μέρα της διάσκεψης, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών διατυπώνει προς τον Βρετανό ομόλογό του την πρόθεση της Ελλάδας και της Κύπρου για σταδιακή εκκένωση των τουρκοκυπριακών θυλάκων. Το προσφυγικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, είναι τεράστιο. Χιλιάδες έχουν εκριζωθεί από τα σπίτια τους. Πρόχειροι καταυλισμοί δημιουργούνται σε διάφορες περιοχές για να καλυφθούν οι επείγουσες ανάγκες του εκτοπισμένου πληθυσμού. Ο κάθε πρόσφυγας έχει και μία δραματική ιστορία να αφηγηθεί. Οι συγγενείς των αγνοουμένων οργανώνονται για να βρουν τους δικούς τους. Καταγγέλλου ότι εκατοντάδες είναι αυτοί που δεν περιλαμβάνονται στους καταλόγους αιχμαλώτων που δόθηκαν στον Ερυθρό Σταυρό και κρατούνται στη Τουρκία.
Στην Αθήνα, εντοπίζονται κινήσεις στις τάξεις του στρατού για να ανατραπεί ο Κ. Καραμανλής. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός συγκαλεί σύσκεψη στην οποία καλεί τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων να εξουδετερώσουν κάθε κίνηση.

12.08.1974: Ο Γλαύκος Κληρίδης επιδίδει ανεπίσημα στην τουρκική πλευρά σχέδιο λύσης. Προβλέπει διατήρηση του διακοινοτικού χαρακτήρα της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο και κατανομή εξουσιών μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αυτόνομων κοινοτικών διοικήσεων. Ο Ραούφ Ντενκτάς υποβάλλει δικό του σχέδιο με το οποίο αξιώνει «τουρκοκυπριακό» κράτος με 34% του εδάφους της Κύπρου, βόρεια της γραμμής Λευκωσίας- Αμμοχώστου. Αντίστοιχες θέσεις καταθέτει ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Ντουράν Γκιουνές. Αξιώνει αυτόνομη τουρκοκυπριακή ζώνη με 34% του εδάφους. Τις τουρκικές προτάσεις απορρίπτει αμέσως ο Γλαύκος Κληρίδης.
Στην Κύπρο, ο αναπληρών τον Γλαύκο Κληρίδη αδελφός του Ξάνθος Κληρίδης, ανακοινώνει ότι η Εθνική Φρουρά έχει αποχωρήσει από τις τουρκικές συνοικίες Λάρνακας και Πάφου και από τα τουρκικά χωριά της επαρχίας Λεμεσού και Πάφου.

13.08.1974: Ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η διάσκεψη, η Τουρκία έχοντας επιβάλλει τα τετελεσμένα επί του εδάφους και συγκεντρώνοντας ισχυρή δύναμη πυρός, αξιώνει εκκένωση από τους Έλληνες Κυπρίους του 34% του κυπριακού εδάφους που να καλύπτει το βόρειο τμήμα του νησιού. Έως το βράδυ οι συνομιλίες φθάνουν σε κρίσιμο σημείο και γίνεται φανερό ότι επίκειται η κατάρρευσή τους. Η Τουρκία επιμένει σε αποδοχή των αξιώσεών της με κατάληψη του 34% επί του κυπριακού εδάφους. Ο Γλαύκος Κληρίδης προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και ζητεί 48ωρη διακοπή των συνομιλιών, όπως και ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών. Η Τουρκία όμως απορρίπτει τις εισηγήσεις και βάζει τελεσίγραφο αποδοχής των προτάσεών της.

Οι συνομιλίες καταρρέουν. Ο Ντουράν Γκιουνές επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον Τούρκο Πρωθυπουργό αναφέροντάς του συνθηματικά ότι «η Αϋσέ μπορεί να πάει διακοπές…». Το μήνυμα σήμαινε ότι μπορεί να αρχίσει αμέσως η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Τα τουρκικά άρματα μάχης ετοιμάζονται να προελάσουν προς δύο κατευθύνσεις, προς την Αμμόχωστο ανατολικά και προς την Μόρφου δυτικά.

14.08.1974: [ΑΤΤΙΛΑΣ ΙΙ] Χαράματα αρχίζει η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ο τουρκικός στρατός εισβολής κινείται από τη Λευκωσία, ανατολικά προς τη Μια Μηλιά, την Κυθρέα, τη Μεσαορία και την Αμμόχωστο και δυτικά προς τη Μόρφου. Στη Λευκωσία βομβαρδίζονται μεταξύ άλλων το ΡΙΚ, η Σχολή Γρηγορίου και η Σχολή Τέρρα Σάντα. Ο Πρόεδορς Μακάριος με διάγγελμά του, καταδικάζει την τουρκική βαρβαρότητα και καλεί τους πολιτισμένους λαούς να βοηθήσουν τον κυπριακό λαό. Ο Γλαύκος Κληρίδης αναχωρεί από τη Γενεύη, επιστρέφοντας στη Κύπρο μέσω Αθηνών. Ο Κ. Καραμανλής του αναφέρει ότι είναι αδύνατη η αποστολή βοήθειας στην Κύπρο. Ο Υπουργός Άμυνας της Ελλάδος Ευάγγελος Αβέρωφ, καλεί τους ξένους πρέσβεις των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και διαμαρτύρεται για την καταρράκωση του Συμβουλίου Ασφαλείας από τους Τούρκους.

Η Ελλάδα αποχωρεί από το ΝΑΤΟ. Απορρίπτει επείγουσα μετάβαση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ στην Αθήνα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας απευθύνει έκκληση για κατάπαυση του πυρός. Στην Ουάσινγκτον συνέρχεται η Επιτροπή Άμεσης Επέμβασης υπό τον Πρόεδρο Ford. Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών καταδικάζει την τουρκική στάση που οδήγησε σε ναυάγιο, τη διάσκεψη της Γενεύης.

15.08.1974: Η προέλαση του Αττίλα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη από τα χαράματα. Τα τουρκικά άρματα μάχης, υποστηριζόμενα από μονάδες του πεζικού και της αεροπορίας, καταλαμβάνουν ένα μετά το άλλο τα χωριά προς την Αμμόχωστο και στη Μόρφου. Η Εθνική Φρουρά δεν μπορεί να προβάλει καμία αντίσταση. Το μεσημέρι τα τουρκικά άρματα περικυκλώνουν την Αμμόχωστο και τη Μόρφου, έχοντας επεκτείνει τη γραμμή κατοχής με βάση τα σχέδια της δεύτερης εισβολής.

Στην Αθήνα, η κυβέρνηση Καραμανλή εξετάζει και πάλι το ενδεχόμενο αποστολής μιας μεραρχίας στην Κύπρο. Επιζητεί να εξασφαλίσει προστασία της νηοπομπής από τη Βρετανία ως Εγγυήτρια Δύναμη, για την προστασία των Ελληνοκυπρίων. Το μεσημέρι, ο Κ. Καραμανλής σε διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, παραδέχεται και δημόσια ότι δεν μπορεί να βοηθήσει την Κύπρο. Στην Ουάσινγκτον, εκπρόσωπος του State Department αποδοκιμάζει τη νέα τουρκική εισβολή. Προειδοποιεί ότι θα επιβάλει εμπάργκο όπλων στην Άγκυρα και στην Αθήνα σε περίπτωση μεταξύ τους ένοπλης σύρραξης.

16.08.1974: Ο τουρκικός στρατός εισβολής ολοκληρώνει την κατάληψη της Αμμοχώστου και της Μόρφου. Κατά τις πρωινές ώρες, ο Γλαύκος Κληρίδης επιστρέφει στην Κύπρο μέσω Μάλτας στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών καλεί τον Κ. Καραμανλή για διαβουλεύσεις. Ο Καραμανλής απαιτεί από τους Αμερικανούς να πιέσουν την Τουρκία, να εκκενώσει την Αμμόχωστο και να αποσυρθούν στη συμφωνηθείσα γραμμή κατάπαυσης του πυρός, της 9ης Αυγούστου. Μέχρι τις 6 το απόγευμα, ο τουρκικός στρατός χαράσσει οριστικά τη γραμμή του «Αττίλα». Συμφωνεί σε κατάπαυση του πυρός, μόνο όταν ολοκληρώνει την κατάληψη του 36% του εδάφους της Κύπρου. Όλη η βόρεια περιοχή της Κερύνειας μέχρι την Καρπασία, ο Πενταδάκτυλος, η Μόρφου και η Αμμόχωστος μαζί με τα χωριά που βρίσκονται στις πεδιάδες της Μόρφου και της Μεσαορίας. Το δράμα της Κύπρου συμπληρώνεται προκαλώντας ανείπωτο πόνο στον κυπριακό λαό με χιλιάδες νεκρών, αιχμαλώτων και αγνοουμένων.
Πρόσφυγες, καταυλισμοί, απώλεια οικονομικών πόρων, τα πάντα χάθηκαν. 20.000 εγκλωβίζονται στα χωριά της Καρπασίας, της Μεσαορίας και της Μόρφου, ενώ χιλιάδες άλλοι οδηγούνται σε φυλακές της Τουρκίας. Από αυτούς, 1619 δεν γύρισαν ποτέ, μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων και αποτέλεσαν τον τραγικό κατάλογο των αγνοουμένων… Εκατοντάδες Ελληνοκυπρίων έπεσαν στο πεδίο της τιμής, στη λιγοστή αντίσταση που μπόρεσαν να προβάλλουν με τα ανύπαρκτα μέσα που διέθεταν. Άλλες τρεις περίπου χιλιάδες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ ή δολοφονήθηκαν από τους εισβολείς.

ΙΙΙ. ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ «ΑΝΑΝ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ
Τον Δεκέμβριο 1999, ξεκίνησαν ξανά εκ του σύνεγγυς συνομιλίες για προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ο Ραούφ Ντενκτάς και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Ανάν με ειδικό του Σύμβουλο για τον Κυπριακό τον Άλβαρο ντε Σότο. Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε Σχέδιο για συνολική επίλυση του Κυπριακού. Η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σήμερα σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002 και το δεύτερο αναθεωρημένο σχέδιο στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Αννάν ΙΙ).

Στις 26 Φεβρουαρίου 2003 υποβλήθηκε Ανάν ΙΙΙ. Ακολούθησε η εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003. Τον Μάρτιο του 2004 παρουσιάστηκε η πέμπτη και τελική μορφή του σχεδίου. Παρότι ήθελε ο Κόφι Ανάν να παρουσιάσει ένα σχέδιο προερχόμενο μόνο από τις διαπραγματεύσεις των δυο κοινοτήτων, προ του συνεχιζόμενου αδιεξόδου, αναγκάστηκε να τελειώσει το κείμενο μόνος του.
Το σχέδιο Ανάν ήταν ένα ισορροπημένο σχέδιο βασισμένο σε συμβιβασμούς ανάμεσα στις θέσεις των δυο κοινοτήτων. Θα δημιουργείτο μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, που στην ουσία ήταν ένα υβριδικό σύστημα ανάμεσα στην Ομοσπονδία (που παραδοσιακά ζητούσαν οι Ελληνοκύπριοι) και την Συνομοσπονδία (που παραδοσιακά ζητούσαν οι Τουρκοκύπριοι). Το μοντέλο του Βελγίου και της Ελβετίας ήταν τα εγγύτερα παραδείγματα.

Προεδρία: Εναλλαγή προέδρων ελληνοκύπριων/τουρκοκύπριων ανά θητεία.
Άνω Βουλή, θα υπήρχε 50%-50% αντιπροσώπευση,
Κάτω βουλή, θα υπήρχε αναλογία πληθυσμού (όπως και στο υπουργικό συμβούλιο και στα ινστιτούτα του κράτους)
Ζήτημα 3 ελευθεριών
Ελευθερία διακίνησης: Κανένας περιορισμός
Ελευθερία εγκατάστασης: Με περιορισμούς για να παραμείνει διζωνικό το νέο κράτος, μέχρι την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη ή για Χ χρόνια.
Ελευθερία της ιδιοκτησίας: Με περιορισμούς για να παραμείνει διζωνικό το νέο κράτος, μέχρι την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη ή για Χ χρόνια.

Αναλογία εδάφους
72:28

Στρατός

Παραμένουν 650 Τούρκοι και 950 Έλληνες στρατιώτες, όπως στην συνθήκη εγγυήσεων του 1960.

Εκτοπισμένοι και περιουσιακό
Το σχέδιο προνοούσε μια περίπλοκη φόρμα όπου ορισμένοι εκτοπισμένοι θα εγκατασταθούν ξανά στις οικίες τους, ενώ άλλοι είτε θα τους αποδοθεί η περιουσία τους, είτε θα είχαν οικονομική αποκατάσταση.

Έποικοι

Θα παρέμειναν 45 χιλιάδες Τούρκοι έποικοι. Τα κριτήρια θα ήταν εάν ήταν παντρεμένοι, πόσα χρόνια κατοικούσαν στην Κύπρο, επάγγελμα κτλ. Μια παρόμοια λίστα θα υπήρχε και για τους Έλληνες.

Όπως φάνηκε στις διαπραγματεύσεις, η κυριότερη διαφωνία ήταν η ουσία της συνολικής διευθέτησης: Η δημοκρατία της Κύπρου θα παρέμενε ως κρατική οντότητα ή θα υπήρχε ένα νέο κράτος στην θέση του, το οποίο θα αποτελείται από δυο πολιτείες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά ζητούσε την πρώτη εκδοχή και η τουρκοκυπριακή την δεύτερη.

Ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους υπήρχε γενικότερος ενθουσιασμός υπέρ του σχεδίου, καθώς ήλπιζαν στον τερματισμό του διεθνούς αποκλεισμού τους, αν και ο ιστορικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς απέρριψε το πλάνο. Το σχέδιο το απέρριψαν και οι Γκρίζοι Λύκοι. Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή κράτησε ουδέτερη θέση, ωστόσο ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιώργος Παπανδρέου υποστήριξε το σχέδιο, καθώς ο ίδιος ήταν Υπουργός Εξωτερικών κατά τις διαπραγματεύσεις του σχεδίου. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Τουρκία, του Ταγίπ Ερντογάν, υποστήριξαν το σχέδιο. Το σχέδιο υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2004 σε δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα, απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους, με ποσοστό 76% καθώς μόνο 24% το υπερψήφισε, ενώ εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε ποσοστό 62%.

Επιλογικά, το Κυπριακό είναι ένα θέμα που δεν μπορεί να επιλυθεί με διαδικασίες εξπρές, λόγω της σοβαρότητάς του και των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων που διακυβεύονται. Δυστυχώς, ζούμε σε μια επικίνδυνη εποχή κατά την οποία η μακροχρόνια οικονομική κρίση, ο πολιτικός αμοραλισμός, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και η πολιτιστική παρακμή έχουν οδηγήσει στη μεγαλύτερη μεταπολιτευτική κρίση την Δημοκρατία μας. Ειδικά υπό αυτές τις συνθήκες που βιώνουμε, δεν έχουμε την δυνατότητα να διαπραγματευτούμε με πλεονεκτικούς όρους για εμάς για την επίλυση του Κυπριακού και να καταφέρουμε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ καλά ενημερωμένοι, προσεκτικοί, επιφυλακτικοί, οξύνοες, μετριοπαθείς και ρεαλιστές, πράγμα που μπορούσε να πράξουμε μέσα από την μελέτη της πλούσιας ιστορίας μας.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος