Έχουν συμπληρωθεί 116 χρόνια από την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η Ένωση αυτή έγινε μετά από μακροχρόνιες κοπιώδεις προσπάθειες, ένοπλες εξεγέρσεις, αγώνες, αιματηρές θυσίες, φρικτά βασανιστήρια, βιαιοπραγίες, βανδαλισμούς και απογοητεύσεις. Είναι λοιπόν αδήριτη ανάγκη το να γνωρίζουμε όλοι μας, την ιστορία της χώρας μας, η οποία σήμερα περιφρονείται, κατακρεουργείται και βρίσκεται οικονομικά υποτελής στις μεγάλες δυνάμεις.

       Είναι απαραίτητο το να γνωρίζουμε την ιστορία μας γιατί είναι η πιο πολύτιμη κληρονομιά μας και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που δεν μπορεί να εκτιμηθεί με χρηματικούς υπολογισμούς, ούτε φυσικά και να πωληθεί για κανέναν λόγο, με κανένα μέσο και για κανέναν μα κανέναν σκοπό. Είναι αναγκαίο το να γνωρίζουμε την ιστορία μας, καθώς ζούμε σε μια εποχή άκρατου πολιτικού αμοραλισμού και αντιστρόφως ανάλογης οικονομικής κρίσης του ελληνικού πληθυσμού.

      Είναι sine qua non στοιχείο για την ιστορική επιβίωσή μας η εκμάθηση της ιστορίας μας, στη σύγχρονη εποχή της αθρόας προσέλευσης παράτυπα εισερχόμενων μεταναστών και προσφυγικών ροών που δεν μπορεί η ελληνική κοινωνία να απορροφήσει, λόγω των δικών της προβλημάτων. Γι’ αυτό και στη παρούσα έρευνα θα γίνει εκτενής αναφορά στο Κρητικό Ζήτημα.

  1. Η Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ  ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1669 – 1830 ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ  ΣΦΑΓΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21

Α. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

        Η Κρήτη ήταν το τελευταίο τμήμα του ελληνικού χώρου που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, πράγμα που επιτεύχθηκε ύστερα από πολύχρονες, πολύνεκρες και μεγάλες μάχες και παρά τις προσπάθειες των Βενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού. Άλλωστε, με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204 από τους σταυροφόρους, η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο τον Μονφερράτικο, ο οποίος στη συνέχεια την πούλησε στους Βενετούς έναντι 1000 μάρκων αργύρου. Έτσι λοιπόν, οι Τούρκοι κατέλεβαν τελικά στις 22 Αυγούστου του 1654 την πόλη των Χανίων και το 1669 την πόλη του Χάνδακα (Ηράκλειο). Η Τουρκοκρατία είχε ως επακόλουθο να βυθιστεί και η Κρήτη σε ένα βαθύ καθ’ όλα σκοτάδι. Το χριστιανικό στοιχείο κατά την περίοδο αυτή ενωμένο αντιστεκόταν με θυσίες και αίμα στον Οθωμανό κατακτητή.

       Από τα πρώιμα κιόλας χρόνια της τουρκοκρατίας, άρχισε η αντίσταση κατά του κατακτητή, πότε με τη βοήθεια των Βενετών στα Χανιά το 1692 και πότε με την ενθάρρυνση των Ρώσων, στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1869. Όμως όλες οι εξεγέρσεις καταλήγουν σε αποτυχία, με μεγαλύτερες κάθε φορά καταπιεστικές συνέπειες για τους υποδούλους.

Β. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ’21 ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ

          Στο μεγάλο αγώνα του 1821 και η Κρήτη δεν έλειψε από το μεγάλο ξεσηκωμό. Ακόμη, είναι βέβαιο ότι οι αρχηγοί της Φιλικής Εταιρείας δεν προγραμμάτισαν ή δεν μπόρεσαν να οργανώσουν συστηματικά τον επαναστατικό ευαγγελισμό στην ακραία αυτή περιοχή του ελληνισμού, εξαιτίας των δυσμενών τοπικών συνθηκών και της μεγάλης απόστασης. Εντούτοις τα κηρύγματα της Εταιρείας είχαν φθάσει και στην Κρήτη και πολλοί επιφανείς Κρήτες ιερωμένοι, έμποροι και διανοούμενοι, που ζούσαν στην Πόλη ή στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, είχαν νωρίς μυηθεί. 

       Στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας μυήθηκε την 1 Σεπτεμβρίου 1816 ο Κρητικός λόγιος Εμμανουήλ Βερνάρδος, που είναι ο πρώτος επίσημος κήρυκας της Φιλικής Εταιρείας στην Κρήτη. Κι άλλοι επιφανείς άνθρωποι της εποχής μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία, όπως είναι ενδεικτικά: ο Τζιώτης καθηγητής Βαρνάβας Πάγκαλος που προερχόταν από παλαιά οικογένεια Κρητών φυγάδων, ο γιατρός Ρενιέρης, ο Κουβαρίτης, ο διαβόητος κρυπτοχριστιανός της Μεσαράς (Χουσεΐν) Μιχαήλ Κουρμούλης, ο επίσκοπος Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, ο ηγούμενος της μονής Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερός αλλά και ο Σφακιανός Ιωάννης Μπιράκης.

         Ωστόσο, η Κρήτη δεν κατάφερε να απελευθερωθεί και παρέμεινε υποτελής στους Τούρκους μέχρι το 1830. Ειδικότερα οι επαναστατικές εξεγέρσεις των Κρητών αρχίζουν από τα Σφακιά, στις 7 Απριλίου 1821. Στις 27 Μαίου 1821 πραγματοποιείται Παγκρήτια Επαναστατική συνέλευση στη «Θυμιανή Παναγία» των Σφακίων, όπου οι εμπειρότεροι και ανδρειότεροι,ορίζονται αρχηγοί των όπλων και καπετάνιους τους: (ενδεικτικά είναι οι) Καπετάν Κόρακας από τη Μεσαρά, Καπετάν Καζάνης από το χωριό Μαρμακέτω του Οροπεδίου Λασιθίου και ο καπετάν Βασιλακογιώργης από το χωριό Άγιο Χαράλαμπο ή Γέρωντομουρί του Οροπεδίου Λασιθίου. Επίσης, στην επανάσταση στη Κρήτη συμμετέχουν και πολλοί Έλληνες εθελοντές από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η έκρηξη της επανάστασης στη Κρήτη, αμέσως έπειτα από την εξέγερση της Πελοποννήσου, ήταν φαινομενικά αδύνατη. Δύο ήταν τα μεγάλα εμπόδια: η παντελής έλλειψη όπλων και εφοδίων και η μεγάλη αναλογία του τουρκικού πληθυσμού και η αγριότητά του. Η επαναστατική απόφαση φαίνεται πραγματικά παράλογη, αν αποφασίσει κανείς τις δυνάμεις των αριθμών. Ο Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, ο εγκυρότερος απομνημονευματογράφος του κρητικού αγώνα, γράφει χαρακτηριστικά: «Απροετοίμαστοι λοιπόν και εγκαταλελειμμένοι εις μόνους εαυτούς κατήλθον εις τον αγώνα….

       Τα πολεμοφόδιά των ήσαν κατ’ αρχάς μόνο τεσσαράκοντα βαρελάκια πυρίτιδος, ήτοι οκάδες 360… Πού δε ο μόλυβδος και ο χάρτης; Τα βιβλία των Εκκλησιών και τα βαρίδια των στατήρων και ό,τι έτερον του είδους τούτου ευρίσκετο πρόχειρον, εχρησίμευσαν το πρώτον διά την κατασκευήν χαρτουτσίων και φυσιγγίων. Ο δε Κρης επί πολλούς μήνας ηγόραζε δι’ ιδίας δαπάνης αντί τριών, τεσσάρων ή και πέντε ισπανικών ταλλήρων εκάστην οκάν πυρίτιδος. Μετρητά προς τούτοις ήσαν τα όπλα εις εκείνην την εποχήν, δι’ ων επέδειξαν την πρώτην αντίστασίν των, ουχί βεβαίως πλειότερα των 1200, εξ ων μεν Σφακιανών ήσαν περί τα οκτακόσια….».

         Από τις 11-21 Μαΐου 1822 συγκλήθηκε στους Αρμένους Αποκορώνου Γενική Συνέλευση των Κρητών για την Ψήφιση Προσωρινού Πολιτεύματος και για την ανάδειξη των φροντιστών του αγώνα. Στη Συνέλευση αυτή, στην οποία έλαβαν μέρος περίπου 40 εκπρόσωποι των κρητικών επαρχιών, προήδευσε ο Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης, έπειτα από επίμονες παρακλήσεις του Γενικού Διοικητική της Κρήτης Μιχαήλ Κομνηνού Αφεντούλη. Ο Σκυλίτσης τήρησε στάση διαλλακτική και εργάστηκε για την αποκατάσταση της γαλήνης στο νησί και για την ευόδωση των εργασιών της Συνέλευσης.

         Κατά το σύστημα των άλλων ελληνικών περιοχών, η Γενική Συνέλευση των Κρητών εξέδωσε «Προκήρυξιν Ελευθερίας» και ψήφισε σχέδιο συντάγματος, με τον τίτλο: «Προσωρινή Πολιτεία της νήσου Κρήτης». Το σχέδιο αυτό περιελάμβανε επτά (7) μέρη: 1) Περί θρησκείας, 2) Περί γενικών δικαιωμάτων των κατοίκων της νήσου, 3) Περί της περιοχής της νήσου, 4) Περί Διοικήσεως, 5) Περί εκλογής της Διοικήσεως, 60 Περί χρεών και δικαιωμάτων των διοικούντων και 7) Περί γενικής τάξεως και αλληλογραφίας. Τα δύο πρώτα τμήματα (άρθρα 1-11) είναι απόλυτα όμοια και στη φραστική τους διατύπωση με το σύνταγμα της Επιδαύρου.

       Επίσης, η Γενική Συνέλευση των Αρμένων ψήφισε επίσης ένα «Σχέδιον προσωρινής Διοικήσεως της νήσου Κρήτης», που προέβλεπε τη διαίρεση του νησιού σε 4 επαρχίες (= διαμερίσματα, νομούς), με υποδιαιρέσεις σε τμήματα (= επαρχίες) και κοινότητες. Την κεντρική διοίκηση ασκούν ο Γενικός Έπαρχος και η Γενική Καγκελαρία, την οποία αποτελούν ο Γενικός Γραμματεύς και οι Φροντιστές Οικονομίας, Αστυνομίας, Πολέμου, Θαλάσσης και Δικαιοσύνης. Στις πρωτεύουσες των διαμερισμάτων θα υπήρχαν Έπαρχοι, Φροντιστές και Λιμενάρχες. Προβλεπόταν επίσης ο τύπος της κρητικής σημαίας, καθώς και η σφραγίδα με την ένδειξη «Διοίκησις της νήσου Κρήτης». Η αντιπροσώπευση της Κρήτης στην εθνική βουλή θα γινόταν με Παραστάτες σε αναλογία 1 προς 30.000 κατοίκους.

Μολαταύτα, όλα τα ανωτέρω έμειναν ανεφάρμοστα στη πράξη, καθώς το 1822 ο Σουλτάνος, ύστερα από τον πολυμέτωπο αγώνα σε όλο τον Ελληνικό χώρο, ζήτησε την βοήθεια του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Στις 28 Μαΐου 1822 περίπου 10.000 Αιγύπτιοι στρατιώτες και 5.000 ιππείς αποβιβάστηκαν στη Σούδα υπό την αρχηγία του Χασάν Πασά και έπνιξαν την επανάσταση των Κρητών στο αίμα.

       Πιο, συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1822, έγινε η σφαγή του Λασιθίου, δηλαδή τα τουρκο-αιγυπτιακά στρατεύματα κατέσφαξαν όσους κατοίκους του Οροπεδίου Λασιθίου δεν είχαν φύγει στα βουνά και προέβησαν και σε μια ακόμη πιο απάνθρωπη πράξη: έστησαν πυραμίδα από τα κεφάλια τους. Μετά λοιπόν, οι βάρβαρες ορδές του στρατηγού Χασάν κατέσφαξαν 3600 άνδρες και γυναίκες μέσα στο σπήλαιο Μιλάτου Μεραμβέλου, όπου είχαν καταφύγει. Οι νέοι και οι νέες, αφού κακοποιήθηκαν, πουλήθηκαν ως σκλάβοι στην Αίγυπτο. Επίσης, στις 2 και 3 Οκτωβρίου του 1823 στο σπήλαιο Μελιδονίου βρήκαν οικτρό θάνατο 370 κάτοικοι του χωριού Μελιδονίου που κρύφτηκαν εκεί, επειδή δεν ήθελαν να παραδοθούν στους επιδρομείς Τούρκους. Οι τελευταίοι πετούσαν από την είσοδο του σπηλαίου αναμμένα υλικά, που ο καπνός τους προκάλεσε ασφυξία.

         Επομένως, υπάρχουν πάρα πολλές ομοιότητες της επανάστασης στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο με τον επαναστατικό αγώνα των Κρητών ενάντια στους Οθωμανούς. Η επανάσταση του ’21 αποδεικνύεται ότι είναι μια επανάσταση  καθαρά «εθνική» καθώς οι Κρήτες προσπαθούσαν μέσω αυτής να αποτινάξουν από πάνω τους αιώνες σκλαβιάς. Σε αυτήν συμμετείχαν και πολλοί εθελοντές στρατιώτες από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, δηλαδή με την θέλησή τους και με μόνο διαπραγματευτικό μέσο το αίμα τους, πολέμησαν για την απελευθέρωση της Κρήτης, πιστεύοντας βαθιά ότι η Κρήτη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ελλάδας.

        Μια επανάσταση σαν κι αυτή του 1821 δεν μπορεί να είναι και φυσικά δεν είναι μια «ταξική» επανάσταση, όπως ισχυρίζονται κάποιοι αριστερο-ψευτοπροοδευτικοί μικρόνοες πολιτικοί που με τέτοιους αβάσιμους ισχυρισμούς προσπαθούν να ικανοποιήσουν τα κομματικά τους συμφέροντα και να παραπλανήσουν τις λαϊκές μάζες. Είναι δε μια επανάσταση στην οποία συμμετέχουν ενεργά και εκπρόσωποι της Ορθοδοξίας που διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο. Είναι πάρα πολύ έντονο το στοιχείο το στοιχείο της φιλοπατρίας, της αυταπάρνησης, της γενναιότητας και της αγάπης για την Ελευθερία.

2. Η ΑΙΓΥΠΤΙΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗΣ

         Έπειτα από τον πολυαίμακτο δεκαετή αγώνα και τις απροσμέτρητες θυσίες, η επανάσταση στη Κρήτη τελείωνε χωρίς δικαίωση. Το Πρωτόκολλο της 22ας Ιανουαρίου 1830 άφηνε την Κρήτη έξω από τα όρια του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, στην απόλυτη δικαιοδοσία του σουλτάνου. Τη λύση αυτή επέβαλε η αγγλική διπλωματία, που ήταν σταθερά εχθρική στο ζήτημα της κρητικής ελευθερίας. Η είδηση βύθισε τους Κρήτες σε απογοήτευση. Με αγανάκτηση και οργή αντέδρασαν, όχι μόνο κατά των Μ. Δυνάμεων, αλλά και κατά του Κυβερνήτη Καποδίστρια.

        Το «Κρητικός Συμβούλιον» συνεδρίασε εκτάκτως στο χωριό Μαργαρίτες Μυλοποτάμου (22 Απριλίου 1830) και εξέδωσε προκήρυξη «Προς τους Έλληνας», ένα κείμενο αληθινά δραματικό: «Η Κρήτη ήτο και είναι μέρος αδιάσπαστον της Ελλάδος αυτής, ως συναγωνισθείσα και συναγωνιζομένη με τα λοιπά επαναστατημένα μέρη από την αρχήν, ώστε δεν ημπορεί τις να εννοήση πώς εις διαφόρους πράξεις πληρεξουσίων των σεβαστών τούτων μοναρχών η Κρήτη παρεσιωπήθη διόλου, ενώ ακόμη μάλιστα έχει τον εξολοθρευτικόν πόλεμον εις τους κόλπους της και οι Τούρκοι είναι περιωρισμένοι εις μόνα τα φρούριά των από τους Έλληνας… Ημείς δεν ευρίσκομεν αλλού την σωτηρίαν μας παρά εις τα όπλα μας και εις αυτόν τον έντιμον θάνατον. Κι αν η χριστιανοσύνη μας παραδώση εις την ασπλαχνίαν των Τούρκων, αφ’ ου κατασφάξωμεν απαθώς τας γυναίκας, τα τέκνα και τους γέροντάς μας, ας γενώμεν και ημείς θύματα, αλλά θύματα ένδοξα σταθερότητος και των απαραγράπτων δικαίων μας». 

         Τον Ιούνιο του 1830 έφτασαν στον όρμο του Παλαικάστρου, δυτικά του Ηρακλείου, τα πλοία των Μ. Δυνάμεων, για να επιβάλουν την ειρήνη στο νησί. Οι Κρήτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν στην αδυσώπητη μοίρα τους και να δεχθούν την ανακωχή, με το όρο του σαφούς προσδιορισμού των υποχρεώσεων των δύο στοιχείων της νήσου. Τον όρο αυτό παρεβίασαν αμέσως οι Τούρκοι, με νέες σφαγές και αιχμαλωσίες. «Εις τας αγυιάς των φρουρίων της Κρήτης πωλούνται απανθρώπως ως κρέατα αι θυγατέρες, αι αδελφαί, αι γυναίκες και τα φίλτατα τέκνα των Κρητών Ελλήνων», γράφουν «ευπειθείς πολίται» στον Ν. Ρενιέρη σε έγγραφο που υπογράφεται στις Καλύβες Αποκορώνου στις 17 Αυγούστου 1830.

         Το 1830, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσφέρει ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλής στο Σουλτάνο, του παραχωρείται η Κρήτη στην τιμή των 21 εκατομμυρίων γροσίων. Ειδικότερα,  με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Κρήτη παραχωρήθηκε στον Μεχμέτ Αλ, ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφερε στον σουλτάνο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης στη Κρήτη και στην Πελοπόννησο. Έτσι η Κρήτη περνούσε σε μια νέα περίοδο «εστιλβωμένης δουλείας», όπως παρατηρεί εύστοχα ο Β. Ψιλάκης. Ο φιλόδοξος μονάρχης της Αιγύπτου κατανοούσε τη σημασία της κατοχής της Κρήτης και απέβλεπε από την αρχή στη μονιμοποίηση της εξουσίας του στο νησί. Για τον λόγο αυτό και για να αποφύγει τις εξωτερικές επεμβάσεις και διεθνείς περιπλοκές, έλαβε αμέσως σύντομα μέτρα για την εξασφάλιση της εσωτερικής γαλήνης.

        Πολιτικό διοικητή της νήσου διόρισε τον Μουσταφά Ναϊλή πασά που πήρε την προσωνυμία Γκιριτλής (Κρητικός), για τη μακρόχρονη παραμονή του στη διοίκηση της Κρήτης. Τη στρατιωτική διοίκηση ανέθεσε στον έμπιστό του Οσμάν Νουρ-Ελ-Ντιν βέη. Η αιγυπτιακή διοίκηση πρέπει να σημειωθεί ότι φόρεσε στην αρχή το προσωπείο της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας και αντιμετώπισε φαινομενικά ισότιμα τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς. Με τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, κάλεσε όλους τους κατοίκους της Κρήτης να καταθέσουν τα όπλα και να ζήσουν στο εξής ειρηνικά, σε καθεστώς ειρήνης και ισονομίας. Πολλοί μουσουλμάνοι τότε, που, καθώς ήταν συνηθισμένοι στις βιαιοπραγίες, δεν μπορούσαν να υπακούσουν στις αυστηρές διαταγές του Μουσταφά πασά και δεν ανέχονταν τη νέα πραγματικότητα, πούλησαν τα υπάρχοντά τους και μετανάστευσαν στη Μ. Ασία.

 

Αλλά και πολλοί Κρητικοί, που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους, εγκατέλειψαν την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στην άλλη Ελλάδα. Το Πατριαρχείο με συνοδική επιστολή (Ιανουάριος 1831) παρακάλεσε τους Κρήτες να μη φεύγουν από την πατρίδα τους και τους βεβαίωνε ότι θα προστατεύονταν από τον Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου.

         Για τη διοίκηση της νήσου οργανώθηκαν δύο διοικητικά συμβούλια που λέγονταν «σουράδες», ένα στο Ηράκλειο και δεύτερο στα Χανιά, ενώ δύο άλλα μικρότερα οργανώθηκαν για το Ρέθυμνο και τα Σφακιά. Στα συμβούλια αυτά, εκτός από τους Τούρκους αξιωματούχους, μετείχαν και ένας χριστιανός και ένας μουσουλμάνος από κάθε επαρχία. Αυτό ακριβώς ήταν μια μεγάλη φενάκη, καθώς η αντιπροσώπευση των χριστιανών ήταν πάντοτε μειοψηφία, ανίσχυρη να επιβάλει τις θέσεις και τις προτάσεις της.

       Είναι πάντως βέβαιο ότι η αιγυπτιακή κατοχή υπήρξε σε πολλά σημεία ευεργετική και βοήθησε στην ανασυγκρότηση του νησιού και στην επούλωση μεγάλων πληγών της επανάστασης. Ένα ευρύ πρόγραμμα έργων κοινωφελών άρχισε να εφαρμόζεται. Δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, έργα λιμενικά και άλλα άρχισαν να εκτελούνται στην Κρήτη, για πρώτη φορά τώρα από την εποχή της βενετοκρατίας. Ιδιαίτερη μέριμνα  έλαβε η αιγυπτιακή διοίκηση για την οργάνωση της παιδείας, με την ίδρυση και λειτουργία σχολείων για τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Το ίδιο έγινε για τη δικαιοσύνη, την κοινωνική πρόνοια και τη δημόσια υγείας. Έγινε επίσης απογραφή του πληθυσμού (1832-33) και για πρώτη φορά εκδόθηκε στην Κρήτη εφημερίδα δίλγωσση, με τον τίτλο «Κρητική Εφημερίς» (1831).

          Βέβαια, για την εφαρμογή ενός τόσο φιλόδοξου προγράμματος έργων απαιτήθηκαν φυσικά, τεράστια ποσά, που έπρεπε να συγκεντρωθούν με την αύξηση της φορολογίας και την εκμετάλλευση του εγχώριου πλούτου. Τα φορολογικά μέτρα υπήρξαν καταθλιπτικά και προκάλεσαν τη γενική δυσαρέσκεια και την έντονη αντίδραση των Κρητών, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε το κίνημα των Μουρνιών. Το Σεπτέμβριο του 1833 συγκεντρώθηκαν στο χωριό Μουρνιές Κυδωνίας επτά περίπου χιλιάδες άοπλοι χριστιανοί, για να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στην οικονομική καταπίεση της αιγυπτιακής διοίκησης. Για να μη θεωρηθεί η διαμαρτυρία αυτή ως ένοπλη εξέγερση, απαγορεύτηκε η προσέλευση οπλοφόρων. Ο Σφακιανός στρατηγός Δεληγιαννάκης, που θέλησε να μετάσχει με τους άνδρες του ένοπλους, υποχρεώθηκε να αποχωρήσει.

          Στις 20 Σεπτεμβρίου 1833, οι συγκεντρωμένοι στις Μουρνιές συνέταξαν και υπέγραψαν αναφορά προς τις Μ. Δυνάμεις, στην οποία λεπτομερώς εξέθεσαν τα νέα δεινά και επικαλέστηκαν την προστασία τους. «Παρατρέχομεν τα διάφορα ανυπόφορα βάρη, τα οποία επέθεσε γενικώς εις όλα τα είδη των προϊόντων μας. Τα αμπέλια μας πληρώνουν πεντηκονταπλάσια τώρα, παρ’ ό,τι επλήρωναν πριν της επαναστάσεως, το ελαιόλαδον τετραπλάσια και τούτο προς το παρόν. Διότι, ως μας βεβαιούν, ετοιμάζεται μονοπωλείον και δι’ αυτό καθώς και εις όλα τα είδη εν γένει της Κρήτης. Και το χείριστον, ενώ εις την αρχήν μας έλεγεν να κάμνη όστις θέλει ελαιοτριβεία, τώρα μας εμποδίζει και αυτήν την χρήσιν των ελαιοτριβείων μας… Δεν φθάνουν δε ταύτα μόνον, αλλά και το χαράτσι (κεφαλιάτικον δόσιμον) από 4 και 8 γρόσια, τα οποία μας είχεν υποσχεθή εις την αρχήν, αφού τα εδιπλασίασε και τα ετριπλασίασε, τώρα μελετά και να τα εικοσαπλασιάση, ίσως και οπόταν είπη τις προς την Διοίκησιν να φυλάττη τας υποσχέσεις και τους νόμους της, τον αποκρίνεται αυτή, ότι ο Αντιβασιλεύς (= Μεχμέτ Αλής) «νόμους κάμνει και νόμους χαλά».

          Ωστόσο, η συγκέντρωση στις Μουρνιές δεν περιορίστηκε μόνο στα οικονομικά μέτρα. Έλαβε χαρακτήρα γενικής διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας: «… Εσκόρπισε παντού στρατιώτας του, οίτινες βιάζουν την τιμήν μας, χωρίζουν ανδρόγυνα, κάμνουν παν ό,τι η βαρβαρότης και η ασιατική ακολασία ως προς τούτο τους οδηγεί…».

          Η αντίδραση του Μεχμέτ Αλή υπήρξε άμεση και βίαιη. Ο Οσμάν Νουρ-Ελ- Ντιν βέης επιτέθηκε με το ιππικό του και διέλυσε βιαίως τη συγκέντρωση. Συνέλαβε τους πρωταίτιους, 41 άτομα και του απαγχόνισε «εις τας μορέας του χωρίου, εξ ου και ωνομάσθη το κίνημα αυτό η εποχή των Μουρνιδών». Για εκφοβισμό και για πρόληψη αντιδράσεων, η διοίκηση συνέλαβε και απαγχόνισε πολλούς επιφανείς χριστιανούς σε όλη την Κρήτη, αλλά και τους μουσουλμάνους, που έβλεπαν με συμπάθεια το κίνημα των Μουρνιών και κρυφά το υπέθαλπαν. Η νέα δεσποτεία στην Κρήτη ήταν αρκετά ισχυρή και οι Μ. Δυνάμεις φάνηκαν εντελώς απρόθυμες να ασχοληθούν με το Κρητικό Ζήτημα.

        Οι Κρήτες είχαν πια κατανοήσει ότι η ελευθερία τους δεν θα μπορούσε να έλθει χωρίς την έγκριση των Μ. Δυνάμεων. Στα τέλη του 1838, οι εξόριστοι Κρήτες υπέβαλαν στην Αγγλία την πρόταση, να καταλάβει την Κρήτη και να την ανακηρύξει σε αγγλικό προτεκτοράτο. Η έκκληση αυτή, που επαναλήφθηκε το 1839, δε βρήκε καμία ανταπόκριση.

         Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι η κραταιά αιγυπτιακή δύναμη προσπαθούσε να διώξει τους Κρήτες από τις πατρογονικές εστίες τους, επιβάλλοντας δυσβάστακτη οικονομική πολιτική και περιορίζοντας τις ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών.  Παρατηρείται ακόμη ότι οποιαδήποτε αντίδραση στο αυταρχικό καθεστώς, ακόμη και δημοκρατική, όπως ήταν και το κίνημα των Μουρνιών, επέφερε την οργή και την βίαιη αντίδραση του Αιγύπτιου πασά. Οι βιαιοπραγίες, τα βασανιστήρια και ο εκφοβισμός των πολιτών ήταν συνήθεις πρακτικές. Ακόμη, αποδεικνύεται ότι οι Μ. Δυνάμεις επενέβαιναν στην επίλυση των προβλημάτων της Ελλάδας μόνο εφόσον θα αποκόμιζαν οικονομικά συμφέροντα και θα ήταν μάλιστα ευνοϊκή η συγκυρία γι’ αυτές. Μια τέτοια πολιτική τακτική παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την σημερινή, προσαρμοσμένη στη σύγχρονη εποχή.

  1. Η Β΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ (1840– 1898)

Α. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙΣΑ ΝΕΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

          Το 1840 ξέσπασε πόλεμος μεταξύ του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου και της Τουρκίας με αποτέλεσμα οι Μ. Δυνάμεις, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, να επαναφέρουν και πάλι την Κρήτη στη σουλτανική κυριαρχία. Οι Μ. Δυνάμεις, για ιδιαίτερους κάθε μια λόγους, είχαν ταχθεί κατά του διαμελισμού της Τουρκίας και προέβησαν στην υπογραφή της συνθήκης αυτής.

          To 1841 κηρύσσεται νέα επανάσταση στην Κρήτη. Πριν ακόμη υπογραφεί η Συνθήκη του Λονδίνου, οι εξόριστοι Κρήτες οπλαρχηγοί (Β. Χάλης, Ι. Κούμης, Εμμ. Πατελλάρος, Αναγν. Τσουδερός, Βασιλογεώργης, Χαιρέτης κ.α.) είχαν αποφασίσει να κατέβουν στην Κρήτη και να οργανώσουν νέα επανάσταση, ελπίζοντας σε μια επαναπροβολή του Κρητικού Ζητήματος. Στις Ανατολικές επαρχίες αρχηγός είναι ο Λασιθιώτης οπλαρχηγός Γ. Βασιλογιώργης και στις Δυτικές οι αδελφοί Χαιρέτη. Με επαναστατική προκήρυξη, οι αρχηγοί της νέας αυτής επανάστασης υπενθύμιζαν στο λαό τους προηγούμενους αιματηρούς αγώνες και τον καλούσαν σε νέες θυσίες για την ελευθερία, διαβεβαιώνοντάς τον για την μεταστροφή της ευρωπαϊκής διπλωματίας υπέρ της Κρήτης.

        Αξίζει να σημειωθεί ότι το κίνημα του 1841 στην Κρήτη, είναι συνέχεια των ανάλογων απελευθερωτικών κινημάτων της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας (1839-1841) και εντάσσεται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο. Δυστυχώς, η εσωτερική κατάσταση στο νησί δεν ευνοούσε μια γενική εξέγερση, ανάλογη με εκείνη του 21. Έτσι, η επανάσταση έχει άδοξο τέλος. Κι εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι  η ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν σε παντελή αδυναμία να βοηθήσει την Κρήτη και οι Μ. Δυνάμεις πίεζαν τους επαναστάτες για ανακωχή. Στις 5 Απριλίου, όταν πια φαινόταν ότι η συνέχεια του αγώνα ήταν μάταιη και επικίνδυνη, οι επαναστάτες συνέταξαν και υπέβαλαν στους βασιλείς της Γαλλίας και της Αγγλίας και στον Τσάρο της Ρωσίας εκτενές υπόμνημα, στο οποίο διεκτραγωδούσαν τα δεινά της Κρήτης και ζητούσαν για μια ακόμη φορά την επέμβασή τους. Φυσικά, καμία απάντηση δεν έλαβαν και ο αγώνας έληξε με την αθρόα φυγή των επαναστατών και πολλών αμάχων στην Ελλάδα.

        Ο Μουσταφά Ναϊλή πασάς επανήλθε στην Κρήτη ως Γενικός Διοικητής στις 31 Οκτωβρίου 1842 και εξακολούθησε να ασκεί την εξουσία ως το 1850, όταν ο σουλτάνος τον προήγαγε στο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη (πρωθυπουργού) και διόρισε στη θέση του στην Κρήτη τον Σαλίχ Βαμίκ πασά. [..] Μάλιστα, διοίκησε το νησί με δικαιοσύνη και άφησε αγαθές εντυπώσεις στον  λαό. Αντίθετα, ο Βελή πασάς, ο γιος του Μουσταφά του Γκιριτλή, που διαδέχθηκε τον Σαλίχ, επανέφερε την σκληρότητα περασμένων καιρών.

         Μερικές μικρές διοικητικές μεταρρυθμίσεις αξίζει να σημειωθούν. Το 1851 η πρωτεύουσα του εγιαλετίου της Κρήτης μεταφέρθηκε οριστικά στα Χανιά. Το νησί διαιρέθηκε σε 23 επαρχίες (καζάδες). Στις πρωτεύουσες των επαρχιών είχαν την έδρα τους οι έπαρχοι, που πλαισιώνονταν από ένα μουσουλμάνο (μπουλούκμπαση) και έναν χριστιανό φρούραρχο (καστελκιαγιασή). Τα επαρχιακά συμβούλια είχαν καθήκοντα διοικητικά, δικαστικά, αστυνομικά και οικονομικά (είσπραξη των φόρων).

          Στη συνέχεια, με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων του 1856, εκδίδεται το Χάττι Χουμαγιούν, με το οποίο παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια στους Χριστιανούς υπηκόους. Πιο συγκεκριμένα, ο σουλτάνος με αυτό  παραχωρούσε στους χριστιανούς την ανεξιθρησκία, την προσωπική ελευθερία, την εξασφάλιση της τιμής και της ιδιοκτησίας.  Οι παραβιάσεις των διατάξεών τους όμως στα επόμενα ως το 1898 χρόνια αποτελούν και τη βασική αιτία των πολλών εξεγέρσεων που σημειώνονται. Μολαταύτα, το Χάττι Χουμαγιούν αποτέλεσε ένα ουσιαστικό βήμα και μια αφετηρία στους αγώνες για την αναγνώριση δικαιωμάτων.  Το 1858 γίνεται το κίνημα του Μαυρογένη και εξ αυτού παραχωρούνται, με ειδικό φιρμάνι, στους Κρητικούς διάφορα φορολογικά, θρησκευτικά, διοικητικά και δικαστικά προνόμια.

        Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εποχή εκείνη (1858-1866) παρατηρήθηκε στην Κρήτη μια κίνηση «αντιεπαναστατών», που απέβλεπε στην καλλιέργεια της ιδέας για τη δημιουργία νησιωτικού ελληνικού κράτους, με αγγλική προστασία. Την κίνηση αυτή υποστήριζαν μερικοί αξιόλογοι Κρήτες, κληρικοί και λαϊκοί, καθώς και ο μη Κρητικός μητροπολίτης Διονύσιος Χαριτωνίδης. Ψυχή των «αντεπαναστατών» είναι μια δαιμόνια γυναίκα, η διδασκάλισσα Ελισάβετ Κονταξάκη ή Βασιλακοπούλα. Στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης (Χανιά) σώζονται ενδιαφέροντα έγγραφα, σχετικά με τη δράση των «αντεπαναστατών». Στη σύγχρονη εποχή, δυστυχώς, υπάρχουν αρκετοί πολιτικοί «δαιμόνιοι» σαν την διδασκάλισσα Ελισάβετ που επιθυμούν την αυτονόμηση των γεωγραφικών διαμερισμάτων και τον οριστικό διαμελισμό της Ελλάδας για την εξυπηρέτηση αλλότριων και τεράστιων εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων. Το 2012, είχε ακουστεί για λίγο στις ειδήσεις ότι γίνεται προσπάθεια αυτονόμησης της Κρήτης. Όλοι όσοι όμως υπηρετούν σήμερα ξένα συμφέροντα, αψηφούν τις αιματηρές θυσίες και τους ένοπλους αγώνες των Κρητών για την προσάρτηση του νησιού στον ελληνικό κορμό.

         Λίγο μετά το κίνημα του Μαυρογέννη, ακολούθησε η μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866-69 με τον Δασκαλογιάννη για Ελευθερία και Ένωση με την Ελλάδα του Κρητικού λαού. Η επανάσταση διήρκεσε τρία ολόκληρα χρόνια και έδωσε θαυμαστά δείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας. Για την συγκεκριμένη σημαντικότατη επανάσταση θα πρέπει να γίνει δυστυχώς αυτή η σύντομη αναφορά, λόγω οικονομίας χρόνου καθώς ακολούθησαν κι άλλα πολλά γεγονότα, εξίσου σημαντικά. Όλα τα γεγονότα όμως, περιγράφονται εκτενώς και με ενάργεια στο εκπληκτικό βιβλίο με τον τίτλο « Ιστορία της Κρήτης» του Θεοχάρη Δετοράκη (Κρήτη, 1990), το οποίο πρέπει να διαβαστεί απ’ όλους τους Έλληνες, Κρήτες και μη.

     Αποκορύφωμα λοιπόν της νέας επανάστασης που ξέσπασε, είναι το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου το Νοέμβριο του 1866, η γιγαντομαχία του Λασιθίου στις 10 – 13 Μαΐου του 1867 με τον Κόρακα, καθώς και οι φονικές μάχες που σημειώνονται σε πολλά χωριά των Χανίων, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου.

Β. ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ  ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ

        Το Νοέμβριο του 1866 ο Μουσταφά Ναϊλή Πασάς περικύκλωσε το μοναστήρι της Ι.Μ. Αρκαδίου με μια δύναμη 15.000 Τουρκοαιγυπτίων και Αλβανών και 30 κανόνια. Εδώ σημειώνεται ότι: το διαμέτρημα ήταν μεγάλο και η διαφορά δυνάμεων ασύγκριτη. Οι Κρήτες που είχαν καταφύγει στην Ι.Μ. Αρκαδίου ήσαν 964, από τους οποίους 259 ήσαν πολεμιστές και 705 γυναικόπαιδα. Όμως δεν σκέφτηκαν στιγμή να παραδοθούν.

        Η επίθεση άρχισε, αφού ο Γαβριήλ και ο Δημακόπουλος απέρριψαν τις προτάσεις για παράδοση. Παρά τις δυνάμεις τους, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να πατήσουν το μοναστήρι την ίδια ημέρα. Μόνο με τη μεταφορά ενός γιγαντιαίου πυροβόλου ( της μπουμπάρδας κουτσαχείλας) οι Τούρκοι κατέρριψαν τη δυτική πύλη της μονής, από όπου εισόρμησαν εξαγριωμένοι την αυγή της 9ης Νοεμβρίου. Ο ηγούμενος είχε σκοτωθεί πολεμώντας στις επάλξεις. Και όταν πια το Αρκάδι λυγίζει κάτω από το βάρος του εχθρού που ενισχυοταν συνεχώς, και το τούρκικο ασκέρι έχει μπει στους εσωτερικούς χώρους του μοναστηριού, ο Κωστής Γιαμπουδάκης και ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη. Οι θόλοι της τινάχθηκαν στον αέρα, σκορπώντας το θάνατο σε πάνω από 2500 άτομα χωρίς διακρίσεις. Ο δραματικός επίλογος καταγράφει 864 χριστιανούς νεκρούς και 164 αιχμαλώτους. Οι Κρήτες προτίμησαν τον τίμιο θάνατο από τον τουρκικό εξευτελισμό.

         Η ηρωική θυσία της ονομαστής μονής δημιούργησε συγκλονιστικές εντυπώσεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο, καθώς ξαναθύμισε το Μεσολόγγι και το Κούγκι. Φιλελεύθεροι άνθρωποι φιλέλληνες κινήθηκαν υπέρ των Κρητών, με τη συγκρότηση επιτροπών, τη διενέργεια εράνων και με συγκινητικά δημοσιεύματα. Οι επιτροπές αυτές περιέθαλψαν χιλιάδες Κρήτες που κατάφεραν να σωθούν από τις σφαγές. [..] Αξιοσημείωτη είναι η μνεία στις επιστολές του Βίκτορος Ουγκώ που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Κλειώ» της Τεργέστης. Ιδού χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η ηρωική μονή, η δίκην φρουρίου αγωνισαμένη, αποθνήσκει ως ηφαίστειον. Τα Ψαρά δεν είναι επικώτερα, το Μεσολόγγι δεν ίσταται υψηλότερον».

   Γ. Η ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ ΛΑΣΙΘΙΟΥ

           Μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και τις μάχες που επακολούθησαν σε διάφορα χωριά της Κρήτης, ο μεγάλος όγκος του τουρκο-αιγυπτιακού στρατού, 20 – 25.000 στρατιώτες, στρατοπέδευσε στο Καστέλλι της Πεδιάδος, με σκοπό να εξοντώσει τους επαναστάτες που βρίσκονταν στο Οροπέδιο Λασιθίου της Δίκτης και αποτελούσε το ορμητήριο τους. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο αρχιστράτηγος Ομέρ Πασάς, τουρκοκροάτης στην καταγωγή και φημιζόμενος για την αγριότητα και θηριωδία του.

          Αρχηγοί των επαναστατών του Λασιθίου ήσαν ο Μιχαήλ Κόρακας (για τους ένοπλους από Ανατολική Κρήτη) από την Πόμπια της Μεσαράς και ο Κωνσταντίνος Σφακιανάκης (για τους ένοπλους από Δυτική Κρήτη) από το Βραχάσι. Οπλαρχηγοί ήταν ο Εμμανουήλ Μηλιαράς από το Τζερμιάδω, ο Εμμανουήλ Καζανάκης από το Μαρμακέτω συγγενής προφανώς του μεγάλου πολεμιστή Εμμανουήλ Καζάνη, ο Αριστοτέλης Βασιλογιώργης από το Γεροντομουρί, ο Ηρακλής Κοκκινίδης από το Κεραμούτσι, ο Αντώνιος Τρυφίτσος από το Καστέλλι, ο Εμμανουήλ Κόκκινης από τη Νεάπολη, ο Νικόλαος Τυλλιανάκης από την Έμπορο, ο Κωνσταντίνος Κοζυράκης από το Μεραμπέλλο, ο Αντώνιος Ζωγράφος ή Ξανθουδίδης από τ’ Αβδού, ο Φραγκιάς Μαστραχάς από τη Γέργερη, ο Δημήτριος Τσικριτζής από το Ζαρό, ο Νικόλαος Αλεξάκης από τους Ποταμούς, ο αρχηγός Ρίζου, δηλαδή Βιάννου, Γεώργιος Μιχαλοδημητράκης, οι πεντακοσίαρχοι Ιωάννης Μουρελλάκης και Αντώνιος Καλλιατάκης, ο Εμμανουήλ Χατζάκης, ο Γεώργιος Μανουσάκης, Γ. Δερμιτζάκης και άλλοι.

        Οι εθελοντές αρχηγοί και οπλαρχηγοί που βρέθηκαν και πήραν μέρος στις μάχες του Λασιθίου ήσαν ο Δημήτριος Πετροπουλάκης και ο Ηλίας Δημητρακαράκος από τη Μάνη, ο Γεώργιος Κουρμούλης λοχαγός του Ελληνικού στρατού και ο Χρήστος Βυζάντιος συνταγματάρχης επίσης του Ελληνικού στρατού σε αποστρατεία Στις 19 του Μάη ο Ομέρ Πασάς κάλεσε τους στρατηγούς του Ρεσίτ Πασά και Αλή Ριζά (αρχηγούς των Τουρκικών Δυνάμεων) και Φερικ Ισμαήλ Πασά ) επικεφαλής των Αιγυπτιακών δυνάμεων) και τους έδωσε εντολή για να καταλάβουν πάση θυσία το Λασίθι. Την επόμενη, 20 του Μάη, ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς ξεκίνησε από τον αυχένα του Τσούλη το Μνήμα και ο Ρεσίτ Πασάς βάδιζε διά  μέσου της Γερακιανής Λαγκάδας προς κατάληψη του Λασιθίου. Οι Κρήτες επαναστάτες είχαν παρατάξει τις δυνάμεις τους (3.000 οπλοφόροι κυρίως από την Ανατολική Κρήτη και 700 εθελοντές από την άλλη Ελλάδα) στα βουνά που βρίσκονται μόλις φθάνουμε στο Λασίθι από το Καστέλι. Φθάνοντας εκεί οι Τουρκο-αιγύπτιοι δίδονταν ομηρικές μάχες, όμως επειδή οι Τουρκο-αιγύπτιοι ήσαν πολύ περισσότεροι ,μπόρεσαν τελικά και πάτησαν το Λασίθι και οι επαναστάτες υποχώρησαν στα βουνά της Δίκτης .

        Από τις 21 Μαΐου έως στις 29 Μαΐου οι Τούρκο-αιγύπτιοι κατέκαψαν τα χωριά του Λασιθίου και την Ιερά μονή Κρυσταλλένιας και κατέσφαξαν τους κατοίκους του. Στις 28 Μαΐου οι Κρήτες επαναστάτες ανασυγκροτήθηκαν στο οροπέδιο του Λιμνακάρου. Μαθαίνοντας αυτό οι Τούρκοι πήγαν να τους βρουν. Ωστόσο, με ελιγμό οι Κρήτες ξανακατέβηκαν στο κάμπο του Λασιθίου. Εκεί ήρθαν το πρωί στις 29 Μαίου και οι Τούρκοι, όμως καταπονημένοι τώρα τους παρέλαβαν οι Κρήτες έξωθι του χωριού Τζερμιάδο προς Μαρμακέτω και τους νίκησανν κατά κράτος. Οι Τουρκοαιγύπτιοι στρατιώτες που πέθαναν ανήρχοντο στους περί τους 200, ενώ οι Έλληνες επαναστάτες  που πέθαναν ανήρχοντο περί στους 150.

        Σημειώνεται και ότι προς χάρη της εν λόγω αιματηρής 10ημερης γιγαντομαχίας Λασιθίου στις 21 – 30/5/1867, η Κρητική Επαναστατική Διοίκηση των Απελευθερωτικών Αγώνων κατά τα έτη 1866 – 1869 ονόμασε έτσι, δηλαδή Λασίθι, και το νομό που ανήκει η επαρχία Λασιθίου όπου έγινε η Μάχη αυτή, σύμφωνα με τον Οργανικό Νόμο του 1866 (Βλέπε Κρητικός Κώδικας, έκδοση ‘Α Χανιά 1879 – 1189, Τόμος Α, σ. 63). Πρωτύτερα, ο νομός Λασιθίου ονομαζόταν νομός Σητείας, στα Βενετσιάνικα «TERRITORIUM SITTIA ή SETTIA».

Δ. ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

Μετά από τις ως άνω αλλεπάλληλες εκρήξεις της κρητικής ψυχής, επηρεάστηκε η ευρωπαϊκή διπλωματία και  οι Μ. δυνάμεις ανάγκασαν  τους Τούρκους να προβούν ορισμένες παραχωρήσεις στο λαό του αιματοκυλισμένου νησιού της Κρήτης. Ο σουλτάνος ανακάλεσε τον Ομέρ και κήρυξε κατάπαυση των εχθροπραξιών για πέντε εβδομάδες στην Κρήτη, από τις 5 Σεπτεμβρίου 1867, με παραχώρηση γενικής αμνηστίας. Στην Κρήτη έστειλε το Μεγάλο Βεζίρη Ααλή πασά, κομιστή διοικητικών παραχωρήσεων που αποτέλεσαν τη βάση του λεγόμενου Οργανικού Νόμου του 1868. Ουσιαστικά επρόκειτο για υπόσχεση ενός καθεστώτος υποτυπώδους ημιαυτονομίας, με παραχωρήσεις ορισμένων προνομίων στους χριστιανούς της νήσου.

         Ο Ααλή δεν δεχόταν σε καμία περίπτωση το αίτημα των Κρητών για την ένωση της νήσου με την Ελλάδα. Έτσι, προκήρυξε εκλογές στις κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές και στις τρεις μεγάλες πόλεις και συγκρότησε στα Χανιά μια ψευδοσυνέλευση, από 30 μουσουλμάνους και 20 χριστιανούς, ανθρώπους χωρίς κανένα κύρος και καμία εκτίμηση, εκλεγμένους με πιέσεις, υποσχέσεις και δωροδοκίες. Τα δικαστήρια επανδρώθηκαν επίσης «εκ τεχνιτών, οινοπωλών και μπακάληδων».

           Η δε βρετανική πολιτική ευνοούσε τα σχέδια του Ααλή στην Κρήτη και τα υποστήριζε με τους ανθρώπους της, που παρακινούσαν τον λαό να δηλώσει υποταγή (να μουτίσει!). Έγινε ήδη λόγος για την δράση των λεγόμενων «αντεπαναστατών» της εποχής, όπως της Ελισάβετ Κονταξάκη ή Βασιλακοπούλας, στα Χανιά, φίλης και συνεργάτιδας του Άγγλου προξένου. Και σήμερα βλέπουμε ότι στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη εποχή γίνονται ανάλογες ενέργειες για την μελλοντική εξυπηρέτηση τεράστιων οικονομικών συμφερόντων, ήτοι υπάρχουν πολιτικοί, δημοσιογράφοι και μεσάζοντες που δρουν με ύπουλο τρόπο ως  εκτελεστικά όργανα μεγάλων οικονομικών δυνάμεων και υποστηρίζουν τις βλαπτικές κυβερνητικές ενέργειες για την πραγματοποίηση μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.

        Στις 11 Νοεμβρίου, ο Ααλή ανακοίνωσε στην ψευδοσυνέλευση τις 14 βασικές διατάξεις ενός διοικητικού κανονισμού της Κρήτης, του γνωστού Οργανικού Νόμου. Σύμφωνα με τις νέες αυτές ρυθμίσεις, η Κρήτη αποτελούσε ένα βιλαέτι (διοικητική επαρχία) της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διοικούμενο από Γενικό Διοικητή (βαλή), διοριζόμενο από το σουλτάνο. Το νησί διαιρέθηκε σε πέντε διοικήσεις και είκοσι επαρχίες, ως εξής: Διοίκηση Χανίων, με τις επαρχίες Κυδωνίας, Σελίνου και Κισάμου και πρωτεύουσα τα Χανιά. Διοίκηση Σφακίων, με τις επαρχίες Σφακίων, Αποκορώνου και Αγίου Βασιλείου και με πρωτεύουσα τη Βάμο. Διοίκηση Ρεθύμνου, Μυλοποτάμου και Αγίου Βασιλείου και πρωτεύουσα το Ρέθυμνο. Διοίκηση Ηρακλείου με τις σημερινές επτά επαρχίες του Νομού (Τεμένους, Μαλεβιζίου, Καινουργίου, Πυργιώτισσας, Μονοφατσίου, Βιάννου, Πεδιάδας) και πρωτεύουσα το Ηράκλειο. Διοίκηση Λασιθίου, με τις επαρχίες Λασιθίου, Μεραμπέλλου, Ιεράπετρας και Σητείας και πρωτεύουσα τη Νεάπολη. Στην Κεντρική και στις επαρχιακές διοικήσεις θα μπορούσαν να διορίζονται σε ορισμένες αναλογίες και χριστιανοί υπάλληλοι.

          Στη σύνθεση των δικαστηρίων θα μετείχαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ενώ αιρετοί σύμβουλοι θα μετείχαν στο κεντρικό συμβούλιο της Γενικής Διοίκησης και στα διοικητικά συμβούλια των νομών και επαρχιών. Αναγνωριζόταν επίσης η ισοτιμία των δύο γλωσσών. Οι παραπάνω γενικές διατάξεις μαζί με άλλα άρθρα για φορολογικές ελαφρύνσεις και για την ίδρυση Εμπορικής Τράπεζας, περιλαμβάνονται σε «Διάταγμα Αυτοκρατορικόν» που δημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου 1868 και κοινοποιήθηκε στους Κρήτες στις 3 Φεβρουαρίου. Αυτός είναι  ο Οργανικός Νόμος, με τον οποίο διοικήθηκε η Κρήτη για μια δεκαετία (1868-1877).

         Όμως η ημιαυτονομία αυτή της Κρήτης καταπατείται ύστερα από την αποτυχημένη επανάσταση του 1889, που έχει και πάλι αίτημα την Ένωση με την Ελλάδα. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά σε ένα ακόμη πολύ σημαντικό νομοθέτημα που εφαρμόστηκε στη Κρήτη. Αυτό το νομοθέτημα είναι η Σύμβαση της Χαλέπας που υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 1878.

     Μετά το νέο κύκλο επαναστάσεων που ξέσπασαν στη Κρήτη το 1878 και παρά το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε για μια ακόμη φορά η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, έγιναν αξιοσημείωτα βήματα προς την ανεξαρτησία της Κρήτης. Πιο συγκεκριμένα, η κατάρρευση της Τουρκίας στο ρωσο-τουρκικό πόλεμο είχε μοιραίως τις επιπτώσεις της στην εξέλιξη των κρητικών πραγμάτων. Το άρθρο 15 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Φεβρ. 1978) υποχρέωνε απλώς την Τουρκία σε πλήρη εφαρμογή του Οργανικού Νόμου του 1868. Τον Ιούλιο του 1878 οι πρόξενοι των Μ. Δυνάμεων στην Κρήτη επέβαλαν ανακωχή, με την υπόσχεση ότι το Κρητικό Ζήτημα θα απασχολούσε το Συνέδριο του Βερολίνου, που θα εργαζόταν για αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η Γενική Συνέλευση των Κρητών είχε αποφασίσει να αποστείλει δύο αντιπροσώπους της στο Συνέδριο του Βερολίνου, τον Κωσταρό Βολουδάκη και τον Ιωάννη Σφακιανάκη. Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε και ματαίωσε τη μετάβασή τους στο Βερολίνο, επειδή υποψιαζόταν ότι οι Κρήτες αντιπρόσωποι μπορούσαν να προτείνουν τη λύση της ηγεμονίας, εγκαταλείποντας για διπλωματικούς λόγους το πάγιο αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα.

          Η απόφαση των Μ. Δυνάμεων στο Συνέδριο του Βερολίνου δεν ήταν πολύ διαφορετική από εκείνην του Αγίου Στεφάνου. Απλώς επέβαλε στην Τουρκία την εφαρμογή του Οργανικού Νόμου, με όσες τροποποιήσεις θα κρίνονταν αναγκαίες. Έτσι, οι Κρήτες αποφάσισαν να συνεχίσουν την ένοπλη εξέγερσή τους, παρά τις εσωτερικές δυσκολίες που άρχισαν να παρουσιάζονται. Ατασθαλίες στη διαχείριση του πολεμικού υλικού και κυρίως των τροφίμων δίχασαν τους οπλαρχηγούς και οδήγησαν σε θλιβερά επεισόδια, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσαράς, τον Αύγουστο του 1878.

         Ικανοποιημένη η Τουρκία, που αποκλείστηκε για την Κρήτη η λύση της ένωσης, δέχθηκε πρόθυμα την υπόδειξη της Αγγλίας για νέες παραχωρήσεις στο χριστιανικό πληθυσμό του νησιού. Δύο νέοι διαπραγματευτές έφτασαν στην Κρήτη, γαζή Αχμέτ Μουχτάρ πασάς και ο Σελήμ εφέντης, ενώ ο Γενικός Διοικητής Κωστής Αδοσίδης πασάς και ο Άγγλος πρόξενος στα Χανιά Sandwith έπειθαν τη Γενική Συνέλευση των Κρητών να υποδείξει αντιπροσώπους για συνομιλίες. Ανάμεσα στους αντιπροσώπους ήταν και ο νεαρός γιατρός Ιωάννης Σφακιανάκης, γιος του Κ. Σφακιανάκη, Αρχηγού των έξι Ανατολικών επαρχιών κατά την επανάσταση του 1866, «που η επιβλητική παρουσία του, μ’ όλα τα εικοσιοχτώ του χρόνια. Έδωσε τον τόνο στις συνεδριάσεις κι άσκησε ευεργετική επιρροή φρόνησης και ανωτερου πατριωτισμού σ’ όλους». 

Τον Οκτώβριο του 1878 υπογράφηκε η λεγόμενη Σύμβαση της Χαλέπας (από το ομώνυμο προάστιο των Χανίων), που επικυρώθηκε αμέσως με σουλτανικό φερμάνι και αποτέλεσε το νέο πολιτικό Οργανισμό της Κρήτης. Οι κυριότερες διατάξεις του είναι:

  1. Ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης θα μπορεί να είναι και χριστιανός. Η θητεία του ορίζεται σε πέντε χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης.
  2. Ο Γενικός Διοικητής έχει έναν σύμβουλο από το αντίθετο θρήσκευμα (μουσουλμάνο, αν είναι χριστιανός  και αντίθετα).
  3. Η Γενική Συνέλευση έχει 80 μέλη (49 χριστιανούς και 31 μουσουλμάνους).
  4. Ιδρύεται Κρητική Χωροφυλακή.
  5. Αναγνωρίζεται η ελληνική ως επίσημη γλώσσα των δικαστηρίων και της Γενικής Συνέλευσης. Μόνο τα επίσημα πρακτικά, οι αποφάσεις των δικαστηρίων και η επίσημη αλληλογραφία συντάσσονται και στις δύο γλώσσες.
  6. Χορηγείται γενική αμνηστία.
  7. Προβλέπεται προσωρινή απαλλαγή από ορισμένους φόρους.
  8. Επιτρέπεται η ίδρυση φιλολογικών συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων.

        Ο Χάρτης της Χαλέπας ήταν χωρίς αμφιβολία ένα σημαντικό βήμα στη λύση του Κρητικού Ζητήματος, αφού δημιουργούσε καθεστώς ημιαυτόνομης επαρχίας με ιδιαίτερα προνόμια. Πρώτος διοικητής διορίστηκε ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής, που διοίκησε λίγους μόνο μήνες, για να τον διαδεχθεί ο Ιωάννης Φωτιάδης, άνθρωπος μορφωμένος και δραστήριος, με διοικητική και διπλωματική πείρα, πρεσβευτής άλλοτε της Τουρκίας στην Αθήνα. Διοίκησε την Κρήτη ως το 1885, με δικαιοσύνη και φρόνηση. Υποστήριξε την παιδεία, με την ίδρυση και λειτουργία σχολείων, προώθησε τη λύση σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, όπως του τελωνειακού και του βακουφικού και έθεσε τις βάσεις για την εσωτερική οργάνωση του νησιού. Στις μεγάλες πόλεις ιδρύθηκαν φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και πάρθηκαν μέτρα για την προστασία των κρητικών αρχαιοτήτων. Αντίθετα, οι τρεις επόμενοι Γενικοί Διοικητές, ο Σάββας πασάς, ο Κ. Ανθόπουλος και ο Ν. Σαρτίνσκης δεν μπόρεσαν να διοικήσουν ομαλά και παρασύρθηκαν από τις τοπικές αντιθέσεις και τους εσωτερικούς φατριασμούς που άρχισαν να παρουσιάζονται στο νησί.

Ε. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

         Κατά τη δεκαετή περίοδο από την υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας, ως την επόμενη επανάσταση του 1889, η Κρήτη γνώρισε περίοδο έντονων κομματικών διαιρέσεων και φατριασμών, που είχαν δυσμενέστατες επιπτώσεις στην εσωτερική γαλήνη και στην ανάπτυξη του τόπου, καθώς «μετέβαλον πάντας εις εμμανείς πολιτευτάς», κατά την έκφραση του Ελ. Βενιζέλου. Δύο μεγάλα κόμματα δημιουργήθηκαν, των Καραβανάδων και των Ξυπόλυτων. Στο πρώτο, που εκπροσωπούσε τη συντηρητική μερίδα, ανήκαν οι σοβαρότεροι και περισσότερο μορφωμένοι πολιτευτές της Κρήτης και ισχυροί παράγοντες, όπως ο Χατζη- Μιχάλης Γιάνναρης, ο αδελφός του καθηγητής Πανεπιστημίου Αντώνιος Γιάνναρης, ο Ν. Σταυράκης και ο Ι. Σφακιανάκης. Αυτοί κατείχαν και τις σημαντικότερες θέσεις στη διοικητική ιεραρχία της Κρήτης και ονομάζονταν γι’ αυτό από τους αντιπάλους τους Καραβανάδες, επειδή δήθεν απομυζούσαν το δημόσιο ταμείο.

         Οι Ξυπόλυτοι, αντίθετα, εκπροσωπούσαν τις προοδευτικές και φιλελεύθερες τάσεις της εποχής.  Ισχυρά στελέχη της παράταξης αυτής ήταν ο δικηγόρος Κων. Μητσοτάκης, οι αδελφοί Φούμη, ο Σφακιανός Χαρ. Πωλογεωργάκης, ο Κ. Μοάτσος, ο γυμνασιάρχης του Ηρακλείου Αντ. Μιχελιδάκης κ.α. Ανάλογη διαίρεση παρατηρείται και στους μουσουλμάνους της Κρήτης. Το περίεργο, εντούτοις, είναι ότι με τους Καραβανάδες συντάσσονται οι λαϊκοί αγάδες, ενώ τους Ξυπόλυτους υποστηρίζει το ισχυρό κόμμα των μπέηδων.

       Ο κομματικός φανατισμός διχάζει βαθιά τον λαό και οδηγεί πολλές φορές σε πράξεις βίας, σε βανδαλισμούς και φόνους. Παράλληλα, οργιάζει αυτήν την εποχή και η ζωοκλοπή, ένα ενδημικό πάθος της λαϊκής ζωής στην Κρήτη. Ακόμη και στη σύγχρονη πολιτική ζωή, εμείς οι Έλληνες διχαζόμαστε με το να υποστηρίζουμε τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, παραβλέποντας όλα όσα μας ενώνουν, όπως είναι η ίδια θρησκεία, η κοινή εθνική συνείδηση και η ίδια γλώσσα.

     Το Κρητικό Ζήτημα φαίνεται να έχει λησμονηθεί μέσα στην ταραχή και στη δίνη των πολιτικών παθών. Το 1888 προβλήθηκε πάλι η ιδέα για αγγλική προστασία, που την υποστήριζαν και ξένοι, όπως ο παλαιός φίλος της Κρήτης, Αμερικανός Stilmann. Η ιδέα δεν βρίσκει όμως ανταπόκριση στο λαό, ενώ αντίθετα αποκρούεται με φανατισμό. «Προτιμώμεν χιλιάκις την τουρκικήν κυριαρχίαν από πάσης αγγλικής», αναγράφεται στην εφημερίδα «Λευκά Όρη».

        Στις εκλογές του 1888, που έγιναν μέσα σε όργιο νοθείας και παρανομίας, κέρδισε το κόμμα των Ξυπόλυτων. Οι Καραβανάδες όμως αντέδρασαν με τρόπο περίεργο και απροσδόκητο, που είχε βαριές συνέπειες στην πολιτική ζωή του τόπου. Στη Γενική Συνέλευση της 6ης Μαΐου 1889 κατέθεσαν ψήφισμα, με το οποίο κήρυσσαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η πράξη ήταν παράνομη και ευθέως επαναστατική. Ο Γενικός Διοικητής Ν. Σαρτίνσκης, που προήδρευε, μόλις πρόλαβε να διαλύσει τη Γενική Συνέλευση και να εκδώσει ένταλμα να συλληφθούν ηγετικά στελέχη των Καραβανάδων, που ήδη είχαν καταφύγει στα όρη, όπου κήρυξαν νέα επανάσταση. Έτσι, ενώ η Γενική Συνέλευση μένει χωρίς αντιπολίτευση στα χέρια των Ξυπόλυτων, η επανάσταση κερδίζει έδαφος στη λαϊκή συνείδηση. Ο λαός ξεχνά πάλι τα πολιτικά πάθη και ξαναζεί το όνειρο της ένωσης.

         Ωστόσο, οι συνθήκες για την εξάπλωση και την εδραίωση μιας νέας επανάστασης στην Κρήτη δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές. Η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη την αποκηρύσσει, ενώ η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη τις περιστάσεις, σπεύδει να ανακαλέσει τον Γενικό Διοικητή Ν. Σαρτίνσκη και να στείλει στο νησί τον σκληροτράχηλο στρατιωτικό Σακήρ πασά. Ο νέος Γενικός Διοικητής επέβαλε αμέσως τον στρατιωτικό νόμο. Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τα επίκαιρα σημεία του νησιού, ενώ ο μουσουλμανικός όχλος επιδόθηκε πάλι σε βιαιοπραγίες και σε ληστρικές καταδρομές. Τα στρατοδικεία άρχισαν να λειτουργούν και οι θανατικές εκτελέσεις ήταν καθημερινές σε όλη την Κρήτη.

        Η άτυχη αυτή επανάσταση όμως είχε και άλλες συνέπειες. Η Τουρκία, με το πρόσχημα ότι οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί δεν απέδωσαν στην Κρήτη, ανακάλεσε τον Χάρτη της Χαλέπας με το φερμάνι της 17 Δεκεμβρίου 1889, που δημοσιεύτηκε παράνομα και χωρίς να ενημερωθούν οι Μ. Δυνάμεις και επανέφερε στην Κρήτη την τουρκοκρατία των περασμένων καιρών. Ανακλήθηκαν όλα τα προνόμια της πολιτικής και της θρησκευτικής ελευθερίας και επιβλήθηκε βαρύτατη φορολογία. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι Κρήτες ήταν η παθητική αντίσταση, που εκδηλώθηκε με αθρόες παραιτήσεις από τις δημόσιες θέσεις.

ΣΤ. Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΟΥ 1890-1895

         Η πενταετία που ακολούθησε, ήτοι το 1890-1895 είναι από τις πιο ζοφερές περιόδους της τουρκοκρατίας στην Κρήτη. Αναβίωσαν πάλι τα παλαιά πάθη και τα μίση και οι βιαιοπραγίες ήταν φαινόμενο καθημερινό. Οι νέες εξελίξεις έπεισαν τους ηγέτες των Κρητών ότι η λύση της ένωσης με την Ελλάδα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με τοπικές επαναστάσεις, παρά μόνο στο πλαίσιο ευρύτερης κρίσης στον βαλκανικό χώρο. Έτσι, άρχισε να δημιουργείται και να προβάλλεται η μεταπολιτευτική ιδέα, δηλαδή η ίδρυση μιας αυτόνομης ή ημιαυτόνομης ηγεμονίας στην Κρήτη, υπό την προστασία των Μ. Δυνάμεων και να μετατίθεται στο μέλλον και σε συνθήκες ευνοϊκότερες ο στόχος της ένωσης. Την ιδέα προωθούσε ο δυναμικός αρχιμανδρίτης Παρθένιος Κελαϊδής, ως τον Ιούνιο του 1892, όταν απελάθηκε από την Κρήτη. [..]

        Την κρίσιμη αυτήν εποχή εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο ο Σφακιανός πολιτευτής Μανούσος Κούνδουρος που ήταν από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κρήτης του 19ου αιώνα, πρωτοδίκης στο Βάμο από το 1890. Ήταν από τους λίγους που επεδίωξαν δημόσιες θέσεις σε μια περίοδο γενικής παθητικής αντίστασης, γιατί έκρινε ότι από την θέση αυτή θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά την πατρίδα του. Πίστευε ότι η αυτονομία θα ήταν το προστάδιο της ένωσης και κινήθηκε μυστικά προς την οργάνωση μιας Μεταπολιτευτικής Επιτροπής, η οποία θα προετοίμαζε νέα επανάσταση. Οι απόψεις του, που υποστηρίζονταν και από τον Άγγλο πρόξενο στα Χανιά Billioti, αναπτύσσονταν με σαφήνεια και πληρότητα σε Υπόμνημα που ενέκρινε η Γενική Συνέλευση του λαού και υποβλήθηκε στους Προξένους των Μ. Δυνάμεων. [..] Οι βασικές αρχές της νέας αυτής πολιτικής ήταν: Να ανακηρυχθεί η Κρήτη σε αυτόνομη πολιτεία φόρου υποτελή στον σουλτάνο, έναντι 15.000 οθωμανικών λιρών ετησίως. Η Κυβέρνησή της θα ασκείται από χριστιανό διοικητή με πενταετή θητεία, χωρίς ο σουλτάνος να έχει το δικαίωμα της αντικατάστασής του. Να επαναχορηγηθούν με ουσιώδεις βελτιώσεις τα προνόμια που παραχωρούσε ο Χάρτης της Χαλέπας.    

           Με την επανάσταση του 1895 και με αφορμή της βιαιότητες του τουρκικού στοιχείου, αναγκάζονται οι Μ. Δυνάμεις να επέμβουν πιο δυναμικά. Οι Μ. Δυνάμεις έπεισαν την Υψηλή Πύλη να προβεί σε νέες παραχωρήσεις. Ο σουλτάνος αναγκάστηκε να παραχωρήσει  στους Χριστιανούς πληρεξουσίους το Νέο Οργανισμό της Κρήτης. Κύρια στοιχεία αυτού είναι ότι: Διορίζεται χριστιανός Διοικητής από τον σουλτάνο, με πενταετή θητεία και με την έγκριση των Μ. Δυνάμεων. Οι θέσεις των χριστιανών υπαλλήλων θα είναι διπλάσιες από τις θέσεις των Οθωμανών. Οργανώνεται κρητική Χωροφυλακή, με ευρωπαίους αξιωματούχους. Παραχωρείται πλήρης οικονομική και δικαστική ανεξαρτησία με την εγγύηση των Μ. Δυνάμεων.

  1. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1898 – 1906

Α. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1897 ΚΑΙ Η ΗΡΩΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΓΙΑΛΕ-ΚΑΓΙΑΛΕΔΑΚΗ

          Οι άγριες σφαγές των χριστιανών στα Χανιά το 1897 από τον τουρκικό όχλο, προκάλεσαν την επίσημη επέμβαση της Ελληνικής Κυβέρνησης, που  έστειλε στην Κρήτη το συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο με εκστρατευτικό σώμα 1.500 ανδρών με σκοπό να καταλάβει την Κρήτη και να κηρύξει την Ένωσή της με την Ελλάδα. Η νέα αυτή επανάσταση απλώθηκε  γρήγορα και σκληρές μάχες διεξήχθησαν σε ολόκληρη την Κρήτη.

        Αξίζει να αναφερθεί το ακόλουθο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 9 Φεβρουαρίου του 1897 στον Προφήτη Ηλία του Ακρωτηρίου Χανίων Κρήτης. ,Εκεί οχυρώθηκαν οι επαναστάτες και ύψωσαν την ελληνική σημαία που τους παρέδωσε ο ύπαρχος του θωρηκτού «Ύδρα» Κωνσταντίνος Κανάρης, εγγονός του ναύαρχου Κανάρη. Εκτός από τους Τούρκους, είχαν να αντιμετωπίσουν και την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων (Ιταλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Αγγλίας και Ρωσίας), που είχαν ξεκινήσει σφοδρό βομβαρδισμό.

          Μία από τις οβίδες χτύπησε και κατέρριψε τον ιστό που στήριζε την ελληνική σημαία. Ο οπλίτης Σπύρος Καγιαλές-Καγιαλεδάκης προέβη σε μια πράξη πραγματικά ηρωική: Πετάχτηκε κυριολεκτικά μέσα στην πύρινη κόλαση του βομβαρδισμού, όταν μια οβίδα που θρυμμάτισε τον ιστό της ελληνικής σημαίας και την έριξε κάτω. Άρπαξε τότε την ελληνική σημαία και την ανύψωσε κάνοντας το ίδιο του το σώμα κοντάρι, θυσιάζοντας  την ζωή του στο όνομα της Ελευθερίας. Μάλιστα, ο Ιταλός επικεφαλής του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων, υποναύαρχος Κανεβάρο, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Η ανύψωση της σημαίας με αυτόν τον τόσο ηρωικό τρόπο, αποτέλεσε μια στιγμή της ζωής μου που δεν θα λησμονήσω ποτέ».

Β. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΩΣ ΥΠΑΤΟΣ ΑΡΜΟΣΤΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

          Παράλληλα, οι ξένες Δυνάμεις παράλληλα ως λύση πρότειναν την αυτονομία της Κρήτης.  Οι πρεσβευτές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Ιταλίας ζήτησαν από τον βασιλιά Γεώργιο της Ελλάδας να εγκρίνει το διορισμό του Πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου Αρμοστή των Μ. Δυνάμεων υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 και παρά τη διαμαρτυρία της Πύλης, φτάνει στα Χανιά, ως πρώτος Ύπατος Αρμοστής, ο Πρίγκιπας Γεώργιος. Με την έκρηξη του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η Ελλάδα αναγκάζεται να ανακαλέσει τις δυνάμεις της από την Κρήτη. Οι επικεφαλείς της Κρητικής επανάστασης δέχονται τη λύση της αυτονομίας υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.

         Μόλις  ο Γεώργιος ανέλαβε τα καθήκοντά του, απηύθυνε προς τον κρητικό λαό διάγγελμα, με το οποίο τον καλούσε σε πειθαρχία στους νόμους και σε ειρηνική συμβίωση: «.. Θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν υπέρ της ευημερίας σας, θα φροντίσω να διοικηθήτε καλώς, δικαίως και αμερολήπτως, ν’ αποκτήσετε ανεξαιρέτως ασφάλειαν αληθή, ην εγγυάται μόνον το κράτος του νόμου και θεσμοί λυσιτελείς. Πέποιθα ότι θα είσθε φρόνιμοι, θα πειθαρχήτε εις τας Αρχάς…. Θα λησμονήσετε τας εκ του παρελθόντος διαμάχας σας και αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος θα συμβιώσετε εν ειρήνη, κοινής και φιλοστόργου πατρίδος…».

          Η κρητική σημαία υψώθηκε στο φρούριο του Φιρκά. Η τουρκική σημαία διατηρήθηκε μόνο στο φρούριο της Σούδας, ως τελευταίο σύμβολο της τουρκικής επικυριαρχίας στην Κρήτη. Οι τέσσερις Μ. Δυνάμεις έθεσαν το νησί υπό την υψηλή προστασία τους κατά διαμερίσματα: οι Ιταλοί τα Χανιά, οι Ρώσοι το Ρέθυμνο, οι Άγγλοι το Ηράκλειο και οι Γάλλοι το Λασίθι. Τα Χανιά, πρωτεύουσα της Κρητικής Πολιτείας, βρίσκονταν υπό καθεστώς συλλογικής προστασίας.

           Οι ξένοι ναύαρχοι αναχώρησαν την επόμενη ημέρα (10 Δεκεμβρίου) και αμέσως άρχισε το δυσχερές έργο της οργάνωσης της Κρητικής Πολιτείας. Ορίστηκε Επιτροπή δεκαέξι μελών, απαρτιζόμενη από 12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους, υπό την προεδρία του Ιωάννη Σφακιανάκη, με την εντολή να εκπονήσει το σχέδιο του κρητικού Συντάγματος. Παράλληλα, προσχώρησαν οι πολιτικές πράξεις χωρίς χρονοτριβή. Στις 9 Ιανουαρίου 1899 δημοσιεύτηκε το διάταγμα «Περί συγκροτήσεως της Κρητικής Συνελεύσεως» και προκηρύχθηκαν γενικές εκλογές για την ανάδειξη πληρεξουσίων. Στις εκλογές αυτές που έγιναν στις 24 Ιανουαρίου 1899 με υποδειγματική τάξη, αναδείχθηκαν 138 χριστιανοί και 50 μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι. Η πρώτη πανηγυρική συνεδρία της Κρητικής Συνελεύσεως έγινε στις 8 Φεβρουαρίου, ενώ το κρητικό σύνταγμα, αφού εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των Πρέσβεων των Προστάτιδων Δυνάμεων στη Ρώμη, δημοσιεύθηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας (16 Απριλίου 1899) και εφαρμόστηκε αμέσως.

       Η Κρητική Πολιτεία αποτελούσε πια μια πραγματικότητα. Στις 29 του Απρίλη, ο Πρίγκιπας σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση, με την ακόλουθη σύνθεση Συμβούλων: (Υπουργοί) Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών και της Συγκοινωνίας, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημόσιας Εκπαίδευσης και των Θρησκευτικών, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χουσεϊν Γεννιτσαράκης της  Δημόσιας Ασφάλειας.

        Η πρώτη αυτή κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας εργάστηκε με ζήλο Κι απέδωσε έργο σημαντικό. Εξέδωσε τάχιστα νόμους και διατάγματα, έκοψε κρητικό νόμισμα (τη δραχμή), ίδρυσε την Κρητική Τράπεζα και οργάνωσε Χωροφυλακή, με Ιταλούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς (καραμπινιέρους). Ιδιαίτερη ήταν η μέριμνα για την εκπαίδευση και για τη δημόσια υγεία. Μεταξύ των πρώτων υγειονομικών μέτρων της πρώτης αυτής κυβέρνησης ήταν η αποτελεσματική προστασία του λαού από την λέπρα, που είχε καταντήσει νόσημα ενδημικό στην Κρήτη. Για την απομόνωση και την περίθαλψη των λεπρών ιδρύθηκε το 1903 το λεπροκομείο της Σπιναλόγκας. Γενικά, τα πρώτα έτη της αρμοστείας του Γεωργίου «υπήρξαν έτη ευδαίμονα διά την Κρήτην υπό έποψιν δημοσίας τάξεως, διοργανώσεως και εργασίας εκπολιτιστικής», σημειώνει στο Ημερολόγιό του ο Μ. Κούνδουρος.

Γ. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

            Αλλά το σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας είχε μερικά οργανικά μειονεκτήματα. Ήταν υπερβολικά συντηρητικό και παραχωρούσε στον Ηγεμόνα, όπως τιτλοφορούσε τον Αρμοστή, υπερεξουσίες, που μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν στο δεσποτισμό. Ρητά αναγραφόταν στο σύνταγμα ότι «ο Ηγεμών μετέχει ενεργώς και εποπτεύει πασών των Αρχών και εν γένει κυβερνά και παριστά την Πολιτείαν». Η ασάφεια επίσης στον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των οργάνων της διοίκησης δημιουργούσε πολύ σύντομα προσωπικά και διοικητικά προβλήματα. Τον αρχικό ενθουσιασμό διαδέχθηκε σύντομα γενική δυσφορία, που την έκανε εντονότερη η κατάληψη των μεγάλων θέσεων και των αξιωμάτων από Αθηναίους συμβούλους του Γεωργίου και ο παραγκωνισμός των Κρητών. Ο παλαίμαχος αρχηγός Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης και άλλοι οπλαρχηγοί υπέγραψαν και υπέβαλαν στον Γεώργιο εντονότατη διαμαρτυρία ( 30 Ιουλίου 1905).

          Εκτός όμως από τις συνταγματικές και διοικητικές αυτές αδυναμίες, δεν άργησε να φανεί και διάσταση απόψεων στο κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Ο Γεώργιος έμενε πιστός στο καθεστώς της Αυτονομίας, όπως το προσδιόρισαν οι Μ. Δυνάμεις και φαινόταν να πιστεύει ότι η λύση του μεγάλου εθνικού θέματος θα ωρίμαζε με συνεχείς παραστάσεις και με σχετικά υπομνήματα. Παρόλα αυτά, οι Μ. Δυνάμεις φαίνονταν απρόθυμες να ανακινήσουν το Κρητικό Ζήτημα και επέμεναν στη παγίωση του status quo της Κρητικής Πολιτείας.

         Αντίθετες ήταν οι απόψεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, συμβούλου (υπουργού) της Δικαιοσύνης, που είχε ήδη αναδειχθεί σε ηγετική μορφή με ευρύτερη ακτινοβολία. Στο επίμαχο και μέγα εθνικό ζήτημα της ένωσης ο Βενιζέλος πίστευε ότι η λύση θα ήταν σταδιακή, με βαθμιαίες κατακτήσεις και ως πρώτη κατάκτηση θεωρούσε την απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων από τις κρητικές πόλεις και την αντικατάστασή τους από εντόπια πολιτοφυλακή, με Έλληνες αξιωματικούς.

      Τις απόψεις του αυτές εισηγήθηκε στον Γεώργιο και τις ανέπτυξε στο Ηγεμονικό Συμβούλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1901, χωρίς όμως να βρει υποστηρικτές. Ο Βενιζέλος επίσης είχε καταστήσει σαφές ότι δεν αναγνώριζε στον Πρίγκιπα το δικαίωμα της προσωπικής διαχείρισης του εθνικού ζητήματος και το δήλωνε με αξιοθαύμαστη παρρησία: «Ως ένας εκ των τριακοσίων χιλιάδων Κρητών, δεν σας εκχωρώ το δικαίωμά μου, ώστε μόνος σεις να ρυθμίζετε αυτοβούλως την εθνικήν πολιτικήν του τόπου μου».

          Έτσι, η ρήξη του Βενιζέλου με τον Ύπατο Αρμοστή ήταν πια φανερή και εκδηλώθηκε με συκοφαντικά και χαλκευμένα δημοσιεύματα, που άνθρωποι του Γεωργίου διοχέτευαν στια αθηναϊκές εφημερίδες εις βάρος του Βενιζέλου. Η απόλυση του Βενιζέλου από το αξίωμα του Συμβούλου της Δικαιοσύνης ήταν αναπόφευκτη (18 Μαρτίου 1901). Για να αποκρούσει τις κακοήθεις συκοφαντίες και για να υποστηρίξει τις απόψεις του, ο Βενιζέλος δημοσίευσε στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων που ο ίδιος εξέδιδε, πέντε πολύκροτα άρθρα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γεννηθήτω φως».

        Ο μεγάλος πολιτικός δήλωνε με παρρησία ότι δεν αποσκοπούσε στην υπονόμευση της πριγκιπικής πολιτικής  και δήλωνε με γενναιότητα ότι υποχωρούσε από τις θέσεις του, για να μην εξασθενίσει το εθνικό μέτωπο της Κρήτης. Ο Γεώργιος όμως υπακούοντας στις εισηγήσεις των φανατικών αντιβενιζελικών συμβούλων του, ακολουθούσε πολιτική αδιαλλαξίας και έκοψε όλες τις γέφυρες αποκατάστασης των σχέσεων και συνδιαλλαγής με τον πρώην υπουργό του.  Έχασε μάλιστα την αυτοκυριαρχία του και προχώρησε σε μέτρα αυταρχικά, με την απαγόρευση της ελευθεροτυπίας και με διώξεις και φυλακίσεις εξεχόντων μελών της αντιπολίτευσης.

Δ. ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΘΕΡΙΣΟ (1905) ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ    

        Οι αυθαιρεσίες του Αρμοστή Κρήτης Πρίγκιπα Γεώργιου προκάλεσαν την οργή των Κρητικών και το 1905 εξεγέρθηκαν εναντίον του πραγματοποιώντας τη περίφημη “Επανάσταση του Θέρισου”.  Πιο συγκεκριμένα, η κατάσταση έφτασε σε κρίσιμο σημείο και η εσωτερική ενότητα της Κρητικής Πολιτείας κλονίστηκε σοβαρά, όταν οι εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης συνέταξαν και υπέγραψαν προκήρυξη (26 Φεβρουαρίου 1905), με την οποία ζητούσαν μεταβολή του συντάγματος της Κρήτης.

       Σύμφωνα με το επαναστατικό κείμενο, αναφέρεται ότι: «Οι υπογεγραμμένοι αποτελούντες την ηνωμένην εν Κρήτη αντιπολίτευσιν, συνελθόντες εν Χανίοις τη 26 Φεβρουαρίου 1905, αποσκοπούντες εις την εκπλήρωσιν του Εθνικού Προγράμματος, αποφασίζομεν: α) Πρώτον και κύριον μέλημα ημών έστω η επίτευξις του από αιώνων επιδιωκομένου σκοπού της ενώσεως της Κρήτης μετά της ελευθέρας Ελλάδος. β) Αδυνάτου αποβαίνοντος του σκοπού τούτου, θέλομεν επιδιώξει την πολιτικήν προσέγγισιν της πατρίδος μας προς την ελευθέραν Ελλάδα, μεταβαλλομένης από διεθνούς απόψεως της σημερινής καταστάσεως. γ) Μη εκπληρουμένου μηδέ του σκοπού τούτου θέλομεν επιδιώξει  την αναθεώρησιν του ημηετέρου συντάγματος κατά το πρότυπον του ελληνικού, όπως απαλλαγή ο τόπος του δεσποτισμού. Του προγράμματος τούτου την πραγμάτωσιν θέλομεν επιδιώξει και δι’ ενόπλων λαϊκών συναθροίσεων. Εν ταις ενεργείαις ημών δεν θέλομεν επιδιώξει προσωπικήν μεταβολήν, αλλ’ επελθούσης τοιαύτης θέλομεν αποκρούσει παντί σθένει και διά των όπλων έτι πάντα μη Έλληνα κυβερνήτην».

         Αυτό ήταν το προμήνυμα της επανάστασης, που εκδηλώθηκε λίγες ημέρες αργότερα (10 Μαρτίου 1905) και είναι γνωστή ως επανάσταση του Θερίσου. Ήδη από τις αρχές του έτους εκείνου είχαν προκηρυχθεί εκλογές, στις 20 Μαρτίου, για την ανάδειξη 64 βουλευτών, στους οποίους θα προσετίθεντο 10 ακόμη διοριζόμενοι απευθείας από τον Πρίγκιπα, σύμφωνα με το σύνταγμα. Η αντιπολίτευση αποφάσισε να μην κατέλθει στις εκλογές, κατήγγειλε τα ανελεύθερα μέτρα του Πρίγκιπα και τις μεθόδους εκλογικής βίας και κάλεσε με προκήρυξη τον λαό σε αποχή.

      Έτσι, οι αντιπολιτευόμενοι αντί να κατέλθουν στην εκλογική μάχη, συγκεντρώθηκαν στο χωριό Θέρισο της ορεινής Κυδωνίας και κήρυξαν ένοπλο αγώνα κατά της Αρμοστείας. Στην επαναστατική συνέλευση της 11 Μαρτίου κηρύχθηκε η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και υψώθηκε η ελληνική σημαία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, φυσικός αρχηγός του νέου αυτού επαναστατικού κινήματος, ανέλυσε με σαφήνεια την πολιτική κατάσταση της Κρήτης, σε πανηγυρικό λόγο, που εξεφώνησε στα Κεραμειά στις 25 Μαρτίου 1905, με ευκαιρία της εθνικής επετείου:

        «… Ευθύς εξαρχής ωνόμασαν τον Πρίγκιπα αντιπρόσωπον της εθνικής ιδέας εν Κρήτη. Κατά του τίτλου τούτου διεμαρτυρήθην και διαμαρτύρομαι. Η Κρήτη δεν έχει ανάγκην αντιπροσώπων της Εθνικής Ιδέας. Τίτλοι αυτής είναι οι αγώνες της. Εδέχθημεν τον Ύπατον Αρμοστήν μόνον ως κομίζοντα τον αρραβώνα της ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος. Αλλ’ ο αρραβών διήρκεσε τόσον πολύ, ώστε το στάδιον της μνηστείας κατήντησεν απεχθές, καθ’ όσον δεν επήλθεν η πρόοδος η προσδοκωμένη και συμφυής προς την απόκτησιν της ελευθερίας.

        Υπό το απεχθές τούτο  καθεστώς παρενεβλήθησαν παρεξηγήσεις, αίτινες το κατέστησαν απεχθέστερον. Καθ’ έκαστον ταξίδιον του Πρίγκιπος επιστεύετο ότι θα γίνη η ένωσις. Παρήλθον ήδη εξ έτη. Ήτο φυσικόν ο Κρητικός Λαός να προσφύγη άπαξ έτι εις τα όπλα, όπως καταστήσει ευαργεστέραν την ανάγκην της εθνικής του αποκαταστάσεως. Υπάρχουν οι φρονούντες ότι το κίνημα τούτο είναι άκαιρον. Δεν έχει, άραγε, αναγνωρισθή ότι η μόνη λύσις του Κρητικού Ζητήματος είναι η ένωσις της Κρήτης μετά του Βασιλείου της Ελλάδος; Την ένωσιν, λέγουν, θα την κάμη μόνον όταν θελήσει ο υιός του βασιλέως της Ελλάδος! Διαμαρτύρομαι και κατά της αντιλήψεως αυτής. Δεν δυνάμεθα να αναθέσωμεν το εθνικόν μας μέλλον εις μίαν οικογένειαν…». [..]

         Ο Πρίγκιπας είχε υπό τον έλεγχό του μόνο την εντόπια χωροφυλακή, που κι αυτή δεν ήταν πιστά αφοσιωμένη. Οι Μ. Δυνάμεις τηρούσαν στάση επιφυλακτική, με μοναδική εξαίρεση τη Ρωσία, που φανερά υποστήριζε τον Πρίγκιπα. Το ρωσικό πολεμικό «Χάμπρι» με το ναύαρχο Ουρμπάνοβιτς βομβάρδισε επανειλημμένως τις θέσεις των επαναστατών. Ο Βενιζέλος είχε σωστά εκτιμήσει τη διεθνή πολιτική και ήταν βέβαιο για την ασυμφωνία των Μ. Δυνάμεων, που ευνοούσε τα δικά του σχέδια.

        Σε συντομότατο χρονικό διάστημα ο Βενιζέλος οργάνωσε στο Θέρισο την «Προσωρινή Κυβέρνηση Κρήτης», η οποία προέβη αμέσως στην έκδοση γραμματίων για εσωτερικό πατριωτικό δάνειο 100.000 δραχμών, οργάνωσε υπηρεσίες (οικονομικών, συγκοινωνιών, εσωτερικών), τύπωσε γραμματόσημα και εξέδιδε την εφημερίδα «Το Θέρισο». Από την άλλη, ο Πρίγκιπας καταθορυβημένος κήρυξε στη Κρήτη με την έγκριση των Μ. Δυνάμεων τον στρατιωτικό νόμο. Ακόμη, η Κρητική Βουλή που ελεγχόταν από τον ίδιο, ψήφισε το νόμο «Περί ιδρύσεως σώματος δημοφρουρών» (ροπαλοφόρων). Έτσι τα πράγματα προχωρούσαν προς εμφύλιο πόλεμο, αφού στην Κρήτη υπήρχαν ήδη δύο κυβερνήσεις, του Αρμοστή και των επαναστατών στο Θέρισο. Ευτυχώς, η αναμέτρηση περιορίστηκε μόνο σε μικροσυμπλοκές στην περιοχή των Χανίων με ελάχιστα θύματα.

        Η αντίθεση πέρασε αμέσως στο πεδίο της διπλωματίας και οι αντιπρόσωποι των Μ. Δυνάμεων βλέποντας τη φανερή πτώση της δημοτικότητας του Πρίγκιπα, αλλά και την καθολική αποδοχή των επαναστατικών ιδεών, κινήθηκαν προς την εξομάλυνση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις. Ήταν αυτό ακριβώς που επεδίωκε ο Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τους Προξένους των Μ. Δυνάμεων στην Αγία Μονή των Μουρνιών (2 Νοεμβρίου 1905), όπου υπεγράφη το πρωτόκολλο για τον τερματισμό του κινήματος, με ουσιαστική αποδοχή των όρων της επανάστασης.

       Ακόμη, τον Φεβρουάριο του 1906 έφθασε στη Κρήτη Διεθνής Επιτροπή που εξέτασε επιτοπίως το θέμα και υπέβαλε σχετική έκθεση. Έπειτα από μακρότατες και επίπονες διαβουλεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση και με τον Βενιζέλο, οι Μ. Δυνάμεις κατέληξαν σε ρύθμιση του Κρητικού Ζητήματος, της οποίας το οριστικό κείμενο, που επιδόθηκε στον Πρίγκιπα στις 23 Ιουλίου 1906, προέβλεπε την οργάνωση Κρητικής Χωροφυλακής με εντελώς νέο σχήμα, την ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής με Έλληνες αξιωματικούς, που θα υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους από τον ελληνικό στρατό και την ανάκληση των ξένων στρατευμάτων μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στο νησί.

       Η πολιτική του Βενιζέλου ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος. Η Β΄ Συντακτική Συνέλευση των Κρητών, που ανέλαβε να εκπονήσει νέο Σύνταγμα, εξέδωσε μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικής συμφιλίωσης το ενωτικό ψήφισμα της 30ης Ιουλίου 1906. Οι Μ. Δυνάμεις παραχώρησαν στην κυβέρνηση της Κρήτης δάνειο 9.300.000 γαλλικών φράγκων και ρύθμισαν συνάμα το ζήτημα των τόκων των προηγούμενων δανείων. Επίσης, με νέα απόφασή τους, που ανακοινώθηκε στις 14 Αυγούστου 1906, παραχωρούσαν στον Βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄, το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή της Κρήτης. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό βήμα στη προώθηση του Κρητικού Ζητήματος. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 ο Πρίγκιπας Γεώργιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει την Κρήτη γεμάτος πικρία.

        Ευθύς μετά την παραίτηση του Πρίγκιπα Γεωργίου, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ υπέδειξε νέο Ύπατο Αρμοστή Κρήτης, τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρώην πρωθυπουργό και μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, πολιτικά έμπειρο και άνδρα υψηλού ήθους. Από τον Ιούνιο του 1906, με κοινή συμφωνία των επαναστατών Θερίσου και των αντιπροσώπων της Κρητικής Βουλής, είχε συγκροτηθεί η Β΄ Συντακτικής Συνέλευση, με πρόεδρο τον Αντώνιο Μιχελιδάκη. Η Συνέλευση εργάστηκε κοπιωδώς και στις 2 Δεκεμβρίου 1906 υπέβαλε στον Ζαΐμη το νέο κρητικό σύνταγμα.

 

Β. Η Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΑΙΜΗΣ ΩΣ ΝΕΟΣ ΥΠΑΤΟΣ ΑΡΜΟΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

           Ο Ζαΐμης ορκίστηκε πίστη στο νέο σύνταγμα και σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση. Ένας άρτιος κρατικός μηχανισμός άρχισε πάλι να λειτουργεί στην Κρήτη. Η οικονομία ανέλαβε γρήγορα, η δημόσια διοίκηση οργανώθηκε, στον τομέα της δικαιοσύνης ψηφίστηκαν νέοι νόμοι και ιδιαίτερη φροντίδα καταβλήθηκε για τη δημόσια υγεία και την παιδεία. Ακόμη, με ιδιαίτερο διάταγμα, που εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1907, συγκροτήθηκε η Πολιτοφυλακή της Κρήτης, δηλαδή ο πρώτος στρατός της νήσου, που εξελίχθηκε γρήγορα σε αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, όπως φάνηκε λίγο αργότερα στους Βαλκανικούς πολέμους κατά τα έτη 192-1913, κατά τους οποίους διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο. Τον Ιούλιο του 1907 αποσύρθηκε από την Κρήτη ένα μεγάλο μέρος από τα στρατεύματα των Μ. Δυνάμεων, οι οποίες τώρα ανέλαβαν επίσημα την υποχρέωση να εκκενώσουν εντελώς την Κρήτη μέσα σε έναν χρόνο, με μόνη εγγύηση την ασφάλεια των μουσουλμάνων της νήσου, πράγμα που έγινε.

        Το 1908, έπειτα από την προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης από την Αυστρία και την ανακήρυξη της Βουλγαρίας σε βασίλειο με ταυτόχρονη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας, το Κρητικό ζήτημα πήρε νέα διάσταση λόγω της ταχύτητας των γεγονότων. Μετά από μια σειρά έντονων λαϊκών κινητοποιήσεων και σωρείας ψηφισμάτων, η Κρητική Βουλή επικύρωσε τα ψηφίσματα της ένωσης, εξέδωσε επίσης δικό της πανηγυρικό ψήφισμα και προχώρησε στην κατάργηση της Αρμοστείας.

          Ειρήσθω εν παρόδω, την εποχή εκείνη είχε γίνει γνωστή η επανάσταση των Νεοτούρκων και όσα κράτη είχαν εκκρεμότητες με την Οθωμανική αυτοκρατορία, έσπευδαν να τις τακτοποιήσουν πριν στερεωθεί το νεοτουρκικό καθεστώς. Η Κρήτη προκάλεσε την οργή των Νεοτούρκων (ενώ δεν είχαν αντιδράσει στις άλλες περιπτώσεις), οι οποίοι απειλούσαν την Ελλάδα με ένα νέο ’97, εάν δεν αποδοκίμαζε ρητά την ένωση. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση των Νεοτούρκων είχε καθαρά στρατιωτικό συνωμοτικό χαρακτήρα και επικεντρώθηκε στην Μακεδονία, όπου ενισχυόταν από Εβραίους και ελευθεροτέκτονες (μασόνους) της Θεσσαλονίκη;. Μετά  δε από την αποτυχημένη απόπειρα επαναφοράς της απολυταρχίας (31 Μαρτίου 1909), ο Αβδούλ Χαμίτ εκθρονίστηκε και κυριάρχησαν ολοκληρωτικά οι Νεότουρκοι, οι οποίοι για εσωτερική κατανάλωση επεδίωκαν κάποιον εύκολο πολεμικό θρίαμβο και πίστευαν ότι η Ελλάδα προσφερόταν για κάτι τέτοιο.

       Το κρητικό σύνταγμα καταργήθηκε και εισήχθη το ελληνικό. Η ελληνική κυβέρνηση για να αποφύγει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και τις διεθνείς περιπλοκές, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της ένωσης και περιορίστηκε σε παρασκηνιακές οδηγίες. Οι Μ. Δυνάμεις φάνηκαν να δέχονται σιωπηρά τις νέες εξελίξεις στην Κρήτη και δεν αντέδρασαν, παρά τις συνεχείς και έντονες διαμαρτυρίες της Τουρκίας. Όταν όμως στο φρούριο του Φιρκά υψώθηκε η ελληνική σημαία, οι αντιπρόσωποι των Μ. Δυνάμεων απαίτησαν αμέσως την υποστολή της. Η Κυβέρνηση της Κρήτης βρέθηκε τότε σε δύσκολη θέση και παραιτήθηκε. Άγημα των Μ. Δυνάμεων αποβιβάστηκε στο Φιρκά και απέκοψε τον ιστό της ελληνικής σημαίας καθώς δεν βρέθηκε Κρητικός να την υποστείλει.

Γ. Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΝ 1Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1913

         Τα επόμενα έτη διεξήγοντο συνεχείς εκλογές και μέχρι την ένωση η Κρήτη διοικήθηκε με το σύστημα των τριμελών επιτροπών.  Η ελληνική κυβέρνηση, ακόμη και με Πρόεδρο τον Βενιζέλο, απέρριπτε σταθερά το αίτημα των Κρητών βουλευτών, να γίνουν δεκτοί στο εθνικό κοινοβούλιο, Την άρνηση επέβαλαν λόγοι διπλωματικοί, για να αποφευχθεί αντίδραση της Τουρκίας, αλλά και των Μ. Δυνάμεων, που διακήρυτταν ότι δεν θα επιτρέψουν μεταβολή του status quo της Κρητικής Πολιτείας. Στην πράξη η ένωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μ. Δυνάμεων και της Τουρκίας. Όλα τα σύμβολα της επικυριαρχίας και της προστασίας είχαν πια εξαφανιστεί από το νησί.

       Η Ένωση με την Ελλάδα, που τόσο αίμα και τόσα δάκρυα κόστισε στην ηρωική Μεγαλόνησο, πραγματοποιήθηκε με την κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου στις 12 Οκτωβρίου 1912. Ειδικότερα, και μετά από όλα τα ως άνω, στις 17/30 Μαΐου 1913 επικυρώθηκε η τελική ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα και υψώθηκε η ελληνική σημαία στο νησί.

      Με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μ. Δυνάμεις. Με την ιδιαίτερη μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας Συνθήκη της 1ης Νοεμβρίου 1913, ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας στην Κρήτη. Η προσάρτηση της νήσου στην Ελλάδα είχε ήδη πραγματοποιηθεί.  Με προκήρυξη που απηύθυνε στον κρητικό λαό ο Στέφανος Δραγούμης στις 28 Νοεμβρίου 1913, γνωστοποιούσε την άφιξη του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου στα Χανιά για την επίσημη ανακήρυξη της ένωσης, την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1913. Οι λαϊκές εκδηλώσεις υπήρξαν πρωτοφανείς. Κατά την επίσημη τελετή η ελληνική σημαία υψώθηκε στο φρούριο του Φιρκά. Στο ίδιο σημείο, όπου άλλοτε υψωνόταν η τουρκική σημαία, στήθηκε μαρμαρωμένη επιγραφή, που έγραφε:

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ

1669-1913

ΗΤΟΙ 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ

ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ

 

Άννα Παυλίδου, Νομικός – Δημοιογράφος