Στη σύγχρονη εποχή της πολιτικής αστάθειας, του κοινωνικού αμοραλισμού, της συνεχούς εμβάθυνσης της οικονομικής κρίσης, της μακροχρόνιας ανεργίας, της παραπληροφόρησης από τα ΜΜΕ και τα social media, της προβολής λανθασμένων προτύπων ζωής, της αύξησης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, της συνακόλουθης κρίσης στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις και της διάχυτης απαισιοδοξίας για το μέλλον, παρατηρείται ότι το κοινωνικό πρόβλημα της βίας κατά των γυναικών έχει λάβει σήμερα αρκετά μεγάλη έκταση σε σύγκριση με το παρελθόν.

 Βέβαια σημειώνεται ότι η βία κατά των γυναικών συμβαίνει και στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και συνεπώς, δεν κάνει διακρίσεις. Παρόλα αυτά η άγνοια, η ανεπαρκής ενημέρωση, οι ευήθεις δηλώσεις  αυτόκλητων «δημόσιων» προσώπων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης  αλλά και ο φόβος της αποκάλυψης του γεγονότος σχετικά με το μείζον αυτό ζήτημα σε συνδυασμό με την επικράτηση απαρχαιωμένων αντιλήψεων σε μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, επιτρέπουν την διαιώνιση του προβλήματος του οποίου οι συνέπειες είναι ανεπανόρθωτες ή κατ’ ελάχιστο, δυσχερώς επανορθώσιμες. Κρίνεται για τον λόγο αυτόν σκόπιμο να γίνει εκτενής ανάλυση του προβλήματος προκειμένου να ενημερωθεί ορθά το αναγνωστικό κοινό.

Ι. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Α) Διεθνείς συμβάσεις

Αρχικά είναι σημαντικό το να γίνει μνεία στα κάτωθι άρθρα σημαντικών διεθνών κειμένων δυνάμει των οποίων γίνεται προσπάθεια να κατοχυρωθεί έστω τυπικά η ισότητα των δύο φύλων. Πρωτίστως, στο άρθρο 16 της ακανθώδους σημασίας Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του έτους 1948 διατυπώνεται ρητά ότι ήδη από την εφηβική τους ηλικία τα άτομα και των δύο φύλων χωρίς να υφίστανται περιορισμούς ως προς την φυλή, την εθνικότητα ή την θρησκεία δικαιούνται να παντρεύονται και να ιδρύουν οικογένεια. Έχουν δε ίσα δικαιώματα σε σχέση προς τον γάμο, κατά την διάρκειά του αλλά και μετά την λύση του.

Ακόμη, στο άρθρο 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα του ΟΗΕ αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν το δικαίωμα της ισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα σε όλα τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που αναφέρονται στο Σύμφωνο αυτό. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 23§ 4 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με τον γάμο, κατά την διάρκειά του καθώς και κατά την λύση του.  Στη τελευταία μάλιστα περίπτωση λαμβάνονται μέτρα για την εξασφάλιση της απαραίτητης προστασίας των τέκνων.

Β) Ενωσιακό Δίκαιο

Επιπλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 21, 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ερμηνεύοντάς τα με την μέθοδο της συστηματικής ερμηνείας και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ορίζεται η ισότητα των δύο φύλων σε όλους τους τομείς του βίου, απαγορευμένων συγχρόνως των διακρίσεων μεταξύ των δύο φύλων. Επίσης την απαγόρευση των διακρίσεων την συναντάμε και στο άρθρο 14 της σύμβασης της ΕΣΔΑ συστηματικά ερμηνευόμενο με το άρθρο 12 που ιδρύει το δικαίωμα συνάψεως γάμου μεταξύ των δύο φύλων σύμφωνα με τους εκάστοτε εθνικούς κανόνες δικαίου.

ΙΙ) ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ι) Σύνταγμα

Ακόμη, σύμφωνα με το 4§2 Σ ορίζεται ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Επιπρόσθετα, στο άρθρο 21§1 Σ αναφέρεται ρητά ότι η οικογένεια, ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του κράτους. Λίγο- πολύ οι υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου (διεθνείς συμβάσεις) καθώς και το Σύνταγμά μας που βρίσκεται στη κορυφή της πυραμίδας των εγχώριων κανόνων δικαίου θεσπίζουν τυπικά σε ένα γενικό πλαίσιο την ισότητα των δύο φύλων σε συνδυασμό με την προστασία του θεσμού της γάμου από την δημιουργία μέχρι τη λύση του, είτε λόγω διαζυγίου, είτε λόγω φυσικού θανάτου.

ιι ) Εθνική νομοθεσία

α) Διαχωρισμός των περιπτώσεων που δεν υπάγονται στο Ν. 3500/2006

 Ως προς το εθνικό μας δίκαιο ειδικότερα, από δω και στο εξής θα γίνει εκτενής αναφορά στο Ν.3500/2006 που προβλέπει ειδικά την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.    Σημειωτέον δε είναι ότι για τις περιπτώσεις που δεν υπάγονται στο νομικό καθεστώς του γάμου (πολιτικού ή θρησκευτικού) καθώς και του συμφώνου συμβίωσης, σε περίπτωση που ένας άνδρας προβεί σε βίαιες πράξεις εναντίον μιας γυναίκας, ισχύει ό,τι ισχύει σε όλες τις κοινές περιπτώσεις που έχουμε προσβολή του εννόμου αγαθού της τιμής ή της βλάβης του σώματος ή της ζωής. Ανάλογα δε με την βαρύτητα της πράξης, ήτοι πλημμέλημα ή κακούργημα (πράγμα που καθορίζεται από τον τρόπο κύρωσης του εγκλήματος καθώς τα κακουργήματα τιμωρούνται με κάθειρξη πρόσκαιρη ή ισόβια και τα πλημμελήματα με φυλάκιση)  κινείται η δίωξη είτε κατόπιν εγκλήσεως από πλευράς του θύματος [ή όπως επικρατεί στη καθομιλουμένη αλλά νομικά λανθασμένα, «μηνύσεως» (όταν έχουμε πλημμέλημα)], είτε αυτεπαγγέλτως, (ήτοι με μόνη την καταγγελία της πράξεις στις αστυνομικές αρχές ή στην εισαγγελία), η εισαγγελία ασκεί την ποινική δίωξη.

Επιπρόσθετα, την έγκληση που αφορά μάλιστα μόνο τα πλημμελήματα μπορεί να την υποβάλει μόνο ο αμέσως παθών και όχι οι συγγενείς του ή κάποιος στενός φίλος, καθώς δεν πληρούται στο πρόσωπό τους η προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος. Δεν είναι δηλαδή τα πρόσωπα που υφίστανται άμεσα, προσωπικά και στον χρόνο εκείνο την βλάβη. Μόνο το θύμα λοιπόν μπορεί να απευθυνθεί στις αστυνομικές αρχές ή στην εισαγγελία του πρωτοδικείου της περιφέρειάς του.

β) Ανάλυση του Ν.3500/2006

1) Ουσιαστικό Δίκαιο

Απαραίτητη καθίσταται η διασαφήνιση ορισμένων εννοιών. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου, ορίζεται ότι: « Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα. 2. α. οικογένεια ή κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. β. στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια. γ. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους. 3. θύμα ενδοοικογενειακής βίας κάθε πρόσωπο της προηγούμενης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος. Θύμα είναι και το μέλος, στην οικογένεια του οποίου τελέσθηκε αξιόποινη πράξη, κατά τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και ο ανήλικος κατά την παράγραφο 2, ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις αξιόποινες πράξεις της παρούσας».

Σύμφωνα με το άρθρο 3§1 Ν. 4531/2018 (ΦΕΚ Α΄ 232) διατυπώνεται ότι « Στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006, μετά τη λέξη «συζύγους» προστίθεται η φράση «ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης». Ακόμη, στη §2 ορίζεται ότι « Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «γ. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στους μόνιμους συντρόφους και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, στους τέως συζύγους, στα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και στους τέως μόνιμους συντρόφους».

Με βάση αυτό το άρθρο ας δούμε το περιεχόμενο των άρθρων 6,7,8,9 του ίδιου νόμου καθώς και των άρθρων 299 και 311 ΠΚ (ήτοι Ποινικού Κώδικα). Στο άρθρο 6  το οποίο έχει πλαγιότιτλο «ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη» αναφέρεται ότι: 1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α’ της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β’ της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους. 2. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών. Αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του, τιμωρείται με κάθειρξη. 3. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών και αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους. 4. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη. Αν το θύμα είναι ανήλικος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. 5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αντίστοιχα και όταν ο δράστης εργάζεται σε φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, η δε πράξη του στρέφεται σε βάρος προσώπου, το οποίο δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα αυτού».

Συνοπτικά στο άρθρο 308§1 εδ α΄ ΠΚ ορίζεται ότι  «όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών».     Δυνάμει του άρθρου 308§1 εδ. α΄ ΠΚ «το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η σωματική ακεραιότητα ως αδιάσπαστη ενότητα της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας του οργανισμού, σωματικές κακώσεις είναι οι πράξεις που θίγουν την μορφική ακεραιότητα- αφαιρώντας ή αλλοιώνοντας την ύλη του σώματος- ενώ παράλληλα αλλοιώνουν την λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Σε αυτές περιλαμβάνονται εκδορές, εγκαύματα, εκχυμώσεις, εξαρθρώσεις, μώλωπες αλλά και η αποκοπή δακτύλων ή τύφλωση». Ως βλάβη της υγείας ορίζεται ότι « θεωρείται κάθε επενέργεια στο ανθρώπινο σώμα που προκαλεί ή επιτείνει μία αποκλίνουσα προς το χειρότερο «ανώμαλη» κατάσταση της λειτουργίας των ανθρώπινων οργάνων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν επηρεάζεται η ύλη του σώματος, αλλά είτε επηρεάζεται η λειτουργία κάποιου οργάνου είτε η ψυχική υγεία του ανθρώπου. Σε αυτή περιλαμβάνονται η μετάδοση μολυσματικής νόσου, η χορήγηση δηλητηριωδών ή τοξικών ουσιών ακόμη και η μετάδοση γρίπης ή η πρόκληση νευρικού κλονισμού, η πρόκληση βαριάς μέθης, με τη χορήγηση οινοπνεύματος». [Όλα αυτά στο βιβλίο «Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών» της Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2006, σελ. 116-117]

Στο άρθρο 7 το οποίο έχει πλαγιότιτλο «ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή» ορίζεται ότι: «1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο εξαναγκάζει άλλο μέλος χρησιμοποιώντας βία ή απειλή με σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς το θύμα να υποχρεούται προς τούτο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, ανεξάρτητα από το αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον του ίδιου του θύματος ή κάποιου από τους οικείους του υπό την έννοια της περίπτωσης β’ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα. 2. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση». Στο δε άρθρο 13 περ β΄ του ΠΚ ορίζεται ότι «β) οικείοι είναι οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι σύζυγοι, οι μνηστευμένοι, οι αδελφοί και οι σύζυγοι και οι μνηστήρες των αδελφών, καθώς και οι επίτροποι ή επιμελητές του υπαιτίου και όσοι βρίσκονται υπό την επιτροπεία ή επιμέλεια του υπαιτίου». 

Στο σημείο αυτό είναι ωφέλιμο το να τονιστεί ότι η διαφορά μεταξύ της έννοιας της βίας και αυτής της βιαιοπραγίας. Ειδικότερα «α) για την στοιχειοθέτηση της βίας δεν αρκεί οποιαδήποτε βιαιοπραγία, αλλά πρέπει αντικειμενικά η πράξη της βίας να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να οδηγήσει στη πραγμάτωση του αποτελέσματος που επεδίωκε ο δράστης. Πρέπει δηλαδή η πράξη της βίας να έχει εξαναγκαστική δύναμη. Απαιτείται επιπλέον β) η πράξη της βίας να συνδέεται αιτιακά με την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος στην πραγμάτωση του οποίου αντικειμενικά τείνει. Η σημασία όμως της παρατήρησης είναι ακόμα γ) ότι η βία δε  διαφοροποιείται από τη βιαιοπραγία παρά μόνον ως προς αυτά τα δύο στοιχεία. [..]

Με βάση τα στοιχεία αυτά, ως «βία» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η χρησιμοποίηση μιας ενέργειας ( μυϊκής, ηλεκτρικής, μαγνητικής ή άλλης), η οποία μεταβιβάζεται με τρόπο φυσικό επάνω στο ανθρώπινο σώμα ή σ’ ένα πράγμα, εφόσον μέσω αυτής επιχειρείται να καμφθεί η αντίσταση ενός ατόμου και η ενέργεια που χρησιμοποιείται είναι πράγματι πρόσφορη γι’ αυτόν τον σκοπό. Στην έννοια της σωματικής βίας υπάγεται επίσης, με βάση το άρθρο 13 ΠΚ, η χρήση ναρκωτικών ή υπνωτικών μέσων. Από τον παραπάνω ορισμό συνάγεται ότι στα εγκλήματα βίας υπάρχουν πάντοτε ένας ή περισσότεροι χρήστες της βίας και ένας ή περισσότεροι δέκτες της εξαναγκαστικής της πίεσης.

Η κάμψη της αντίστασης του θύματος μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους. Είτε η βία αφαιρεί πλήρως οποιαδήποτε δυνατότητα αντίδρασης χωρίς να αφήνει περιθώρια αυτοκυβερνούμενης μυϊκής ενέργειας, οπότε γίνεται λόγος για «απόλυτη βία» (vis absoluta), είτε κάμπτει απλώς την θέληση του εξαναγκαζομένου ώστε στη συνέχεια αυτός να κατευθύνει μόνος του τη συμπεριφορά του υπακούοντας όμως πια στη θέληση του δράστη, οπότε γίνεται λόγος για «σχετική βία» (vis compulsiva). H «vis compulsiva» συνδυάζεται κατ’ ανάγκη με την απειλή συνέχισης, επανάληψης ή έντασης της βίας που έχει ήδη ασκηθεί. [..] Εννοείται τόσο η άμεση σωματική βία. Η μεταβίβαση δηλαδή της ενέργειας απευθείας στο σώμα του θύματος, όσο και η έμμεση σωματική βία, δηλαδή η μεταβίβαση της ενέργειας άμεσα σε ένα πράγμα και έμμεσα, μέσω αυτού, στο σώμα».

Επίσης, η απειλή ορίζεται ως «η προαγγελία κακού που θα επέλθει στον εξαναγκαζόμενο ή τρίτο αν το θύμα δεν ενδώσει στις απαιτήσεις του δράστη.  Η προαγγελία δε χρειάζεται να γίνεται ρητά. Αρκεί να προκύπτει σαφώς από την όλη συμπεριφορά του υπαιτίου. Δε χρειάζεται επιπλέον το απειλούμενο κακό να είναι πραγματοποιήσιμο. Αρκεί να εμφανίζεται ότι μπορεί να ελεγχθεί από τον δράστη η πραγμάτωσή του». [Όλα αυτά στο βιβλίο «Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών» της Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2006, σελ. 177-179]

Στο άρθρο 8 το οποίο έχει πλαγιότιτλο «βιασμός και κατάχρηση σε ασέλγεια» ορίζεται ότι:

1. Η παρ. 1 του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη». 2. Η παρ. 1 του άρθρου 338 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος με κατάχρηση της παραφροσύνης άλλου ή της από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενης ανικανότητάς του να αντισταθεί, ενεργεί επ’ αυτού συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». Εδώ ισχύουν όσα εκτέθηκαν ανωτέρω ως προς την βία και την απειλή  κι απλά επισημαίνεται ότι με το άρθρο αυτό αφαιρέθηκε ο επιθετικός προσδιορισμός της «εξώγαμης» συνουσίας  καθώς πριν από το Ν.3500/2006 ο σύζυγος θεωρείτο δράστης βιασμού μόνον όταν με τη βία επιχειρούσε άλλες ασελγείς πράξεις [«ήτοι γενετήσιες πράξεις ίσης βαρύτητας με τη συνουσία» βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου (σελ. 180)] πέραν της συνουσίας, καθώς και όταν ασκούσε βία για να τελέσει άλλος την εξώγαμη συνουσία, χωρίς να μπορεί να τιμωρηθεί για βιασμό όταν ο ίδιος τελούσε τη συνουσία. Αυτή η νομοθετική μεταβολή αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια πολύ θετική εξέλιξη του δικαίου.

 Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 336§ 1 ΠΚ ο κίνδυνος πρέπει να είναι σπουδαίος «δηλαδή θα πρέπει το αγαθό να είναι σημαντικής βαρύτητας, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η ελευθερία κ.α.» αλλά και άμεσος «πρέπει δηλαδή η πραγμάτωση του κακού να εμφανίζεται σε άμεση χρονική συνάρτηση με την ανακοίνωσή του». Επίσης, ως προς τον εξαναγκασμό σημειώνεται ότι αυτός υπάρχει όταν «εξαιτίας της βίας ή της απειλής έχει καταλυθεί η ελευθερία του θύματος να αποφασίζει πότε, με ποιόν, και σε ποιες συνθήκες θα τελέσει ασελγείς πράξεις». [βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου (σελ. 180)]

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 338§1 ΠΚ το οποίο «συμπληρώνει την διάταξη του άρθρου 336§1 ΠΚ όταν ο δράστης δεν ασκεί μεν βία για την τέλεση ασελγών πράξεων, εκμεταλλεύεται όμως αυτήν ακριβώς την κατάσταση της αδυναμίας για να ενεργήσει τις ασελγείς πράξεις. Ως κατάχρηση νοείται όταν ο δράστης εκμεταλλεύεται την αδύναμη θέση του θύματος, όταν δηλαδή επωφελείται από αυτήν για να τελέσει ασελγείς πράξεις αδιαφορώντας για την βούληση του θύματος». [βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου (σελ. 191-192)].

Στο άρθρο 9 που έχει πλαγιότιτλο «ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας» ορίζεται ότι: « 1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προσβάλλει την αξιοπρέπεια άλλου μέλους της, με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο ή έργο που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών μέχρι τριών ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι ανήλικος. 3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αντίστοιχα και όταν ο δράστης εργάζεται σε φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, η δε πράξη του στρέφεται σε βάρος προσώπου, το οποίο δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα αυτού». 

Ως προς τις ασελγείς χειρονομίες ορίζεται ότι «είναι ερωτικές πράξεις που δεν έχουν τη βαρύτητα των ασελγών αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή δράστη και θύματος, όπως είναι οι ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, τους μηρούς κλπ». Ως προτάσεις νοούνται όσες «μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες και πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων είτε από το θύμα είτε από το δράστη επάνω σε αυτό: τέλεση συνουσίας κλπ. Σε αντίθεση με τις χειρονομίες, οι προτάσεις δεν προϋποθέτουν ασφαλώς σωματική επαφή». Το έγκλημα αυτό «πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής». Η αξιοπρέπεια εν προκειμένω «είναι μια ειδικότερη όψη του εννόμου αγαθού της τιμής».  [βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου (σελ. 187)].

 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 299 ΠΚ που έχει πλαγιότιτλο «ανθρωποκτονία με πρόθεση» ορίζεται ότι «1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης». Σύμφωνα με το άρθρο 311 ΠΚ το οποίο έχει πλαγιότιτλο «θανατηφόρα βλάβη» ορίζεται ότι «Αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη».

2) Δικονομικό Δίκαιο

Ως προς την δικονομική μεταχείριση του ζητήματος πρέπει να σημειωθεί ότι στις βαριές- κακουργηματικές- μορφές της ενδοοικογενειακής βίας, προφανώς ο εισαγγελέας ασκεί την ποινική δίωξη αυτεπαγγέλτως, ήτοι χωρίς την πρωτοβουλία των διαδίκων και την υποχρέωση υποβολής της έγκλησης εκ μέρους του θύματος. Πιο συγκεκριμένα ο εισαγγελλέας μπορεί να ασκήσει την δίωξη έπειτα από την υποβολή μήνυσης πχ. από έναν γείτονα ή έπειτα από την γνωστοποίηση του γεγονότος μέσω των ειδήσεων. Η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη in rem και όχι in personam. Σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου ο θεσμός της εισαγγελίας υποχρεούται να διασφαλίζει την δημόσια τάξη και να δρα άμεσα για την αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης.

Σύμφωνα με το άρθρο 17 « 1. Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6, 7, 9 και 10 (το οποίο αφορά την παρακώληση απονομής της δικαιοσύνης σε δίκη ενδοοικογενειακής βίας) ασκείται αυτεπαγγέλτως». Σύμφωνα με το άρθρο 43§1 εδ. α΄ ΚΠΔ ορίζεται ότι εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη με τους τρόπους που αναφέρει η διάταξη, «όπου αυτό προβλέπεται», ήτοι στο Ν.3500/2006 προβλέπεται η αυτεπάγγελτη δίωξη. Δηλαδή είτε για τα πλημμελήματα, είτε για τα κακουργήματα, η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα.

Παρόλα αυτά στη πράξη είναι καλύτερο για το θύμα όταν πρόκειται για πλημμεληματική πράξη να απευθυνθεί σε έναν δικηγόρο και να υποβάλλει έγκληση (ήτοι δικόγραφο για το οποίο δεν χρειάζεται να καταβάλει το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 46§2 εδ.γ’ ΚΠΔ) καθώς και να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει για να στηρίξει την έγκλησή του. Το θύμα είναι καλύτερο για το ίδιο στο να μην αρκεστεί μόνο στην καταγγελία της εγκληματικής πράξης ενώπιον των αστυνομικών αρχών ή της εισαγγελίας. Ως προς τις περιπτώσεις που υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 8, ούτως ή άλλως η δίωξη γίνεται αυτεπάγγελτα επειδή είναι κακουργήματα.

 Ακόμη, επειδή ο νόμος για την ενδοοικογενειακή βία είναι ειδικός, όποιος πληροφορηθεί το γεγονός της τέλεσης ενδοοικογενειακής βίας είτε αυτό υπάγεται στα πλημμελήματα, είτε στα κακουργήματα μπορεί να το δηλώσει τυπικά στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα (πχ. συγγενής, φίλος ή γείτονας). Ο τρίτος όμως τονίζεται ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του για την περαιτέρω εμπλοκή του στην υπόθεση.

Στη §2 του άρθρου 17 του νόμου ορίζεται ότι «σε βάρος του υπαιτίου εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» που αφορά την  ειδική διαδικασία εκδίκασης μόνο των πλημμελημάτων που καταλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω, η οποία εφαρμόζεται για λόγους οικονομίας της δίκης. Τα κακουργήματα εκδικάζονται στον πρώτο βαθμό από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και σε δεύτερο βαθμό από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο.

Επίσης, στο άρθρο 18 γίνεται αναφορά στους περιοριστικούς όρους οι οποίοι αποτελούν μέτρο δικονομικού καταναγκασμού και επιβάλλονται μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης εφόσον κριθεί αυτό αναγκαίο, έπειτα από συμφωνία μεταξύ του ανακριτή και του εισαγγελέα, ή έπειτα από απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου. Σε αυτά περιλαμβάνονται «ο περιοριστικός όρος της απομάκρυνσής του (του θύτη) από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του θύματος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας».

 Βέβαια ο κατηγορούμενος μπορεί να αιτηθεί την ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίηση του περιοριστικού όρου από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, ενώ τότε είναι απαραίτητη και η κλήτευση του παθόντος. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί και πάλι η συναισθηματική κατάσταση του θύματος να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο και να οδηγήσει ακόμη και στην άρση του περιοριστικού όρου.

 Επιπλέον, ορίζεται η δυνατότητα συμβουλευτικής γνώμης από ειδικούς στον τομέα της ψυχικής υγείας με ειδικές γνώσεις σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εργάζονται σε δημόσιο φορέα υγείας. Τα πρόσωπα αυτά είναι και αντικειμενικά «αδιάβλητα» και έχουν σφαιρική εικόνα επί του θέματος. De lege ferenda θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική η γνωμοδότησή τους, δεδομένης της έξαρσης του προβλήματος της ενδοοικογενειακής βίας τα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου θεμελιώνεται η υποχρέωση τήρησης της εχεμύθειας από πλευράς των αστυνομικών αρχών στο πλαίσιο της διενέργειας της αστυνομικής προανάκρισης της αυτόφωρης διαδικασίας του άρθρου 243§2 ΚΠΔ. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι τα θύματα πρέπει να καθιστούν τα ίδια γνωστό στις αρχές το γεγονός της κακοποίησης που υπέστησαν και να μην αδρανούν, αλλά αμελλητί να προσφεύγουν στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα για την παροχή της κατάλληλης αρωγής.  Δυστυχώς, τα θύματα επειδή ορρωδούν μπροστά στην ανάληψη δράσης από μέρους των αστυνομικών αρχών, αφήνουν να παρέλθει άπρακτη η χρονική προθεσμία του αυτοφώρου, χάνοντας μαζί το προνόμιο της αμεσότητας που αυτό παρέχει για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ζητήματος.

Στο άρθρο 21 καθιερώνεται ο θεσμός της κοινωνικής συμπαράστασης απέναντι στα θύματα και πιο συγκεκριμένα «1. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και της αναγκαίας υλικής συνδρομής από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και από κοινωνικές υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. 2. Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας υποχρεούνται, εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν αυτό και τους παραπάνω φορείς, ώστε να παρασχεθεί αμέσως η απαραίτητη, κατά περίπτωση, αρωγή». Μολαταύτα, τα θύματα συνεχίζουν να νιώθουν στιγματισμένα, πιστεύοντας ότι αξίζουν την συμπεριφορά αυτή, έχοντας χαμηλή αυτοεκτίμηση κι ακόμη και κατάθλιψη. Έτσι αποφεύγουν να προσφύγουν στις συνεστημένες αυτές υπηρεσίες που προορίζονται ειδικά γι’ αυτές.

 Είναι δύσκολο πρωτίστως για το θύμα να βρει το ψυχικό σθένος να απευθυνθεί στις αστυνομικές αρχές και να δηλώσει το γεγονός για να ξεκινήσει ολόκληρη η διαδικασία από τις εισαγγελικές αρχές όταν πρόκειται είτε για κακούργημα του ΠΚ (πχ βιασμός ή βίαιος ξυλοδαρμός) ή είτε για τις πλημμεληματικές περιπτώσεις του νόμου, όπως εκτενώς αναλύθηκαν. Μάλιστα δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κακοποιημένες γυναίκες δειλιάζουν και δεν πηγαίνουν στο νοσοκομείο για να λάβουν την κατάλληλη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή όταν φτάνουν εκεί μετά κόπων και βασάνων, ψεύδονται. Αυτό μπορεί να συμβεί κυρίως στις μικρές πόλεις στις οποίες η κοινωνική κατακραυγή είναι πιο έντονη και οι πιθανότητες δημοσιοποίησης του γεγονότος πιο αυξημένες,

Δευτευρευόντως, είναι δύσκολο για το θύμα να ζητήσει βοήθεια από τα νομικά πρόσωπα του κράτους που συγκροτούνται αποκλειστικά για τον σκοπό αυτόν και αποτελούν ένα βήμα για να ακουστεί. Στην ελληνική κοινωνία η γυναίκα έχει πολλαπλούς ρόλους τους οποίους οφείλει να επιτελεί σωστά και όσο γίνεται μόνη της, πράγμα που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την αυτό-αξία της. Η αντίληψη όμως αυτή είναι όλως λαθεμένη και οδηγεί στην θυματοποίηση και στη κακοποίησή της καθώς μόνη της δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αντιμετωπίσει έναν σύζυγο δεσποτικό. Πρέπει να κατανοήσει ότι είναι δικαίωμά της και συγχρόνως υποχρέωσή της απέναντι στον εαυτό της να προσφύγει στα ιδρύματα αυτά και να ζητήσει την κατάλληλη ψυχολογική βοήθεια και υποστήριξη, χωρίς να γίνεται αχθοφόρος των προβλημάτων της.

Επιπλέον, αναφέρονται και οι εξής δύο επιλογές που λειτουργούν υποστηρικτικά και επικουρούν το έργο των ανωτέρω: α) το Συμβουλευτικό Κέντρο της Αθήνας το οποίο λειτουργεί εδώ και τριάντα έτη και παρέχει δωρεάν ψυχολογική και κοινωνική στήριξη καθώς και νομικές συμβουλές σε γυναίκες που έπεσαν θύματα ενδοοικογενειακής βίας. β) η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, η οποία είναι πανελλαδικής εμβέλειας, λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο,365 μέρες το χρόνο. Απαρτίζεται από ψυχολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες που παρέχουν άμεση αρωγή σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Διαθέτει ακόμη υπηρεσίες ενημέρωσης και τηλεφωνικής συμβουλευτικής σε θύματα όλων των μορφών βίας λόγω φύλου.

 Συμπερασματικά, η κακοποιημένη σύζυγος πρέπει αμέσως μετά την τέλεση εγκληματικής πράξης σε βάρος της από αυτές που αναλύθηκαν ανωτέρω: α) να απευθυνθεί στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα όπως γίνεται συνήθως στη πράξη (ή στην εισαγγελία του πρωτοδικείου της περιφέρειάς της) και να καταγγείλει την πράξη, είτε πρόκειται για πλημμέλημα, είτε για κακούργημα, β) να απευθυνθεί σε δικηγόρο και να υποβάλει έγκληση εάν η πράξη είναι πλημμεληματική και γ) να μην διστάσει να ζητήσει βοήθεια από τα αρμόδια κρατικά όργανα που συστάθηκαν για τον σκοπό αυτόν ή από τις υποστηρικτικές υπηρεσίες που υπάρχουν για την προστασία τους (πχ. η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900).

 3) Δυνατότητα άσκησης αγωγής διαζυγίου για την οριστική και αμετάκλητη λύση του γάμου

 Άλλωστε σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 1439§2 ΑΚ η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί λόγο διάζευξης. Ο λόγος αυτός όμως τεκμαίρεται, δηλαδή μπορεί να αποδειχθεί από πλευράς του εναγομένου το αντίθετο καθώς αυτό δύναται να ανατραπεί εάν αυτός αποδείξει ότι παρά την ενδοοικογενειακή βία, δεν επήλθε η διάρρηξη του συνεκτικού δεσμού του γάμου. Δικονομικά αναφέρεται ότι η ποινική δίκη είναι ανεξάρτητη από την αστική δίκη για την αμετάκλητη έκδοση του διαζυγίου.

Το θύμα βέβαια εφόσον διαθέτει τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, προσάγοντας μάρτυρες και προσκομίζοντας έγγραφα μπορεί να πετύχει την έκδοση διαζυγίου υπέρ του και να απαλλαγεί για το υπόλοιπο της ζωής του από την συζυγική τυραννία, είτε έχει τέκνα μαζί του, είτε όχι. Συνεπώς, στις δυνατότητες προστασίας του θύματος προστίθεται και η κατάθεση αγωγής διαζυγίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά κανόνα στη περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο θύτης και εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών. (άρθρα 17, 22, 592επ ΚΠολΔ όπως αυτός ισχύει δυνάμει του Ν.4335/2015 από 01.01.2016)

    4) Ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης

Στα άρθρα 11-14 προβλέπεται ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης στις περιπτώσεις που έχουμε πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με αυτόν το νεοπαγή και ξενόφερτο θεσμό, απαιτείται η υποχρεωτική σωρευτική συνδρομή ( δηλαδή, δεν μπορεί να λείπει καμία από αυτές για την πλήρωση των προϋποθέσεων της ποινικής διαμεσολάβησης) των εξής προϋποθέσεων για την παύση της διαδικασίας της ποινικής δίωξης και της περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης, χωρίς να φτάσει στα ακροατήρια των δικαστηρίων. Ειδικότερα: «2. Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά: α) να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα.[.] β) να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράμματος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της παρακολούθησής του.

Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σε αυτό, αναλυτικά, το αντικείμενο του συμβουλευτικού – θεραπευτικού προγράμματος και ο αριθμός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος. γ) να άρει ή να αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα.[..] Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου, ορίζεται ότι «η  κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος για μία από τις πράξεις του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ, εκτός αν ο ίδιος ο παθών ζήτησε μικρότερο ποσό».

 Εν προκειμένω ενδιαφέρουν μόνο οι περιπτώσεις που ο σύζυγος διαπράττει πλημμεληματικές πράξεις ενδοοικογενειακής βίας εναντίον της συζύγου του. Στη πράξη όμως η σύζυγος που συγχωρεί το θύμα τρέφει φρούδες ελπίδες ότι το θύμα δεν θα επαναλάβει τέτοιου είδους συμπεριφορές.

Ο θεσμός της διαμεσολάβησης μολονότι θεσπίστηκε για να επιλύει τα προβλήματα της ενδοοικογενειακής βίας σύντομα και χάριν οικονομίας (χωρίς να καθυστερεί η εκδίκαση της υπόθεσης από τα δικαστήρια λόγω αναβολών της δίκης, χωρίς να υποβάλλονται πρόσθετα έξοδα σε δικηγόρους, χωρίς επίσης να καθίσταται αυτή η διαδικασία ψυχοφθόρα ειδικά όταν υπάρχουν τέκνα), αντιθέτως διαιωνίζει το πρόβλημα. Παρά την αυστηρότητα της διαδικασίας, οι δράστες δεν αποτρέπονται από την μελλοντική τέλεση πράξεων ενδοοικογενειακής βίας. Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με το άρθρο 574§3 περ γ΄ ΚΠΔ αναφέρεται ότι στα δελτία ποινικού μητρώου αναγράφεται πλέον υποχρεωτικά «η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας», πράγμα που λειτουργεί προστατευτικά για τα θύματα, εφόσον όμως δεν δειλιάσουν να καταγγείλουν τον θύτη.

Συνοπτικά αναφέρεται και το άρθρο 22 του νόμου που αφορά τη χορήγηση του ευεργετήματος της πενίας στις κακοποιημένες γυναίκες που δεν έχουν την δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια, σύμφωνα με το οποίο «στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, εξαιτίας του συγκεκριμένου περιστατικού, παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας με μόνη την απόδειξη του περιστατικού βίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 194 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν αδυνατούν να καταβάλουν, έστω και προσωρινά, τις απαιτούμενες δικαστικές δαπάνες».

 Τέλος, στα πλημμελήματα η παραγραφή είναι πέντε έτη από την τέλεση της πράξης και στα κακουργήματα είναι είκοσι έτη αν γι’ αυτά προβλέπεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως ή δεκαπέντε έτη σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις.[άρθρο 111§§2 και 3 ΠΚ] (πχ. εάν τελεστεί μια βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, άρθρο 310§3 ΠΚ). Αυτό σημαίνει ότι το θύμα έχει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να προστατευθεί, αρκεί όμως να μην αδρανήσει υπερβολικά, ειδικά στα πλημμελήματα.

ΙΙΙ) Επίλογος

Εν κατακλείδι, όπως ορίζεται και στο άρθρο 2 «η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται». Η βία σε κάθε της έκφανση είναι κατακριτέα, καταδικαστέα και πρέπει να αποδοκιμάζεται. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποθάλπεται με τον φόβο ότι το στίγμα θα το φέρει το θύμα. Είναι ζωτικής σημασίας η αλλαγή νοοτροπίας και η υποστήριξη των γυναικών που υφίστανται βίαιες συμπεριφορές από τους συζύγους τους. Είναι παραπάνω από προφανές εν έτει 2019 ότι όλοι οι άνθρωποι αξίζουμε τη ευγένεια, τον σεβασμό και την απόλαυση των δικαιωμάτων μας μέσα σε ένα ειρηνικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος