Στη παρούσα έρευνα θα γίνει μια σύντομη αναφορά στα πιο ειδεχθή εγκλήματα της σύγχρονης ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα θα γίνει και μια σύντομη αναφορά στην ισχύουσα ελληνική νομοθεσία.

 

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΣΑΡΛΣ ΜΑΙΛΣ ΜΑΝΣΟΝ

 

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Ο Τσαρλς Μάιλς Μάνσον, 12 Νοεμβρίου 1934 (-19 Νοεμβρίου 2017) ήταν Αμερικανός εγκληματίας και ηγέτης αίρεσης, ο οποίος δημιούργησε την δεκαετία του 1960 στην Καλιφόρνια μια ομάδα που έγινε γνωστή ως «Οικογένεια Μάνσον».

Οι πιστοί ακόλουθοι του Μάνσον διέπραξαν εννέα δολοφονίες κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου του 1969. Το 1971, ο ίδιος ο Μάνσον κρίθηκε ένοχος για δολοφονία και για την ηθική αυτουργία στον θάνατο επτά ατόμων, μεταξύ των οποίων και η ηθοποιός Σάρον Τέιτ, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει σάλο στις ΗΠΑ. Αρχικά, ο Μάνσον είχε καταδικαστεί σε θανατική ποινή, αλλά τελικά η ποινή που του μεταβλήθηκε ήταν αυτή της ισόβιας κάθειρξης, διότι το έτος 1972 η πολιτεία της Καλιφόρνια κατάργησε τη θανατική ποινή.

Ο Μάνσον πίστευε σε αυτό που αποκαλούσε «Helter Skelter», όρο που πήρε από το ομώνυμο τραγούδι των Beatles. Το «Helter Skelter», σύμφωνα με τον Μάνσον, θα ήταν ένας επικείμενος αποκαλυπτικός φυλετικός πόλεμος, ο οποίος περιγράφεται σε μία δικιά του έκδοση στίχων του προαναφερθέντος τραγουδιού. Κατ’ επέκταση, θεωρούσε ότι οι φόνοι θα επισπεύσουν τον «επικείμενο» πόλεμο. Η κακή φήμη που ο ίδιος ο Μάνσον απέκτησε συγκέντρωσε ακόλουθους, δημιουργώντας μία «ποπ μυθολογία» γύρω του. Έτσι, έγινε ένα είδωλο της παράνοιας, της βίας και της ματαιότητας.

Όταν άρχισε η δημιουργία της «Οικογένειας Μάνσον», ο Μάνσον ήταν άνεργος, πρώην κατάδικος. Είχε περάσει χρόνια σε σωφρονιστικά ιδρύματα εξαιτίας πληθώρας σωματικών επιθέσεων που εξαπέλυε. Πριν από τους φόνους, ο Μάνσον, ήταν τραγουδιστής και τραγουδοποιός του περιθωρίου της μουσικής βιομηχανίας του Λος Άντζελες. Μετά τις κατηγορίες και την καταδίκη του, ηχογράφησε κάποια τραγούδια, τα οποία είχαν κάποια εμπορική επιτυχία. Αρκετοί ήταν οι μουσικοί, επίσης, που τα διασκεύασαν. Γεννημένος  από την ανήλικη αλκοολική Καθλίν Μάντοξ, ο Μάνσον άρχισε από πολύ μικρή ηλικία να μπαινοβγαίνει στα αναμορφωτήρια και στην συνέχεια στις φυλακές, μέχρι που ξεκίνησε να οργανώνει την «οικογένεια Μάνσον», όπως συνήθιζε να την αποκαλεί, την οποία αποτελούσαν κυρίως γυναίκες, που τον ακολουθούσαν πιστά και ήταν οι ερωτικές του σύντροφοι.

Την άνοιξη του 1968, ο Μάνσον γνώρισε τον Ντένις Γουίλσον, ντράμερ των «Beach Boys» και μετακόμισε στο σπίτι του στο Λος Άντζελες μαζί με την «οικογένειά» του. Με το πέρασμα του χρόνου αυξανόταν και ο αριθμός των γυναικών που εντάσσονταν στην ομάδα του Μάνσον, ο οποίος περνούσε τον χρόνο του τραγουδώντας με τον Γουίλσον, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν και τους δύο, κρατώντας περισσότερο τον ρόλο του υπηρετικού προσωπικού. Τονίζεται ότι το σεξ ήταν ελεύθερο μεταξύ τους και αποτελούσε κομμάτι της φιλοσοφίας του Μάνσον. Ο Γουίλσον, όπως πολύς κόσμος εκείνη την περίοδο, ενθουσιάστηκε με το ταλέντο του Μάνσον και την ιδιαίτερη, ανήσυχη προσωπικότητά του. Έτσι ο Γουίλσον έκλεισε και πλήρωσε στούντιο, προκειμένου ο Μάνσον να ηχογραφήσει τραγούδια που είχε γράψει ο ίδιος.

Γρήγορα όμως ο Μάνσον έχασε το ενδιαφέρον για την μουσική και άρχισε να γίνεται πραγματικά επικίνδυνος.  Ο Μάνσον ανέπτυξε μια «ανισσόροπη» θεωρία για ένα «φυλετικό πόλεμο», τον οποίο ονόμασε «Helter Skelter», από το γνωστό τραγούδι των Beatles. Ο Μάνσον είχε πάρει τον στραβό δρόμο χωρίς γυρισμό και άρχισε να καθοδηγεί την ομάδα του σε εγκληματικές ενέργειες. Στις 9 Αυγούστου, μέλη της «οικογένειας Μάνσον», με επικεφαλής τον ίδιο, δολοφόνησαν 7 άτομα, ανάμεσά τους συγκαταλεγόταν και η σύζυγος του Ρομάν Πολάνσκι, την οποία μαχαίρωσαν 16 φορές, ενώ συνεχίζοντας το μακελειό, την επόμενη μέρα σκότωσαν το ζευγάρι Λαμπιάνκα.

Τα «θύματα» του Τσαρλς Μάνσον ήταν ευαίσθητες νεαρές κοπέλες από διαλυμένες οικογένειες, που έψαχναν απεγνωσμένα μία «πατρική φιγούρα». Ο Μάνσον τους έταζε λαγούς και πετραχήλια. Μιλούσε για την απόλυτη ελευθερία και προσπαθούσε να δώσει την εντύπωση μίας ανώτερης δύναμης, γι’ αυτό είχε αφήσει μακρύ μαλλί και μούσια, όπως ήταν άλλωστε και η μόδα της εποχής, για να θυμίζει τον Χριστό.

Ένα απ’ τα βασικά «κηρύγματα» του «πατέρα» της οικογένειας Μάνσον, ήταν η σεξουαλική απελευθέρωση. Ήταν τυχερός, γιατί τα διδάγματά του συμβάδιζαν με τα ήθη της εποχής και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πείσει τους μαθητές του να συμμετάσχουν στα σεξουαλικά όργια. Χορηγούσε, μάλιστα, γενναιόδωρες δόσεις LSD στην οικογένεια, για να εξαλείψει οποιεσδήποτε αμφιβολίες. Χρησιμοποιούσε την κουλτούρα των χίπηδων προς το συμφέρον του.

Το δεξί χέρι του Μάνσον, ο Τσαρλς Γουότσον, εξήγησε στο βιβλίο του τον τρόπο που κατάφερε ο Μάνσον να κερδίσει την τυφλή υποταγή της οικογένειας. «Ο Μάνσον ήταν ένας χαρισματικός ηγέτης, που μας γοήτευσε με τα ψέματα και τις διεστραμμένες φιλοσοφίες του. Κάλυψε τις ψυχολογικές μας ανάγκες, μέχρι που μας κρατούσε για τα καλά υπό την επήρειά του. Τα ναρκωτικά το έκαναν πιο εύκολο να μαγευτούμε. Χρησιμοποιούσε την μουσική του, για να μας φέρει όλους πιο κοντά. Η υπακοή ήταν «έμβλημα τιμής στην οικογένεια».

Η πιο πρόσφατη είδηση σχετικά με αυτόν αφορούσε τον γάμο του, που ματαιώθηκε τον περασμένο Ιανουάριο, μετά την αποκάλυψη ότι η κατά 53 νεότερη του νύφη, η 27χρονη Αφτον Ιλέιν Μπάρτον, με την οποία είχε συνάψει σχέση όσο βρισκόταν ο ίδιος στην φυλακή, ήθελε να τον παντρευτεί με την ελπίδα ότι μετά θάνατον θα κληρονομούσε το σώμα του, ώστε να δημιουργήσει ένα μαυσωλείο του κακού, όπου σκόπευε να εκθέσει την σορό του, με στόχο το οικονομικό κέρδος.

Το θέμα αποκαλύφθηκε, ο 80χρονος Μάνσον απέσυρε την επιθυμία του να την παντρευτεί, ο γάμος σχόλασε. Αν και έχει περάσει περίπου μισός αιώνας από την δράση του Μάνσον, τα εγκλήματά του ήταν τόσα πολλά και τέτοιας έντασης που εύλογα δεν έχουν ξεχαστεί. Όχι μόνο γιατί τα θύματά του προέρχονταν από το Χόλιγουντ, αλλά και γιατί ουσιαστικά σηματοδότησαν το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου ειρηνικής επανάστασης, κλείνοντας οριστικά την εποχή της αθωότητας των παιδιών των λουλουδιών.

Η ακμή της σεξουαλικής επανάστασης και των ιδανικών των χίπηδων, έχει μόλις αρχίσει να ξεθωριάζει. Είναι η χρονιά που ο άνθρωπος περπατάει στο φεγγάρι, είναι η χρονιά του Γούντστοκ, είναι το καλοκαίρι του ’69.  Μάνσον εμφανίστηκε ως «προφήτης», ο οποίος εξέφραζε μια παράξενη καταστροφολογική, ψευτο-επαναστατική θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι μαύροι θα εξεγείρονταν και θα ξεσπούσε πόλεμος με τους λευκούς και μόνο η «οικογένεια» θα γλίτωνε υπό την σκέπη του Μάνσον, που ήταν ο πέμπτος άγγελος (οι άλλοι τέσσερις ήταν οι Μπιτλς).

Ακούγεται παρανοϊκό, όμως ο Μάνσον βρήκε οπαδούς, δημιούργησε ένα κοινόβιο, που ζούσε με επαιτείες στην έρημο, μια «σέχτα», που αποτελείτο κυρίως από διαταραγμένες νεαρές και έθεσε σε λειτουργία το σχέδιο, με το όνομα «Helter Skelter», που διέταζε τον θάνατο σε όλους όσους μετείχαν στο σύστημα -εν προκειμένω- του Χόλιγουντ.

Το σπίτι του Πολάνσκι επιλέγεται ως στόχος από τον ίδιο τον Μάνσον, γιατί είχε προηγούμενες διαφωνίες με τον παραγωγό που έμενε πριν σε αυτό, καθώς εκείνος είχε απορρίψει την μουσική του.  Πολάνσκι έλειπε, βρισκόταν στο Λονδίνο για γυρίσματα. Εκείνη τη νύχτα πέντε άνθρωποι βρίσκονταν στην κατοικία του «Cielo Drive»: η Τέιτ, ο πρώην σύντροφός της και διάσημος κομμωτής, Τζέι Σίμπρινγκ, η κληρονόμος Αμπιγκέιλ Φόλγκερ με τον φίλο της, ηθοποιό και συγγραφέα, Βόιτεκ Φρικόφσκι και ο 18χρονος Στίβεν Πάρεντ, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τους υπόλοιπους, απλώς έκανε επίσκεψη στο σπίτι για να συναντήσει τον φύλακα και να του πουλήσει ένα ραδιόφωνο.

Β. Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Σύμφωνα με το ποινικό μας σύστημα, το οποίο στηρίζεται στην αρχή της περιορισμένης αντικειμενικής εξάρτησης ή εξάρτησης από το αντικειμενικό άδικο, ορίζεται ότι η συμμετοχική πράξη και εν προκειμένω η ηθική αυτουργία, είναι αξιόποινη εφόσον ο φυσικός αυτουργός έχει τελέσει μια άδικη τελικά πράξη. Εφόσον οι φυσικοί αυτουργοί τέλεσαν τελικά άδικες πράξεις προσβολής του εννόμου αγαθού της ζωής περισσότερων προσώπων, ο ηθικός αυτουργός θα τιμωρηθεί για τις πράξεις του. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 46§1 του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4637/2019,  ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ίδια ποινή που τιμωρείται και ο φυσικός αυτουργός. Συνεπώς, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μάνσον δεν τέλεσε τα εγκλήματα ο ίδιος ως φυσικός αυτουργός, αλλά έπεισε τα υποχείριά του να τα διαπράξουν.

Όσον αφορά την χώρα μας, με την κύρωση του 13ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν. 3289/2004) η θανατική ποινή καταργήθηκε σε υπερνομοθετικό επίπεδο. Ακόμη, έχει θεσπισθεί σε διεθνές επίπεδο το δεύτερο προαιρετικό πρωτόκολλο στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικό με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 με τίτλο « Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου» (ΦΕΚ 25, τ. Α΄).

Σύμφωνα με το άρθρο 7§3 εδ. β΄ Σ ορίζεται ότι: «Θανατική ποινή δεν επιβάλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο νόμο για κακουργήματα τα οποία τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν».  Έτσι λοιπόν, είναι πλέον γενική η απαγόρευση της επιβολής της θανατικής ποινής και δεν εξαιρείται πλέον για τις περιπτώσεις που διεξάγεται πόλεμος.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, η ισόβια κάθειρξη αποτελεί πλέον την πιο βαριά ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε έναν δράστη για την διάπραξη κακουργήματος. Η στέρηση της ελευθερίας για το υπόλοιπο της ζωής του καταδίκου θεωρείται μια πολύ σοβαρή κύρωση σε ένα φιλελεύθερο και σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Η ΣΤΥΓΝΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΝΤΑΛΙΑΣ

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Το πιο φρικιαστικό ανεξιχνίαστο έγκλημα στην νομική ιστορία των ΗΠΑ, χαρακτηρίζεται ο μυστηριώδης φόνος της Ελίζαμπεθ Σόρτ, γνωστή μετά την δολοφονία της ως «Μαύρη Ντάλια».

Η Ελίζαμπεθ Σόρτ, εθεάθη για τελευταία φορά ζωντανή, στο Ξενοδοχείο Μπίλτμορ που βρίσκονταν στο κέντρο του Λος Άντζελες. Στις 15 Ιανουαρίου του 1947, το σώμα της νεαρής εικοσιδιάχρονης, βρέθηκε γυμνό και κομμένο στη μέση, σε μία αλάνα δυτικά της Λεωφόρου Σάουθ Νόρτον. Το φρικιαστικά ακρωτηριασμένο σώμα της Σόρτ, ήταν κομμένο στη μέση και εντελώς αφαιμαγμένο. Το πρόσωπό της ήταν κομμένο από τις άκρες των χειλιών της μέχρι τα αφτιά της, είχε διάφορα κοψίματα στον μηρό και το στήθος της και κάποια κομμάτια από την σάρκα της είχαν κοπεί. Το κάτω μέρος του σώματός της είχε τοποθετηθεί 30 εκατοστά μακριά από το πάνω, και τα σωθικά της είχαν τοποθετηθεί τακτοποιημένα κάτω από τους γλουτούς της.

Υπήρχαν σημάδια από δεσμά στους αστραγάλους, στους καρπούς, αλλά και στον λαιμό της. Το κρανίο της δεν είχε κάποιο κάταγμα, είχε παρόλα αυτά μώλωπες στο μπροστινό και δεξί κομμάτι του καθώς και ίχνη αιμορραγίας από χτυπήματα στο κεφάλι. Το πτώμα της ήταν στημένο με τα χέρια πάνω από το κεφάλι, τους αγκώνες λυγισμένους σε δεξιά γωνία και τα πόδια ανοιχτά. Οι αστυνομικοί βρήκαν έναν σάκο τσιμέντου κοντά στο πτώμα ο οποίος περιείχε αίμα και νερό.

Όταν ήταν ακόμη ανήλικη, η Σόρτ είχε συλληφθεί  από τις αρχές, λόγω του γεγονότος ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ μαζί με κάποιους στρατιωτικούς, σε ένα εστιατόριο στης Σάντα Μπάρμπαρα. Τα δακτυλικά της αποτυπώματα που μπήκαν στο αρχείο μετά την σύλληψη, αλλά χρησίμευσαν αργότερα για την ταυτοποίησή της καθώς ο δολοφόνος είχε παραμορφώσει το πτώμα της γυναίκας, σε τέτοιο βαθμό που ήταν πλέον αγνώριστη.

Η δολοφονία της Σόρτ, απασχόλησε για πολύ καιρό τα μέσα ενός ολόκληρου έθνους, καθώς η φρικιαστική κακοποίηση που είχε δεχθεί η κοπέλα πριν και μετά τον θάνατό της, αναφέρεται πως υποδήλωναν εκτός από νεκροφιλία και φετιχισμό με μαχαίρια. Ο δολοφόνος της Σόρτ φαίνεται πως αποκάλυψε την ενοχή του στα τέλη του και μάλιστα παρατηρήθηκε πως γνώριζε δύο πράγματα για το έγκλημα, που δεν είχαν αποκαλυφθεί ποτέ ως τότε στο κοινό από τις Αρχές.

Η εξιχνίαση όμως δεν επήλθε ποτέ, ωστόσο η μαρτυρία του ενόχου φαίνεται να καλύφθηκε από το τμήμα Ανθρωποκτονιών. Το Αστυνομικό Τμήμα του Λος Άντζελες, επειδή δεν θέλησε να δημιουργήσει έριδες με το τμήμα Ανθρωποκτονιών, προτίμησε να αφήσει την υπόθεση ως έχει. Με την πρόοδο του χρόνου, αλλά και των ερευνών, το θέμα παρέμενε στα πρωτοσέλιδα του αμερικανικού τύπου.

Οι ντετέκτιβ βάσει αυτού, άρχισαν να αναζητούν πληροφορίες σχετικά με το παρελθόν του κακοποιημένου θύματος, ευελπιστώντας πως έτσι θα κατόρθωναν να εντοπίσουν τον διεστραμμένο δολοφόνο. Η Ελίζαμπεθ Σορτ, ήταν το τρίτο από τα πέντε κορίτσια που είχαν αποκτήσει οι γονείς της.   Μεγάλωσαν στη Μασαχουσέτη μόνο υπό την προστασία της μητέρας τους αφού ο πατέρας της αποδείχθηκε ένας απατεώνας που είχε σκηνοθετήσει την ίδια του την αυτοκτονία για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, κατά το διάστημα του οικονομικού «κράχ» της Αμερικής.

Μεγαλώνοντας το όμορφο κορίτσι μεταμορφώθηκε σε μια σκληρή γυναίκα, που εκμεταλλευόταν την ομορφιά της για να απολαμβάνει την χλιδή και τη πολυτελή ζωή.     Η νεαρή κοπέλα, είχε ως απώτερο στόχο, να αναδειχθεί σε διάσημη ηθοποιό του Χόλυγουντ. Η καλλονή συνήθιζε να φλερτάρει με πολλούς άνδρες ταυτόχρονα, δημιουργώντας τους ελπίδες πως θα κοιμόταν μαζί τους, με σκοπό την απόσπαση των χρημάτων τους. Όταν η πίεση να υποκύψει στις ορέξεις τους γινόταν αφόρητη, συνήθιζε να εξαφανίζεται, με τη δικαιολογία πως είχε δισταγμούς διότι είναι παρθένα ή παντρεμένη.

Εκείνη την εποχή, η Σορτ κέρδισε και το προσωνύμιο «Μαύρη Ντάλια» που της έβγαλε ένας θαυμαστής της λόγω των εντυπωσιακών κατάμαυρων μαλλιών της. Στην συνέχεια, ένας ρεπόρτερ το ανακάλυψε και έπειτα το προσωνύμιο αυτό χρησιμοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει πιο γνωστό κι από το πραγματικό όνομα της Ελίζαμπεθ.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά την δολοφονία της κοπέλας, η συγγραφέας Πιου Ήτγουελ, μετά από πολυετή και σύνθετη έρευνα πάνω στο θέμα, δίνει φως στα γεγονότα, μέσα από το νέο της βιβλίο «Μαύρη Ντάλια, Κόκκινο Ρόδο: Το έγκλημα, η διαφθορά και η συγκάλυψη του σημαντικότερου ανεξιχνίαστου φόνου της Αμερικής».

Ένας πλούσιος κι ισχυρός παράγοντας του Χόλυγουντ, ήταν σύμφωνα με τη συγγραφέα, αυτός που έδωσε τέλος στη ζωή της Σόρτ. Ο Δανός Μάρκ Χάσεν, του οποίου η ζωή αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία, ήταν ο άνθρωπος που δολοφόνησε την άτυχη κοπέλα. Η αλυσίδα κινηματογράφων που κατείχε ερχόταν σε αντίθεση με τα διάφορα καζίνο, αλλά και τα στριπτζιτζάδικα τα οποία είχε στην ιδιοκτησία του.

Από την μέρα που γνωρίστηκαν η Σόρτ και εκείνος κι έπειτα, η νεαρή φλέρταρε αρκετές μέρες με τον 55χρονο τότε Χάνσεν, χωρίς όμως η σχέση τους να προχωρήσει ερωτικά, αφού η Σόρτ ισχυρίζονταν πως ήτανε παρθένα. Μετά από τις συνεχείς αρνήσεις τις κοπέλας και τις χρηματικές της απαιτήσεις, ο Χάνσεν αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να απαλλαγεί από την παρουσία της για πάντα.

Έτσι, πλήρωσε κάποιον «οικονομικό μεσάζοντα», ονόματι Λέσλι Ντίλον για να την σκοτώσει. Ο Χάνσεν δεν γνώριζε όμως πως ο Ντίλον πέρα από «οικονομικός μεσάζων» κι εγκληματίας, ήταν επίσης  και σαδιστής και ότι εκείνος θα διέπραττε ένα από τα πιο ειδεχθή και φρικτά εγκλήματα της ανθρωπότητας.

Στα τέλη του έτους 1948, ο ψυχίατρος που είχε προσλάβει το Αστυνομικό Τμήμα του Λος Άντζελες για την διερεύνηση της υπόθεσης, κατάφερε μέσω της δημοσίευσης ενός άρθρου του, με τίτλο «δόλωμα», να αναγκάσει κατά κάποιον τρόπο τον δράστη να αποκαλυφθεί μόνος του. Ο «Τζακ Σαντ» ο υποτιθέμενος ύποπτος φίλος του δράστη, ο οποίος ήταν στη πραγματικότητα ο Ντίλον.

Συναντήθηκε πολλές φορές με τον ψυχίατρο Δρ.  Τζόσεφ Πολ ντε Ρίβερ. Από την εμπειρία του ο Ρίβερ πείστηκε πως ο δολοφόνος ήταν μπροστά του κι ομολογούσε ουσιαστικά τις πράξεις του. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στην ομολογία του ο Ντίλον έδωσε δύο παραπάνω πληροφορίες οι οποίες δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί στο ευρύ κοινό από την αστυνομία. Προσέθεσε λοιπόν στα στοιχεία της δολοφονίας πως «το τατουάζ ενός ρόδου που είχε η νεαρή ψηλά στον μηρό της είχε κοπεί από τον δολοφόνο και το δέρμα είχε εισαχθεί στο αιδοίο της, αλλά και ότι το ηβικό της τρίχωμα είχε κοπεί και τοποθετηθεί στο ορθό της».

Ο Ντίλον είπε ακόμη πως υποπτευόταν πως ο φίλος του, είχε φτάσει σε αυτή την συμπεριφορά γιατί η νεαρή κοπέλα τον απείλησε πως θα ομολογήσει δημόσια ότι ο δράστης είχε υπερβολικά μικρό πέος κι εκείνος την έκοψε στη μέση για να δει μέχρι πού έφθαναν τα γεννητικά του όργανα, κατά την διάρκεια της συνουσίας του με το άψυχο κορμί της. Μετά από μία εξέταση του ψυχιάτρου στον Ντίλον, διαπιστώθηκε πως όντως το πέος του, είχε το μέγεθος «ενός οχτάχρονου αγοριού».

Συνολικά τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει ο ψυχίατρος, αρκούσαν για να δικαστεί ισόβια ο ένοχος, σύμφωνα με την συγγραφέα του βιβλίου. Παρ’ όλα αυτά δεν δικάστηκε ποτέ.

Ο Ντίλαν, ως άνθρωπος του Χάνσεν και του υποκόσμου γενικότερα, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τις διεφθαρμένες ιστορίες των αστυνομικών, οι οποίοι πληρώνονταν κανονικά από διάφορους τέτοιους εγκληματίες καθώς κι ότι «οι πλάτες» που έκαναν στην μαφία, ξεπερνούσαν τα όρια του λογικού. Με την απειλή συνεπώς της δημόσιας αυτής ανακοίνωσης του, σε περίπτωση που τον συλλάμβαναν, η αυλαία της υπόθεσης έπεσε πριν την τελευταία πράξη. Το έγκλημα έμεινε ατιμώρητο.

Τίποτα από αυτά όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο εκατό τοις εκατό, αφού οι μαρτυρίες και οι δολοφόνοι «φαντάσματα» που παρουσιάστηκαν κατά καιρούς, ήταν πολλοί.

Β. Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αρχικά, όντως είναι παραπάνω από προφανές ότι θα του επιβαλλόταν η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Όσον αφορά τον τρόπο έκτισης της ποινής, τα άρθρα 69-71 του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως ο τελευταίος ισχύει σήμερα και τροποποιήθηκε με το ν. 4637/2019, αναφέρονται στα λεγόμενα «Μέτρα Ασφαλείας». Εφαρμόζονται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, εφόσον κριθεί ότι ο δράστης είναι επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά και είναι αξιολογική κρίση. Πιο συγκεκριμένα, προκύπτει έπειτα από την εξέταση του κατηγορούμενου κατά την διάρκεια της δίκης, από τους προσαγόμενους μάρτυρες καθώς και από τα επικαλούμενα προσκομιζόμενα αποδεικτικά έγγραφα.

Ακόμη, οι μεταβολές στο σωφρονιστικό σύστημα επαφίενται στη νομοθετική βούληση και αποτελούν δικαιοπολιτική στάθμιση. Όταν είναι αντικειμενικά αδύνατος ο σωφρονισμός του δράστη εξαιτίας της νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών ή της συνείδησής του, είναι απαραίτητη η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης. Αυτό σημαίνει ότι στην στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων, ήτοι του δικαιώματος της strictο sensu προσωπικής ελευθερίας και της προστασίας του κοινωνικού συνόλου από έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη, η ζυγαριά πρέπει να γέρνει προς την διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος για την επίτευξη της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και την επαναφορά της κοινωνικής ειρήνης και ασφάλειας. Επομένως, θα ήταν συμφερότερο για το κοινωνικό σύνολο το να παραμείνει ο δράστης για το υπόλοιπο της ζωής του έγκλειστος σε κάποιο δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα στο οποίο θα φυλάσσεται πολύ αυστηρά.

Σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών του Συντάγματος (άρθρο 26§3 Σ) καθώς και το άρθρο 93 Συντάγματος που αφορά την οργάνωση και την δικαιοδοσία των δικαστηρίων, το μοναδικό υπεύθυνο όργανο για την κήρυξη της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου και την επιβολή οποιασδήποτε ποινής ή της εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης, είναι το αρμόδιο δικαστήριο που θα δικάσει την συγκεκριμένη υπόθεση. Επομένως, μόνο η δικαστική λειτουργία είναι αρμόδια για την απονομή της δικαιοσύνης και την έκδοση αποφάσεων στο όνομα του ελληνικού λαού.

 

ΤΑ ΣΤΥΓΕΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΓΟΥΕΙΝ ΓΚΕΙΣΙ

Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ  

Ο Τζον Γουέιν Γκέισι, είναι ένας  από τους πιο στυγνούς δολοφόνους της ιστορίας. Μας επιβεβαιώνει πως η ζωή μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τους πιο σκοτεινούς εφιάλτες μας. Παρά τη σκοτεινή του δράση, ο δολοφόνος διατηρούσε ένα καλό κοινωνικό προφίλ, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να τον ταυτίσει με την σκοτεινή προσωπικότητα ενός δολοφόνου βγαλμένου από ταινία τρόμου.

Ο Γκέισι γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου το 1942. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ σκληρά, καθώς από πολύ μικρή ηλικία κακοποιείτο από τον πατέρα του. Στην πορεία της ζωής του αποφάσισε να παντρευτεί παρά το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλος, σε μια διαρκή προσπάθεια να σταθεί σωστός απέναντι στις προσταγές της κοινωνίας και να κρατήσει τους τύπους.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σαν παιδί, ο Γκέισι υπήρξε ένας τρυφερός πατέρας. Η αγάπη του για τα παιδιά έμοιαζε μεγάλη και πολλές φορές οργάνωνε παιδικά πάρτι, στα οποία μεταμφιεζόταν κλόουν για να τα διασκεδάσει. Μάλιστα, ήταν ιδιαίτερα συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, συμμετείχε στα πολιτιστικά δρώμενα και ήταν αγαπητός από τον περίγυρό του. Την ίδια συνέπεια έδειχνε και στον επαγγελματικό του χώρο. Ο Γκέισι ήταν ένας επιτυχημένος εργολάβος. Η εικόνα του δεν θα μπορούσε ποτέ να προδώσει τα καλά κρυμμένα μυστικά του.

Μελανό σημείο στη ζωή του αποτέλεσε η επιβολή της δεκαετούς ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης, το 1968, αφού κατηγορήθηκε για τον βιασμό και την αποπλάνηση 2 ανήλικων αγοριών. Μόλις δύο χρόνια μετά αφέθηκε ελεύθερος λόγω καλής διαγωγής και όπως όλα έδειχναν, συνέχισε ακάθεκτος το φρικιαστικό του έργο.

Ο πρώτος φόνος του Τζον Γκέισι  διαπράχθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1972. Το θύμα του ήταν ο 15χρονος Τίμοθι Μακόι, ο οποίος ζούσε μόνος του και εξυπηρετούσε ερωτικά άνδρες για να μπορεί να ζει. Στην ομολογία του, ο Γκέισι ισχυρίστηκε πως δεν είχε καμία πρόθεση να σκοτώσει, αλλά όταν τραυμάτισε το νεαρό αγόρι κατά λάθος, ένιωσε τόσο ωραία με την αίσθηση αυτή, που κατέληξε να τον μαχαιρώσει στο στήθος. Στην ομολογία του δήλωσε ότι είχε οργασμό όταν τον σκότωσε: «Τότε κατάλαβα ότι ο φόνος είναι η απόλυτη συγκίνηση».

Μετά τον πρώτο φόνο του, ακολούθησαν μια σειρά από ειδεχθή εγκλήματα με θύματα πάντα νεαρά αγόρια. Βίασε, βασάνισε και σκότωσε 33 νέους και έθαψε τους περισσότερους από αυτούς στην αυλή του σπιτιού του. Για να καλύπτει την μυρωδιά, έριχνε ένα αλκαλικό διάλυμα με καθαριστικές ιδιότητες, που προέρχεται από το βράσιμο νερού μαζί με στάχτη, γνωστό ως αλισίβα.

Για επτά συναπτά χρόνια, από το 1972 μέχρι και το 1978, ο Γκέισι δολοφονούσε ανενόχλητος και σίγουρος πως δεν θα τον ανακαλύψουν ποτέ. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση του κατά συρροή δολοφόνου τον έκανε απρόσεκτο.

Το τελευταίο του θύμα ήταν και αυτό που έφερε στο φως τα μεγάλα του εγκλήματα. Στις 11 Δεκεμβρίου του έτους 1978 γνώρισε για πρώτη φορά το θύμα του, τον 15χρονο Ρόμπερτ Πιστ. Με πρόσχημα μια ενδεχόμενη επαγγελματική συνεργασία σε κάποια από τις οικοδομές του, ο Γκέισι αποπλάνησε τον νεαρό και έκλεισε ραντεβού μαζί του. Ο νεαρός Πριστ ενημέρωσε τους γονείς του για το συμβάν μέσω τηλεφώνου και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του Γκέισι. Αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που θα άκουγαν την φωνή του γιού τους.

Η ιστορία εξελίχθηκε σε θρίλερ και ο νεαρός οδηγήθηκε στο υπόγειο του σπιτιού του δολοφόνου του, όπου άρχισαν να συζητούν. Κάποια στιγμή ο Γκέισι έκανε ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο, δένοντας το θύμα του με χειροπέδες. Όταν ο Πρίστ δεν κατάφερε να βγάλει τις χειροπέδες άρχισε να ρωτά ποιο ήταν το «μαγικό» κόλπο. «Το κόλπο είναι να έχεις το κλειδί», ήταν η απάντηση του Γκέισι. Έπειτα τον στραγγάλισε με ένα σχοινί και έθαψε το πτώμα του κάτω από την γέφυρα του ποταμού Ντες Πλέινς, στο Σικάγο.

Το θύμα του αυτή τη φορά δεν ζούσε στο περιθώριο. Αντίθετα, ήταν ένας άριστος μαθητής που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους δικούς του ανθρώπους. Η εξαφάνισή του προκάλεσε αναστάτωση έτσι η οικογένεια του κινήθηκε άμεσα μόλις κατάλαβαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Στις 21 Δεκεμβρίου, η αστυνομία συνέλαβε τον Γκέισι και εκείνος ομολόγησε τα πάντα. Μετά την εξαφάνιση του Πρίστ, η αστυνομία παρακολουθούσε τον Γκέισι για μέρες. Ο τελευταίος, έχοντας μεγάλη αυτοπεποίθηση τόλμησε να καλέσει την αστυνομία για δείπνο στο σπίτι του. Κατά την παραμονή του στο σπίτι ένας αστυνομικός παρατήρησε μια έντονη μυρωδιά που έβγαινε από την υδρορροή. Ταύτισε την μυρωδιά αυτή με την οσμή των πτωμάτων στο νεκροτομείο και το έγκλημα άρχισε να διαλευκαίνεται. Εκδόθηκε ένταλμα έρευνας και η αστυνομία βρήκε στο σπίτι του αποδείξεις από το έγκλημα του Πριστ, αλλά και ένα δαχτυλίδι που ανήκε σε κάποιον άλλο νέο που είχε εξαφανιστεί.

Ακολουθώντας την μυρωδιά, οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν σε έναν κούφιο χώρο κάτω από το υπόγειο, όπου βρίσκονταν τα πτώματα 26 αγοριών. Ο Γκέισι, όταν δεν είχε πια χώρο για να θάψει άλλα πτώματα στο υπόγειο, μετέφερε τα πτώματα κάτω από την γέφυρα του ποταμού Ντες Πλέινς, εκεί όπου βρέθηκε νεκρός και ο Πιστ. Η υπόθεση του Γκέισι βγήκε στα φώτα της δημοσιότητας και προκάλεσε πολύ την κοινή γνώμη. Τα φρικαλέα του εγκλήματα σε συνάρτηση με το αψεγάδιαστο προφίλ που χρόνια συντηρούσε, προκάλεσαν το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο Γκέισι καταδικάστηκε σε θάνατο με ένεση το 1980.  Η ποινή του εκτελέστηκε το 1994, ωστόσο, τα 18 οδυνηρά λεπτά που χρειάστηκαν για να ενεργήσει το θανατηφόρο διάλυμα προκάλεσαν συζητήσεις για την καταλληλότητα της μεθόδου. Κατά την παραμονή του στην φυλακή ζωγράφιζε πίνακες με κλόουν και νεκροκεφαλές, οι οποίοι αργότερα θα πωλούνταν μέχρι και 3.000 δολάρια το κομμάτι και αυτό όχι για το ιδιαίτερο ταλέντο του, αλλά για το γεγονός ότι ήταν δημιουργήματα ενός δολοφόνου.

Η προσωπικότητά του και η ιστορία του έγινε και χαρακτήρας γνωστής σειράς τρόμου. Δημιούργησαν τον Τουϊστι τον κλόουν, έναν από τους πιο αιμοσταγείς δολοφόνους της σειράς «American Horror Story».

Β. ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Σύμφωνα με τα άρθρα 336§1 και 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει και έχει τροποποιηθεί με το Ν.4637/2019 ορίζεται ότι: « 1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. 2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις».

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 339§1 του νέου Ποινικού Κώδικα με τίτλο «γενετήσιες πράξεις με ανηλίκους ή ενώπιόν τους», όπως ισχύει και έχει τροποποιηθεί με το Ν.4637/2019 ορίζεται ότι: « 1. Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα με το άρθρο 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών».

Βέβαια, σύμφωνα με το άρθρο  94§1 ΠΚ  που τυποποιεί την αληθινή πραγματική συρροή και σύμφωνα με το νέο Ποινικό Κώδικα (Νόμος 4637/2019) όπως ισχύει και τροποποιήθηκε, θα του επιβαλλόταν η  κύρια ποινή της ισόβιας κάθειρξης (βλ. και άρθρο 51 ΠΚ). Ως προς την αληθινή πραγματική συρροή αναφέρεται πως «αληθινή» σημαίνει ότι ο δράστης προσβάλλει περισσότερα και διαφορετικά έννομα αγαθά, ήτοι την γενετήσια ελευθερία, την ανηλικότητα και κυρίως τις ζωές περισσότερων ανθρώπων και «πραγματική» σημαίνει ότι ο δράστης τελεί τα εγκλήματά του με περισσότερες από μία πράξεις σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα δη κατά διαφορετικών μονάδων εννόμων αγαθών, δηλαδή κατά διαφορετικών προσώπων.  Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΠΚ η ισόβια κάθειρξη συνεπάγεται αυτοδικαίως την εφαρμογή της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του καταδικασμένου.

Εν κατακλείδι, προκύπτει ότι το ποινικό δίκαιο, καθώς και οι επιστήμες της εγκληματολογίας και της δικαστικής ψυχολογίας χρειάζονται περαιτέρω μελέτη, εμβάθυνση και εξέλιξη προκειμένου να ερμηνεύσουν τέτοιες συμπεριφορές και να μπορέσουν να υλοποιήσουν τους κοινωνικούς τους στόχους.

 

 

Άννα Παυλίδου, Δημοσιογράφος-Νομικός