Η λατρευτική ζωή των ανθρώπων στην Αρχαία Ελλάδα αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητα τους. Άλλωστε, πολλοί βασιλιάδες συμβουλεύονταν συχνά τα διάφορα Μαντεία και προέβαιναν σε θυσίες για να τιμήσουν τους Θεούς τους, προκειμένου να μάθουν τι τους επιφύλασσε το μέλλον (έκβαση μάχης, απόγονοι κ.α). Οι πιο παλιές ιεροτελεστίες που συνέβαιναν λέγεται πως ήταν τα Κρητομινωικά μυστήρια τα οποία με την σειρά τους άσκησαν επιρροή στα Καβείρια, τα Ελευσίνια και τα Διονυσιακά-Ορφικά. Η λατρεία τους φαίνεται πως ξεκίνησε στα νησιά που βρίσκονται στην βορειοανατολική πλευρά του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Ίμβρο, Τένεδο, Θάσος, Κάρπαθος), στη Θράκη, Μακεδονία, Μικρά Ασία και την Βοιωτία.

Προέλευση του ονόματος

Ορισμένοι ιστορικοί συμφωνούν με την άποψη πως το όνομα των Καβείρων είναι ελληνικό, προερχόμενο από το ρήμα καίω, υπάρχουν όμως και άλλοι ιστορικοί που συνεχίζουν να θεωρούν την προέλευση του ονόματος, από την Ανατολή’ Μάλιστα, λέγεται ότι το όνομα Καβίρ προέρχεται από την εβραϊκή γλώσσα και σημαίνει ο μέγας, ο ισχυρός, ο δυνατός και προέκυψε από το όρος Κάβειρος στην Φρυγία. Άλλοι ιστορικοί πάλι, υποστηρίζουν ότι η ονομασία οφείλεται από την μητέρα τους, την Νύμφη Καβείρα. Μάλιστα ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Κάβειροι είχαν ναό στην πόλη Μέμφιδα της Αιγύπτου και η φυλή των Φοινίκων λάτρευαν τους 8 Καβείρους, στη πόλη της Βηρυτού ως εφευρέτες της ναυτιλίας και εκπροσωπούσαν τους επτά πλανήτες.

Ποιοι ήταν οι Κάβειροι

Όταν γίνεται αναφορά στους Κάβειρους, υπάρχει πάντα μια αοριστία και ένα μυστήριο γύρω από τον ακριβή αριθμό τους. Μια επίσημη παραδοχή είναι ότι οι Κάβειροι ήταν τρεις όπως και οι Καβειρίδες-Νύμφες, παιδιά του Ήφαιστου (θεότητα της φωτιάς και των τεχνών) και της Καβειρούς, που ήταν κόρη του Πρωτέα και της Αγχινόης. Γεννήθηκαν στο νησί της Λήμνου, και εκεί λατρεύονταν ως «Θεοί Μειλίχιοι» δηλαδή ήρεμοι, συγκαταβατικοί, σπλαχνικοί. Θεωρούνταν προστάτες της ναυσιπλοΐας και της αμπελουργίας η οποία και αναπτύσσεται με ιδιαίτερη ευκολία στα ηφαιστειογενή εδάφη. Οι Κάβειροι ήταν ένα σύνολο «χθόνιων» θεών που είχαν Θρακοπελασγική καταγωγή και λατρεύονταν ως αρχαιότατες θεότητες. Χαρακτηρίζονταν κυρίως με ονομασίες όπως «Θίακες», «Άνακτες» ή «Καρκίνοι». Θεωρούνταν πνεύματα του κακού, δαίμονες που μέσα από τα έγκατα της γης προκαλούσαν σεισμούς και εξαπολύαν φωτιές. Το ανάστημα τους ήταν κοντό, όμως τα αναπαραγωγικά τους όργανα ήταν μεγάλα και θεωρούνταν εκπρόσωποι της υπόγειας φωτιάς και των μεταλλευτικών εργασιών.

Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι υπήρχαν 4 θεοί Κάβειροι και οι ονομασίες τους είναι αιγυπτιακής προελεύσεως’ ο Αξίερος που δηλώνει ο Μέγας Παντοδύναμος, ο Αξιόκερσος που δηλώνει ο Μέγας Γονιμοποιός, η Αξιόκερσα που δηλώνει η Μεγάλη Γονιμοποιός και ο Κάσμιλλος που δηλώνει ο Πάνσοφος. Ο ναός τους ήταν επιβλητικός και λέγεται πως οι ετήσιες τελετές συνέβαιναν συνήθως με την έλευση του καλοκαιριού. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τους συνέδεαν με τους χαλκουργούς Κύκλωπες. Άλλη παράδοση τους θέλει να είναι απόγονοι του Δία και της Ηλέκτρας (φωτεινή φλόγα). Άλλοι ισχυρίζονται πως οι Κάβειροι είναι η Μεγάλη Μητέρα, η «μητέρα γη»’ στην τοπική γλώσσα λεγόταν Αξίερος, ταυτίζονταν με την Δήμητρα και την αποκαλούσαν Ηλέκτρα, Λαμπρή, Στρατηγίδα και Ηγέτιδα. Ο σύζυγός της ο Καδμίλος (συναντάται και με τις εξής ονομασίες: Κάμιλλος, Κασμίλος, Κασμείλος και Κάδμος) θεωρούνταν θεός της γονιμότητας και πολλές φορές ταυτίζονταν με τον Ερμή και το ιερό του ζώο, ο κριός, φανερώνει τη «γονιμοποιό δύναμη» και τον αρχηγό ποιμένα, καθώς και το ραβδί του με κεφαλή φιδιού) βρέθηκαν αποτυπωμένα σε νομίσματα και σε επιγραφές του Ναού. Άλλοι πάλι διατυπώνουν πως ήταν δύο αρένες δίδυμοι Θεοί και τους συνέχεαν με τους Διόσκουρους (Διός + Κούροι) δηλαδή οι γιοί του Δία. Άλλοι πάλι εκφράζουν πως οι Θεοί ήταν τρεις και τα ονόματα τους Αξίερος, Αξιόκερσα και Αξιόκερσος. Συχνά τους σχετίζανε με τους Ολύμπιους Θεούς, την Δήμητρα (η μορφή της οποίας εμφανιζόταν στα νομίσματα της Σαμοθράκης ανάμεσα σε δύο λιοντάρια), την Κόρη της (Περσεφόνη) και τον Ερμή (Καδμίλος). Άλλοι προσθέτουν ακόμα και τον Άδη, την Εκάτη, τη Ρέα, τους Οκριβάντες, τον Ουρανό και τη Γαία. Ακόμα και η Αφροδίτη που ίσως είναι αυτή που παριστάνεται σε περίεργα «τρίμαστα» γυμνά αγάλματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές, φαίνεται πως ανήκε στους Κάβειρους. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Βατικανό υπάρχει ένα μάρμαρο με την ονομασία «de la duchesse de Chalais» όπου απεικονίζονται οι 3 θεότητες των Καβείρων’ ο Αξιόκερσος, η Αξιόκερσα και ο Κασμίλος, αντιστοιχώντας στους αρχαιοελληνικούς θεούς Απόλλωνα-Ήλιο, Αφροδίτη και Έρωτα.

Το βέβαιο είναι ότι οι πρώτοι Αχαιοί το 2000 π.Χ περίπου, κατέγραψαν στον κατάλογο των θεοτήτων τα ονόματα του Δία, της Εκάτης, του Απόλλωνα και των Καβείρων. Μια εξίσου σημαντική πληροφορία είναι αυτή του Ιππόλυτου (2ο αιώνας μ.X) αναφέροντας τα εξής: «Οι κάτοικοι της Σαμοθράκης ονομάζουν αυτόν που τιμούν στα μυστήρια που τελούν τον λεγόμενο Αδάμο, τον αρχικό άνθρωπο, ενώ στο ιερό της Σαμοθράκης υπάρχουν δυο αγάλματα γυμνών ανθρώπων με τα χεριά τεντωμένα προς τον ουρανό και τους φαλλούς στραμμένους προς τα πάνω, όπως έχει και το άγαλμα του Ερμή στην Κυλλήνη. Τα αγάλματα αυτά είναι εικόνες του πρώτου ανθρώπου και του αναγεννημένου πνευματικά ανθρώπου». Ότι και να ισχύει από τα παραπάνω, η ύπαρξη πολλών προσώπων που υπάρχει στην λατρεία των Καβείρων φανερώνει πως στα μυστήρια της Σαμοθράκης επικρατούσε μια απροσδιόριστη εικόνα για την θεότητα που υπάρχει και στα Ορφικά μυστήρια και ο Θεός προσφωνείτε ως «Μέγα πνεύμα», «Μέγας Ελευθερωτής», «Μεγάλη ψυχή του κόσμου», «Λόγος».

Ο τόπος λατρείας των Καβείρων

Κατά τον Όμηρο η Σαμοθράκη- Ζαθέη (Ιερό νησί), ήταν το κατεξοχήν νησί που οργάνωνε με ιδιαίτερη «μεγαλοπρέπεια» τα Καβείρια μυστήρια και ξεκίνησε από τους κατοίκους του νησιού, τους Πελασγούς. Μάλιστα αυτοί που γλίτωναν από «τα νύχια» της άγριας θάλασσας πρόσφεραν τιμές και «αφιερώματα» στο ιερό της Σαμοθράκης. Οι Αθηναίοι, πρώτοι γνωρίστηκαν με τους Πελασγούς, και στα αγάλματα που απεικονιζόταν ο   Ερμής, το ανδρικό μόριο είχε κλίση προς τα πάνω, και όταν μετοίκησαν στην Αθήνα άρχισαν να τους υπολογίζουν ως Έλληνες. Οι κάτοικοι της Λήμνου, της Ίμβρου και της Σαμοθράκης τους ταύτιζαν με τον Πρωτέα, ο οποίος αντιπροσώπευε την θάλασσα και το «ηφαιστειώδες πυρ» του οποίου κύρια θεότητα είναι ο Ήφαιστος ενώ ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Προμηθέας και ο γιος του Αιτναίος λατρεύονταν ως Κάβειροι στην Βοιωτία.

Η Ιερή τελετή των Καβείρων

Στα Καβείρια μυστήρια μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως ηλικίας, ιδιότητας, φυλής, δόγματος, (άνδρες, γυναίκες, παιδιά, δούλοι) σε αντίθεση με τα Ελευσίνια μυστήρια όπου ήταν άκρως απαγορευτική η ένταξη των δούλων και μόνο ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να λάβουν μέρος. Μόνη προϋπόθεση για την συμμετοχή τους στα μυστήρια ήταν, τα άτομα να μην ήταν επιβαρυμένα με πράξεις ανίερες. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι «οι μυημένοι εγίνοντο ευσεβέστεροι, δικαιότεροι και κατά τα πάντα καλλίτεροι», διότι τα μυστήρια στόχευαν στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου. Πραγματοποιούνταν «η γέννηση του ανθρώπου» μέσα από την οποία αποκαλυπτόταν τι συμβαίνει στην ψυχή μετά θάνατον με σκοπό την εξάλειψη του ανθρώπινου φόβου για το φοβερό μυστήριο του θανάτου. Στο πρόσωπο των Καβείρων κατοπτριζόταν η αθανασία της ψυχής’ γεγονός που φαίνεται και από τον σεβασμό και τις τιμές που έδειχναν οι αρχαίοι Έλληνες στους νεκρούς των. Εν αντιθέσει με τα Ελευσίνια μυστήρια (εκ του ρήματος ελεύω=ελευθερώνομαι) στα οποία γινόταν η συμβολική αναπαράσταση των σταδίων που διέρχεται η ψυχή. Η μύηση τελούνταν κατά αποκλειστικότητα στην Σαμοθράκη. Στα μυστήρια αυτά υπήρχαν 3 κομβικά σημεία’ ο μύθος, η τελετή και η μύηση. Τα επίπεδα της μύησης όμως ήταν επτά (Καθαρμός, Χρίσμα, Περιβολή, Ιερός λόγος, Ενθρονισμός, Ιερογαμία, Εποπτεία) κάτι αντίστοιχο με τα μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία, Ιεροσύνη, Γάμος, Ευχέλαιο). Ήταν άκρως απαγορευτικό για τους μυημένους να μιλήσουν «ανοιχτά» στον υπόλοιπο κόσμο για το τι συνέβαινε σε αυτήν την τελετουργία και η παράβαση αυτού οδηγούσε αναπόφευκτα στον θάνατο. Η λατρεία των Καβείρων σκορπούσε μεγάλο δέος και ήταν γνωστό πως οι Κάβειροι όσον αφορά την επιβολή της ποινής επιδεικνύαν μεγάλη αυστηρότητα και σκληρότητα.

Στο πέρασμα που οδηγούσε στο «άβατο του Ιερού» κείτονταν μια επιγραφή που απαγόρευε την είσοδο σε αυτούς που δεν είχαν μυηθεί’ «Αμύητον μη εισιέναι». Υπάρχουν ακόμη και καταγεγραμμένα γεγονότα για την απευθείας τιμωρία όσων παράβαιναν τον ιερό αυτόν κανόνα’ Πιο συγκεκριμένα, πολίτες από τη Ναύπακτο, που τόλμησαν να μιμηθούν όσα γίνονταν στη Θήβα, τιμωρήθηκαν άμεσα και σκληρά. Μακεδόνες στρατιώτες που, μετά την καταστροφή της Θήβας από τον Αλέξανδρο, εισήλθαν με θράσος στο ιερό των Καβείρων, χτυπήθηκαν από κεραυνούς και αστραπές, και πέθαναν αυτοστιγμεί. Την ίδια «τύχη» είχαν και οι στρατιώτες του Μαρδόνιου που μπήκαν στο ναό την εποχή της περσικής επιδρομής και κατά ένα περίεργο τρόπο έχασαν τα λογικά τους και έπεσαν από τον γκρεμό στη θάλασσα. Όταν άρχισαν να μυούνται και οι Ρωμαίοι στα μυστήρια, η απαγορευτική επιγραφή γράφτηκε και στα Λατινικά (Deorum sacra qui non acceperunt non intrant). Κάτι ακόμα που κάνει τα Καβείρια μυστήρια να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα μυστήρια είναι το στάδιο της «ψυχικής καθαρότητας» του μυημένου μέσω της εξομολόγησης. Για τον λόγο αυτό, υπήρχε ένας ειδικός ιερέας, ο Κοής, ο οποίος άκουγε τα λάθη, τις αστοχίες και τις ειδεχθείς πράξεις του εξομολογούμενου και είχε το «αξίωμα» να εξαγνίζει ακόμα και τον δολοφόνο που όμως έδειχνε πραγματική μεταμέλεια. Τα εν λόγω μυστήρια κινούνταν σε πολυεπίπεδα (θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ηθικοπλαστικά). Έτσι, μετά από την ομόφωνη απόφαση του Κοή και των Ανακτοτελεστών, ο κατηχούμενος μπορούσε να περάσει στο δεύτερο στάδιο της μυήσεως. Κατά πάσα πιθανότητα η μύηση συνέβαινε την νύχτα με την παρουσία δαδιών και λυχναριών από άλλους μυημένους που συμμετείχαν στην τελετή. Αρκετές λυχνίες που βρέθηκαν στις ανασκαφές είχαν χαραγμένο πάνω το κεφαλαίο γράμμα Θ, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Μεγάλων Θεών. Ακόμη και στους τοίχους του Ιερού υπήρχαν ειδικές θέσεις για τις λυχνίες. Το άτομο κατά την διάρκεια της μύησης ήταν καθήμενος σε θρόνο γι’ αυτό η τελετή λεγόταν «Θρονισμός».

Έμπροσθεν του θρόνου, έκαιγε μια εστία περιμετρικά της οποίας οι ιερείς έψελναν λέξεις απόκοσμες, μη κατανοήσιμες για τον μυημένο και μετά ακολουθούσαν οι μυημένοι που με την συνοδεία μουσικής και μυστηριακών ασμάτων, λικνίζονταν περιμετρικά με χορευτικές κινήσεις. Μέσω του Πλούταρχου έχουμε αρκετές μαρτυρίες για αυτήν την φάση της τελετής. «Καθάπερ ειώθασιν εν τω καλούμενο θρονισμώ καθίσαντες τους μειουμένους οι τελούντες κύκλω περιχορεύαν». Με την λήξη της τελετής του «Θρονισμού», ο ιερέας οδηγούσε τον άρτι μυημένο, στο άβατο του Ιερού και εκεί το νέο μέλος, είχε την «εποπτεία», κάποιας ιερής αναπαράστασης με πιθανό αντικείμενο την έκφραση περί γενέσεως του κόσμου στις οποίες πρωτοστατούσε «η μυστηριώδης τους γενεαλογία» και μ’ αυτό τον τρόπο έφθανε στον βαθμό της «εποπτείας». Χαρακτηριστικά, ο Πίνδαρος αναφέρει για τους μυημένους στα μυστήρια: «Ευτυχής εκείνος ο οποίος αφού είδε αυτό το θέαμα, κατέρχεται στα βάθη της Γης. Γνωρίζει το τέλος της ζωής, γνωρίζει την Θεία πηγή». Έπειτα, στον «εκκολαπτόμενο» μύστη, δινόταν ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς και μια ζωστήρα κόκκινου χρώματος που τον προφύλαγε από τους κινδύνους και έπρεπε να το φοράει για το υπόλοιπο της ζωής του και να διάγει μια ζωή γεμάτη αρετή και ηθική.

Έπειτα εφάρμοζαν  την «νηστεία». Χρειαζόταν να παρουσιαστεί ο κηδεμόνας τους για να πιστοποιήσει πως είχε καλούς τρόπους συμπεριφοράς και να αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτούς μελλοντικά. Λέγεται πως όσοι συμμετείχαν στα Καβείρια μυστήρια είχαν δύναμη που τους έκανε άτρωτους σε εχθρούς, κινδύνους και ριψοκίνδυνες ενέργειες. Οι τελετές μύησης συνέβαιναν το διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Δεν ήταν αναγκαστικό η μύηση να συμβεί παράλληλα με τις ετήσιες πανηγυρικές εκδηλώσεις. Αυτές πάλι, είχαν διάρκεια εννιά μέρες κατά τις όποιες κάθε πόλη από τα νησιά, τη Θράκη και τα Μικρασιατικά παράλια έστελνε τους πρεσβευτές της. Παρόλο που διεξάγονταν στην πόλη της Σαμοθράκης, ακόμη και αυτή έστελνε κάποιον απεσταλμένο γεγονός που δεικνύει τον καθολικό χαρακτήρα που απόπνεε το Ιερό και τα μυστήρια του. Βασικό στοιχείο των τελετών ήταν το «πυρ» ενώ η όλη τελετουργία αποσκοπούσε στην «αναγέννηση»’ διότι μέσα από τη φωτιά εξερχόταν ο ανακαινισμένος  γεμάτος καθαρότητα και αγνότητα άνθρωπος. Κάθε φορά πριν την τελετή έναρξης των μυστηρίων έσβηναν κάθε εστία που έκαιγε στο νησί και έφερναν τη νέα φλόγα από το ιερό των Καβείρων της Δήλου. Ξεκινούσαν πολύ αργά την νύχτα και στην διάρκεια των οποίων όταν η φωτιά σωνόταν προμηθεύονταν με νέο «αγιασμένο» φως από τον ναό του Απόλλωνα στην Δήλο.

Είναι δύσκολο να ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία των εορτών αυτών και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συνέβαιναν τον μήνα Ιούλιο. Η λατρεία των Καβείρων συνεχίστηκε μέχρι και τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. μέχρι την στιγμή που έκανε αισθητή την παρουσία της η νέα θρησκεία (Χριστιανισμός).

Οι «μυημένοι» του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου

Μεγάλες προσωπικότητες του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου «παρέλασαν» σε αυτά τα Μυστήρια (ο Ορφέας , ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Αγαμέμνων, ο Οδυσσέας, ο Ιάσωνας αλλά και άλλοι Έλληνες που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, ο Ηρόδοτος, ο Πυθαγόρας, ο Πλούταρχος, Περσέας κ.α). Επικρατεί έντονα η φήμη, ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄ συνάντησε και ερωτεύτηκε την Ολυμπιάδα που ήταν ιέρεια στα μυστήρια αυτά και η παράδοση αναφέρει ότι η «σύλληψη» του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνέβη στο νησί της Σαμοθράκης. Άλλη μια μαρτυρία αναφέρει πως μετά την γέννηση του Χριστού, το 18ο έτος, ο αυτοκράτορας Τιβέριος ταξίδεψε με κατεύθυνση την Σαμοθράκη, για να γίνει μύστης των Καβείριων μυστηρίων όμως οι δυνατοί άνεμοι δεν του επέτρεψαν να έχει πρόσβαση στο νησί. Αργότερα, ο Γερμανικός, ο διάδοχος του Αυτοκράτορα Τιβέριου πηγαίνοντας στην Συρία για να αναλάβει την διοίκηση των Ρωμαϊκών στρατευμάτων, πήγε μέσω του Αιγαίου στην Σαμοθράκη για να μυηθεί στα Καβείρια μυστήρια, αλλά λόγω των σφοδρών βορείων ανέμων δεν μπόρεσε να φτάσει. Αυτό θεωρήθηκε κακός οιωνός και μετά λίγους μήνες ο Γερμανικός πέθανε, δηλητηριασμένος από την γιαγιά του Λύβια, γυναίκα του Αυγούστου.

Η λατρεία των Καβείρων σε διάφορα μέρη της Ελλάδος

Οι τιμές στο πρόσωπο των Καβείρων στη Θήβα και την Ανθηδόνα δεν είχε «ανήθικους σκοπούς» όπως ενίοτε  πιστεύουν. Επρόκειτο για μια λατρεία, στις τοπικές θεότητες, που γινόταν με ξεχωριστό και μυστηριώδη τρόπο. Ο βασικός τους στόχος εκείνων που ήθελαν να μυηθούν ήταν για να αποκτήσουν την εύνοια των Καβείρων. Τους θεωρούσαν κατά κάποιο τρόπο «μικρούς θεούς» (κάτι αντίστοιχο με τους αγίους) οι οποίοι είχαν την δυνατότητα να μεσιτεύουν στους άλλους Θεούς για την εκπλήρωση των επιθυμιών» τους. Στη Βοιωτία, η λατρεία τους σταμάτησε για κάποιο διάστημα ειδικότερα, μετά τον πόλεμο των Επιγόνων και μετά την άλωση της Θήβας, οι Κάβειροι εκδιώχθηκαν από τους Αργείους. Επανεμφανίστηκε από την Πελάργη, κόρη του Ποντέα, και τον σύζυγό της Ισθιάδη, μεταφέροντας την έδρα της σε κάποιο χωριό με το όνομα Αλεξιάρους. Εκεί μαζεύτηκαν ο Τηλώνδας και όσοι άλλοι ζούσαν από το γένος των Καβείρων και διοργάνωσαν γιορτές για να τιμήσουν την επιστροφή των Καβείρων από την εξορία. Στο νησί της Λήμνου οι θρησκευτικές τελετές ήταν παρόμοιες με εκείνες των άλλων ιερών’ Γινόταν θυσίες ζώων, σπονδές, προσευχές και αφιερώματα. Όμως το σημαντικότερο γεγονός ήταν η «γιορτή της πορφυρίας» όπου συνέβαινε η αναπαράσταση για την ανακάλυψη της φωτιάς που η παράδοση λέει πως έγινε στην ίδια τη Λήμνο.

Οι «συντεχνίες των μεταλλουργών» έπαιζαν καθοριστικό ρόλο. Ανέβαιναν στο όρος Μόσυχλο όπου άναβαν καθαρή και αμόλυντη φλόγα με ένα «χαλκείο», δηλαδή ένα είδος κοίλου καθρέφτη κατασκευασμένο από χαλκό που κρατούσαν απέναντι στον ήλιο, κάτι δηλαδή σαν τη σημερινή αφή της Ολυμπιακής φλόγας. Μετά το 175 π.Χ. που η Λήμνος έγινε μέλος της Συμμαχίας της Δήλου το νέο φως το έπαιρναν από το ιερό της Δήλου. Επί εννιά μέρες έσβηναν όλες τις φωτιές του νησιού και έστελναν στη Δήλο ένα πλοίο να φέρει το νέο φως. Μέχρι να έφτανε το φως στη Λήμνο, οι κάτοικοι επικαλούντο τους χθόνιους θεούς έως ότου έφτανε το πλοίο και ο θεός Ήφαιστος «θριάμβευε». Στη Ρώμη, πρόσφεραν τιμές στους Κάβειρους ως εφέστιες θεότητες (με την ονομασία Penates=Γενέθλιοι Θεοί) που η λατρεία τους μεταφέρθηκε από τη Φρυγία, όπου βρισκόταν και το βουνό που λεγόταν Κάβειρος.

Μόλις πήραμε μια μικρή «γεύση» από το τι συνέβαινε στα μυστήρια αυτά. Το βέβαιον είναι ότι όλοι οι λαοί ανά τον κόσμο δίνανε μεγάλη αξία στους Θεούς τους οποίους πίστευαν και συμβουλεύονταν. Όποιοι και αν ήταν οι λόγοι που κάποιος συμμετείχε στα Καβείρια, η εξύψωση του πνεύματος ήταν γεγονός, και αυτό το άνοιγμα της πύλης της γνώσεως του «Θείου» εν τέλει οδηγούσε στην ψυχική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι αρχαίοι ναοί που ακόμα και σήμερα στέκουν αγέρωχοι ανά τους αιώνες σηματοδοτώντας τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του Ορατού και Αόρατου κόσμου.

Άννα Κβάσνιακ, Δημοσιογράφος