Οι θρησκείες που υπάρχουν είναι ποικίλες και μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε έναν μικρό αριθμό ομάδων, γνωστές και ως Μεγάλες θρησκείες ή Παγκόσμιες θρησκείες, με βάση τα κοινά τους χαρακτηριστικά. Αυτή η ιδέα προέκυψε από την ανάγκη που δημιουργήθηκε τον 18ο αιώνα, όταν μερικοί ερευνητές αποφάσισαν να κάνουν απογραφή των θρησκευτικών πιστεύω των διαφόρων πολιτισμών ανά την υφήλιο.

Σύμφωνα με την Encyclopædia Britannica οι παγκόσμιες θρησκευτικές πεποιθήσεις κατηγοριοποιούνται και κατανέμονται στον κόσμο ως εξής: Αβρααμικές θρησκείες που καταλαμβάνει το 53,5%, Νταρμικές θρησκείες με 19,7%, Αθρησκεία με 14,3%, Ασιατικές με 6,5% , Λαϊκές θρησκείες με 4,0% και Νέα θρησκευτικά κινήματα με ποσοστό που καταλαμβάνει μόλις 2,0%.

Το κέντρο βάρους αυτού του άρθρου είναι ο Σιντοϊσμός, που πρόκειται για μία ιαπωνική θρησκεία. Πρόκειται για αυτόχθονη θρησκεία της Ιαπωνίας και για ένα διάστημα κρατική της θρησκεία. Στο κέντρο του Σιντοϊσμού βρίσκεται η λατρεία των κάμι, ιαπωνικός όρος που σημαίνει θεός, θεότητα ή πνεύμα. Σύμφωνα με τη Νίχον Σούκιο Τζίτεν (Εγκυκλοπαίδεια των Ιαπωνικών Θρησκειών), «η διαμόρφωση του Σιντοϊσμού συμβαδίζει σχεδόν απόλυτα με την εθνική πολιτιστική ανάπτυξη της Ιαπωνίας και αποτελεί ένα θρησκευτικοπολιτιστικό σύστημα που ποτέ δεν υπήρξε ανεξάρτητο απ’ αυτή την εθνική κοινωνία».

Η προέλευση και οι πιστοί         

Εμφανίστηκε τον 6ο αιώνα για να διαχωρίσει την τοπική θρησκεία από το Βουδισμό, ο οποίος εισχωρούσε στην Ιαπωνία. «Βέβαια, ”η Θρησκεία των Ιαπώνων” υπήρχε και πριν από την εισχώρηση του Βουδισμού», εξηγεί ο Σαχίγια Χίρο, ερευνητής των ιαπωνικών θρησκειών, «αλλά ήταν υποσυνείδητη θρησκεία που αποτελούνταν από ‘ήθη και έθιμα’. Όμως με την εισχώρηση του Βουδισμού, οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι αυτά τα ήθη και τα έθιμα συνέθεταν μια ιαπωνική θρησκεία που διέφερε από το Βουδισμό, ο οποίος ήταν ξενόφερτη θρησκεία», συμπληρώνει.

Δεν είναι μέχρι στιγμής εφικτό να καθοριστεί μία χρονολογία για την εμφάνιση του. Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Κοντανσά της Ιαπωνίας, (Kodansha Encyclopedia of Japan), με την εμφάνιση της ρυζοκαλλιέργειας σε υγρότοπους, «καταστάθηκε αναγκαίο να δημιουργηθούν καλά οργανωμένες και σταθερές κοινωνίες και αναπτύχθηκαν αγροτικές τελετουργίες, οι οποίες αργότερα έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στο Σιντοϊσμό».

Με τη λατρεία της φύσης, των προγόνων και των τοπικών προστατευτικών πνευμάτων ο Σιντοϊσμός εκφράζεται ως Ανιμισμός και ως Πολυθεΐα. Σχετικά αναφέρεται η πίστη σε περίπου 800.000 πνεύματα συνολικά που όμως αποτελούν την ενότητα της θείας ουσίας του Κάμι. Από την παλαιότερη γενιά των ιαπωνικών θεών διακρίνονται ο Ιζανάγκι και η Ιζανάμι, που θεωρούνται και ως δημιουργοί του κόσμου. Οι σπουδαιότεροι θεοί του Σιντοϊσμού έχουν μυθολογηθεί σαν παιδιά ή απόγονοι αυτού του αρχαιότερου θεϊκού ζεύγους. Με τη σημασία που έχει για τη χώρα η καλλιέργεια του ρυζιού, εύλογο είναι ο Ινάρι, θεός αρμόδιος γι’ αυτό το προϊόν, να κατέχει υψηλή θέση στο ιαπωνικό πάνθεο. Ιδιαίτερα αγαπητοί στο λαό είναι οι Σίχι-Φουκούτζιν, δηλαδή οι «Επτά θεοί της ευτυχίας», και ο Κομπίρα, θεός της ναυσιπλοΐας και της μετάξης. Σύμφωνα με τη σιντοϊκή μυθική παράδοση, ο Ιζανάγκι, ως κύριος του ουρανού, όρισε την Αματεράσου θεά του ηλίου, τον Τσουκιγιόμι θεό της σελήνης και τον Σουσα-νό-ο θεό της θάλασσας, ενώ η Αματεράσου όρισε τον εγγονό της Νινίγκι κύριο της Ιαπωνίας και ιδρυτή της δυναστείας της. Άλλοι θεοί είναι ο Σαρουταχίτο, θεός των δρόμων, ο Χατσιμάν, θεός του πολέμου, και ο Σουγκαβάρα Μιτσιζάνε, θεός της καλλιγραφίας. Οι δύο τελευταίοι είναι ιστορικά πρόσωπα: ο πρώτος είναι ο αυτοκράτορας Ότζιν (270-312 μ.Χ.) και ο δεύτερος υπουργός του αυτοκράτορα (845-903 μ.Χ.).

Υποστηρίζεται ότι τα μέλη του Σιντοϊσμού ξεπερνούν τα 91.000.000 στην Ιαπωνία, αριθμός που ισούται με τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της. Βέβαια υπάρχει και μία έρευνα που αναφέρει πως 2.000.000 άνθρωποι, δηλαδή 3% του ενήλικου πληθυσμού της, ομολογούν ότι πιστεύουν στο σιντοϊσμό. Ωστόσο, ο Σουγκάτα Μασαάκι, ερευνητής ειδικευμένος στο σιντοϊσμό, τονίζει πως «ο σιντοϊσμός είναι τόσο άρρηκτα συνυφασμένος με την καθημερινή ζωή των Ιαπώνων που οι άνθρωποι ελάχιστα αντιλαμβάνονται την ύπαρξή του. Για τους Ιάπωνες, αυτός δεν είναι τόσο θρησκεία όσο ένα ανεπαίσθητο μέρος του περιβάλλοντος, σαν τον αέρα που αναπνέουν».

Σύμφωνα με το βιβλίο του Ε.Ν Ρούσσου, «Οι Θρησκείες», ο Σιντοϊσμός περιέλαβε βαθμιαία όλες τις αυτόχθονες θρησκευτικές ιδέες και τελετουργικές πράξεις, που ίσχυαν στην Ιαπωνία ως την εισαγωγή του Βουδισμού σε αυτή τη χώρα (552 μ.Χ.). Από τότε ο Σιντοϊσμός ήταν υποχρεωμένος να αντιπαρατεθεί και να συμβιώσει με τον Βουδισμό, τον Ταοϊσμό, τον Κομφουκιανισμό και τον Χριστιανισμό. Κατά τον περασμένο αιώνα η επίσημη ιαπωνική πολιτική στράφηκε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον Σιντοϊσμό, για να διασφαλίσει την κρατική ενότητα με την προοπτική ενός εθνικιστικού προγραμματισμού. Το 1871 ορίστηκε με νόμο η υποχρέωση κάθε πολίτη της Ιαπωνίας να ανήκει σε μια από τις σιντοϊστικές κοινότητες. Αυτό έγινε παρά τις αντιδράσεις των Βουδιστών και τις πιέσεις από το εξωτερικό για θρησκευτική ελευθερία. Ο έλεγχος του κράτους στα θρησκευτικά πράγματα καταργήθηκε το 1945 με την ήττα της Ιαπωνίας στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε ματαιώθηκαν όλα τα εθνικιστικά προγράμματα. Σήμερα ο Σιντοϊσμός αριθμεί περίπου 100 εκατομμύρια οπαδούς, με 80 αιρέσεις, 80.000 κοινότητες με Ιερά και 20.000 ιερείς.

Τι είναι τα κάμι

Όπως προαναφέρθηκε, τα κάμι είναι κομμάτι της λατρείας. Μπορεί να είναι φυσικά στοιχεία, δυνάμεις της φύσης, όντα, ή ιδιότητες που χαρακτηρίζουν αυτά τα όντα. Άλλωστε σε πολλά anime (κινούμενα ιαπωνικά σχέδια) παρουσιάζονται με την ίδια ή με διαφορετική ονομασία. Μπορούν επίσης να είναι πνεύματα αξιοσέβαστων νεκρών. Πολλά από αυτά θεωρούνται ως αρχαίοι πρόγονοι ολόκληρων φατριών (ορισμένοι πρόγονοι έγιναν kami μετά τον θάνατό τους, αν μπορούσαν να ενσωματώσουν τις αξίες και τις αρετές των kami όσο ήταν εν ζωή). Παραδοσιακά, σπουδαίοι και αξιομνημόνευτοι ηγέτες όπως ο αυτοκράτορας, θα μπορούσαν να γίνουν ή έγιναν κάμι.

Στην προκειμένη θρησκεία, αυτά τα πλάσματα δεν είναι ξεχωριστά από τη φύση, αλλά είναι από τη φύση, φέροντας θετικά και αρνητικά, καλά και κακά, χαρακτηριστικά. Είναι εκδηλώσεις του musubi, της συμπαντικής ενέργειας που συνδέει τα όντα μεταξύ τους, και θεωρούνται πρότυπα για την ανθρωπότητα. Μάλιστα, πιστεύεται ότι είναι κρυμμένα από αυτόν τον κόσμο και κατοικούν σε μια συμπληρωματική ύπαρξη που αντικατοπτρίζει τη δική μας: στο shinkai (κόσμος των κάμι).  Η αρμονία με τις μεγαλειώδεις πτυχές της φύσης συνίσταται στη συνειδητοποίηση του kannagara no michi (τρόπος των κάμι).

Οι Ναοί του Σιντοϊσμού

Οι ναοί συνήθως είναι μικρά κτίσματα, αφιερωμένα σε έναν θεό. Οι εθνικοί ναοί είναι αρκετά μεγάλοι και πολλές φορές είναι αφιερωμένοι σε παραπάνω από έναν Κάμι. Το εσωτερικό του ναού ονομάζεται Χόντεν και είναι το σημείο επικοινωνίας με τους Κάμι. Εκεί ο σίντο θα αφήσει προσφορές από ρύζι, λαχανικά και γλυκίσματα. Εκεί βρίσκεται και το γκόχει, ένα καλάμι από ζαχαροκάλαμο όπου οι ευσεβείς βάζουν πάνω πολύχρωμες κορδέλες για να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Στο κέντρο του χόντεν υπάρχει το Σιντάι, το ιερό αντικείμενο του Κάμι, που συνήθως είναι αστραφτερό αντικείμενο όπως κάποιος πολύτιμος λίθος ή κάποιος καθρέπτης. Η παράδοση λέει ότι το Σιντάι είναι προέκταση του ίδιου του θεού.

Ένα σημαντικό μέρος για αυτή τη θρησκεία είναι ο Ναός Σιμογκάμο, ο οποίος χρονολογείται από τον 6ο αιώνα. Βρίσκεται στην περιοχή Σιμογκάμο του τομέα Σάκιο της πόλης του Κιότο. Η επίσημη ονομασία είναι Κάμο-μιόγα-τζίντζα. Είναι ένα από τα παλαιότερα ιερά Σίντο στην Ιαπωνία και είναι ένα από τα δεκαεπτά ιστορικά μνημεία του Αρχαίου Κιότο που έχουν χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ο όρος Κάμο-τζίντζα στα ιαπωνικά είναι μια γενική αναφορά στους Ναούς Σιμογκάμο και Καμιγκάμο, τα παραδοσιακά συνδεδεμένα ιερά Κάμο του Κιότο. Πρόκειται για τον παλαιότερο από τους δύο και πιστεύεται ότι είναι 100 χρόνια παλαιότερος από τον Καμιγκάμο, χρονολογείται δε στον 6ο αιώνα, αιώνες πριν το Κιότο γίνει πρωτεύουσα της Ιαπωνίας το 794. Οι Κάμο-τζίντζα εξυπηρετούν τη λειτουργία της πνευματικής προστασίας του Κιότο από κακόβουλες επιρροές.

Μαρία Γερμαντζίδου, Δημοσιογράφος