Τι ακριβώς είναι η παλαιογραφία

Ονομάζεται η μελέτη των αρχαίων συστημάτων γραφής. Συγκαταλέγεται στις βοηθητικές επιστήμες της ιστορίας και είναι κλάδος της φιλολογίας, που διδάσκεται σήμερα στις αντίστοιχες σχολές. Πιο συγκεκριμένα, ερευνά την εξέλιξη της γραφής και των τύπων μέσα στο χρόνο. Οι παλαιογράφοι αναλύουν μεθοδικά τα χαρακτηριστικά των γραμμάτων, γραμματοσειρών, τύπων, σημείων στίξεως ή και των συνήθων συντομεύσεων, ως αναγνωρίσιμα και διακριτικά χαρακτηριστικά της εποχής τους.

Με την βοήθεια της παλαιογραφίας είναι δυνατός ο προσδιορισμός της ηλικίας αχρονολόγητων κειμένων, ή η διασταύρωση διαθέσιμων πληροφοριών για το χρονικό, γεωγραφικό ή ιστορικό τους πλαίσιο. Μια από τις εφαρμογές της παλαιογραφίας είναι η χρονολόγηση επιγραφών επάνω σε σκληρό υλικό (π.χ. πέτρα, πέτρωμα, μάρμαρο κλπ.), όταν οι επιγραφές αυτές δεν φέρουν κάποια ιδιαίτερη χρονολογία.

Με λίγα λόγια, είναι  η επιστήμη που ως αντικείμενο της έχει τις αρχαίες γραφές στις διάφορες φάσεις της εξέλιξης και της μεταμόρφωσης τους στο πέρασμα των αιώνων.

Ελληνική Παλαιογραφία και συγγενείς επιστήμες

Σύμφωνα με την ετυμολογική προέλευση της λέξης, έπρεπε να περιλαμβάνει ολόκληρη την ιστορία της γραφής και για να περιοριστούμε ειδικότερα στον ελληνικό πολιτισμό, έπρεπε να εκτείνει τα όρια της από τη Γραμμική Β’, της μυκηναϊκής εποχής (15ος αιώνας π.Χ.), ως την οριστική επικράτηση της τυπογραφίας και των μεθόδων έρευνας, καθώς και οι μεταβολές  της καλλιγραφικής τεχνικής και της εποχής στην οποία ανήκουν τα γραπτά μνημεία, συντέλεσαν ώστε να δημιουργηθούν τέσσερις ξεχωριστοί κλάδοι της ενιαίας αυτής επιστήμης: η επιγραφική, η διπλωματική, η παλαιογραφία και παπυρολογία.

Η επιγραφική, ο αρχαιότερος από τους επιστημονικούς αυτούς κλάδους, έχει ως αντικείμενο μελέτης πάνω από 150.000 επιγραφές σε πέτρα, σε πέταλο και γενικά σε άλλη σκληρή ύλη, χαραγμένες για να διατηρηθούν  και να τις διαβάζουν οι μεταγενέστεροι. Παρόλο που μόλις τον 16ο αιώνα άρχισε η κωδικοποίηση των μεθόδων της επιγραφικής, η επιστήμη αυτή είχε αρχίσει να καλλιεργείται αρκετούς αιώνες πρωτύτερα, αφού ήδη ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης ανατρέχουν σε επιγραφές για να τεκμηριώσουν γεγονότα.

Η διπλωματική, ασχολείται με την ανάγνωση και την κριτική των  <<διπλωματών>>, δηλαδή των αρχειακών και όλων των δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων που κατά το χρόνο της σύνταξης τους εξυπηρετούσαν  σκοπούς και περιστάσεις πρακτικές κι άμεσες. Η τιμή για την καθιέρωση των θεμελιακών κανόνων της έρευνας και της ιστορικής κριτικής στην επιστήμη αυτή ανήκει κατ’ εξοχήν στον Jean Mabillon, ο οποίος στο έργο του De re diplomatic, Παρίσι 1681, αφιέρωσε το τέταρτο κεφάλου του πρώτου και ολόκληρο το πέμπτο βιβλίο του στη μελέτη της λατινικής γραφής. Στη μελέτη της γραφής δίνει δευτερεύουσα, βοηθητική θέση: τη θεωρεί απλώς ως απαραίτητο βοήθημα για την ανάγνωση και τη χρησιμοποίηση των εγγράφων, που παραμένουν αποκλειστικά το κεντρικό αντικείμενο του ενδιαφέροντος της διπλωματικής.

H παπυρολογία ή κατά τη γραφή «Παπυρογραφία», και κατά την επιστάμενη έρευνα «Παπυροδιφία», φέρεται νεότερη φιλολογική επιστήμη που σπουδάζει γενικά τα χειρόγραφα των παπύρων που βρέθηκαν κυρίως τον προηγούμενο αιώνα στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, καθώς και τη συντήρηση αυτών των παπύρων.

Οι αποκαλυφθέντες πάπυροι φέρουν μεγάλη ποικιλία αρχαίων γραφών – γλωσσών όπως αρχαία αιγυπτιακή, σε διάφορα στάδια αυτής, ιερογλυφική, αραμαϊκή, εβραϊκή, ασσυριακή, περσική, κοπτική, αραβική καθώς βεβαίως και αρχαία ελληνική και λατινική.

Γενικά όμως η παπυρολογία περιορίζεται κυρίως στη σπουδή των παπύρων που είναι γραμμένοι στις δύο σημαντικότερες γλώσσες των κλασικών χρόνων, και ιδιαίτερα σ΄ αυτούς που είναι στην αρχαία ελληνική, (ελληνική παπυρογραφία), που εκ του πλήθους των φέρεται να ήταν στην εποχή τους κατά πολύ κοινότερη γλώσσα από τη λατινική (λατινική παπυρολογία).

Η καθαυτό ελληνική παλαιογραφία, σύμφωνα με την κοινότερη παραδοχή του όρου, έχει ως ιδιαίτερο αντικείμενο έρευνας τη σπουδή της γραφής των χειρόγραφων κωδικών που σώθηκαν ως την εποχή μας, σε περγαμηνή και αργότερα σε χαρτί, και ανάγονται στη χρονική περίοδο που αρχίζει τον 4ο αιώνα και φτάνει ως την Αναγέννηση. Ο πρώτος που έδωσε το ειδικό επιστημονικό όνομα στη νέα αυτή επιστήμη ήταν ο Bernard de Montfaucon (1655-1741), ο οποίος θεωρείται ο «πατέρας της Ελληνικής Παλαιογραφίας» . που  στο

Το έργο του που τυπώθηκε το 1708, με τον τίτλο ‘’Palaeographia Graeca’’, αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην ελληνική μουσική γραφή, την οποία χωρίζει σε δύο κατηγορίες:

α)  σημάδια  «για  την  κίνηση  της  φωνής  στην  ανάγνωση»,  δηλαδή  για  την  ένδειξη  της  εμμελούς απαγγελίας, μια σημειογραφία που αργότερα ονομάστηκε «εκφωνητική».

β) σημάδια «για μεγαλύτερες και πλουσιότερες κινήσεις της φωνής», δηλαδή για την καταγραφή των καθεαυτό μελών.

Η Κωδικολογία

Ασχολείται με την ιστορία και τη μορφολογία των κωδίκων (η ελληνική λέξη κδιξ προέρχεται από το λατινικό caudex/codex, πληθ.codices= κορμό δέντρου, κομμάτι  ξύλου, βιβλίο, συγγραφή).

Ειδικά  ζητήματα  της  κωδικολογίας  αποτελούν  η  εξωτερική  και εσωτερική μορφή του κώδικα (βιβλιοδεσία, υλικό γραφής, τύπος γραφής και γραφέας του χειρογράφου κ.ά.), η χρονολόγησή του, ο κτήτορας ο οποίος παρήγγειλε-χρηματοδότησε το χειρόγραφο και οι ιδιοκτήτες του, και γενικά το ‘’ταξίδι’ ’του κώδικα μέχρι που να καταλήξει στη συγκεκριμένη βιβλιοθήκη όπου φυλάσσεται σήμερα κ.ά.

Ειδικότερα, ο κώδικας αποτελεί τύπο συλλογής χειρογράφων από πάπυρο, περγαμηνή ή χαρτί, στερεωμένων σε ένα σώμα με τη μορφή βιβλίου, που ήταν σε χρήση κυρίως πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας.

Ο παλαιότερος ελληνικός κώδικας που σώζεται και ο οποίος προέρχεται από τον 4ο μ.Χ. αιώνα είναι ο Σιναϊτικός Κώδικας (Codex Sinaiticus), ένα χειρόγραφο της Αγίας

Γραφής σε ελληνική γλώσσα. Οι άλλοι δύο από τους τρεις παλαιότερους που σώζονται, επίσης περιέχουν βιβλία της Αγίας Γραφής και είναι ο Αλεξανδρινός και ο Βατικανός.

Υλικά γραφής

Ανάμεσα στα υλικά γραφής της Αρχαιότητας αριθμούνται, μεταξύ άλλων, τα εξής: πάπυρος, όστρακα, ξύλο, πέτρα, πλάκες με κερί, δέρμα, ύφασμα, μέταλλα κ.ά.

Κατά το Μεσαίωνα δεσπόζει πρώτα η περγαμηνή και, αργότερα, το χαρτί.  Εάν  αναφερόμαστε  ειδικά  στα  γραπτά  τεκμήρια  του  ελληνικού  μουσικού  πολιτισμού,  αυτά

βρίσκονται καταγραμμένα σε πέτρα, πηλό, πάπυρο, περγαμηνή, χαρτί και –από τα τέλη του 20oύαιώνα –σε  ψηφιακά μέσα.

Η Ελληνική γραφή

  1. Η μεγαλογράμματη γραφή

Ονομάζεται  μια  γραφή,  τα  γράμματα  της  οποίας «περιλαμβάνονται ανάμεσα σε δύο παράλληλες γραμμές, χωρίς οι κεραίες τους να ξεπερνούν το διπλό αυτό όριο».

Μια μεγάλη ποικιλία ειδών της ελληνικής μεγαλογράμματης γραφής εμφανίζεται σε γραπτές πηγές οι οποίες  χρονολογούνται  από  τις  απαρχές  της  ελληνικής  αλφαβητικής  γραφής, τον  8ο αι.  π.Χ.,  μέχρι  και σήμερα. Η ανίχνευση της εξελικτικής πορείας της μεγαλογράμματης ελληνικής γραφής, ξεκινάει με τη μελέτη επιγραφών, όπου τα γράμματα είναι χαραγμένα με τη σμίλη στην πέτρα, πρώτα από δεξιά προς αριστερά, αργότερα βουστροφηδόν (αριστερά  προς  δεξιά  η  πρώτη  γραμμή,  δεξιά  προς  αριστερά  η  δεύτερη,  πάλι αριστερά προς δεξιά η τρίτη κτλ.), και από τον 5ο  αι. π.Χ. από αριστερά προς τα δεξιά. Από  τον  4ο αι.  π.Χ. τεκμηριώνεται  η  χρήση  της  μεγαλογράμματης  γραφής  των  επιγραφών  (της  λεγόμενης επιγραφικής γραφής) και για την καταγραφή φιλολογικών κειμένωνσε πάπυρο. Μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. οι χαρακτήρες της ελληνικής γραφής ήταν όλοι μεγαλογράμματοι. Από τον 4ο αιώνα  και  μετά  εξελίσσονται  διάφορα  είδη μικρογράμματης ελληνικής γραφής,  πρώτα  της  λεγόμενης επισπευσμένης, αργότερα και της βιβλιακής.

  1. Η μικρογράμματη γραφή

Ονομάζεται μια γραφή, με τα γράμματα της οποίας περιλαμβάνονται σε ένα διάστιχο  δύο  παράλληλων  γραμμών, «αλλά επιπλέον απαιτούνται και δύο άλλες παράλληλες γραμμές, μία από πάνω και η άλλη από κάτω, για να περικλείσουν τις κεραίες άλλα χαρακτηριστικά των γραμμάτων που ξεφεύγουν από το κεντρικό σώμα.»

Η  εμφάνιση  της  ελληνικής  μικρογράμματης  γραφής  χρονολογείται  στον  4ομ.Χ.  αιώνα.  Όπως προαναφέρθηκε η μικρογράμματη γραφή παρουσιάζεται:

α. ως επισεσυρμένη, με δύο παρακλάδια: την ελληνορωμαϊκή (4ος -5ος αι.) και τη βυζαντινή (από τον 6οαι. και μετά), η οποία, με τη σειρά της, τεκμηριώνεται σε δύο μορφές, ι. την κοινή και ιι. τη γραφειοκρατική.

β. ως βιβλιακή, η οποία εξελίχθηκε από τη βυζαντινή επισεσυρμένη γραφή, τυποποιήθηκε στις αρχές του 9ου αιώνα και χρησιμοποιήθηκε για την αντιγραφή φιλολογικών κ.ά. κειμένων.

Συνεχής γραφή, πνεύματα, τόνοι

Η εισαγωγή των σημείων στίξης, των τόνων και πνευμάτων αποδίδεται στον Αριστοφάνη το Βυζάντιο (257-180 π.Χ), που χρησιμοποίησε το εξής σύστημα:  την άνω στιγμή για τη μεγαλύτερη παύση, τη στιγμή πάνω στη γραμμή βάσης γι’ αρκετά σύντομη παύση, που αντιστοιχεί στο σημερινό κόμμα και τη στιγμή στη μέση της, που είναι η σημερινή τελεία. Τον 8ο κι 9ο αιώνα διαπιστώνουμε τη πλήρη εφαρμογή του συστήματος, αφού αυτό για πρώτη φορά, εφαρμόστηκε στον πάπυρο του Βακχυλίδη. Βέβαια, μέχρι εκείνη χρησιμοποιούσαν τη συνεχή γραφή, δηλαδή δε χώριζαν τις λέξεις και σχεδόν ποτέ δε χρησιμοποιούσαν τονισμούς .

Πιο συγκεκριμένα, σημεία στίξης και προσωδιακά σημεία είχαν εισαχθεί από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο, επικεφαλής της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης, ήδη τον 2ο αι. π.Χ., η σταθερή χρήση στίξης και προσωδιών εφαρμόστηκε μόλις από τον 8ο και κυρίως τον 9ο αιώνα, μετά την Εικονομαχία (726-843), στο γενικό ανανεωτικό κλίμα της Μακεδονικής Αναγέννησης (τέλη 9ου-α ́ μισό 11ουαι.) και κατά το πέρασμα από τη μεγαλογράμματη στη μικρογράμματη γραφή.

Η  μεγαλογράμματη  γραφή  παρουσιάζεται  στα  χειρόγραφα  μέχρι  τον  8ο-9ο αιώνα, συνήθως  ως συνεχής  γραφή (scriptio  continua),  δηλαδή  ως  μια  συνεχόμενη  ροή  γραμμάτων,  χωρίς  κενά  μεταξύ  των λέξεων, χωρίς τόνους (οξεία, βαρεία, περισπωμένη) και πνεύματα (ψιλή, δασεία) και χωρίς σημεία στίξης. Σε μερικά παλαιά χειρόγραφα με μεγαλογράμματη γραφή, αυτά τα βοηθήματα για την ανάγνωση του κειμένου  (σημεία  στίξης,  προσωδιακά  σημάδια)  προστέθηκαν  αργότερα. 

Τι είναι η Λατινική Παλαιογραφία

Ασχολήθηκε παραδοσιακά με τα μεσαιωνικά αρχεία και βιβλιοθήκες, ενώ δεν έδειξε ανάλογο ενδιαφέρον για τα αρχαιότερα γραπτά μνημεία της λατινικής, που παλιότερα βέβαια ήταν σπάνια, αλλά σήμερα ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω των ανασκαφικών ευρημάτων. Αυτά αποτελούσαν στο παρελθόν αντικείμενο της επιγραφικής και πιο πρόσφατα της παπυρολογίας, επιστημονικών κλάδων που χρησιμοποιούν κριτήρια κατάταξης και μεθόδους μελέτης μη παλαιογραφικές. Τέτοιες προσεγγίσεις όμως οδήγησαν στη διαμόρφωση εσφαλμένων αντιλήψεων, όπως ότι <<Οι Ρωμαίοι έγραφαν με κεφαλαία>> ή <<Η ρωμαϊκή κεφαλαιογράμματη γραφή είναι πηγή όλων των λατινικών γραφών>> ή  << η γραπτή δραστηριότητα των Ρωμαίων ταυτιζόταν με τη χάραξη επιγραφών>>.

Σήμερα έχει αναδειχθεί η ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός κλάδου της λατινικής παλαιογραφίας, της ρωμαϊκής, που θα εφαρμόσει παλαιογραφικά κριτήρια κατά τη μελέτη του υλικού που αναφέρεται στη ρωμαϊκή αρχαιότητα με κριτήριο όχι την ύλη πάνω στην οποία υπάρχουν τα κείμενα, αλλά με εκείνο των φάσεων δημιουργίας των κειμένων αυτών. Πίσω από τις επιγραφές πάντα υπάρχει προσχέδιο, που ανταποκρίνεται στην τρέχουσα εποχή δημιουργίας τους γραφή, την οποία καλείται η ρωμαϊκή παλαιογραφία να εντοπίσει.

Βέβαια, το πεδίο στο οποίο αναφέρεται παραδοσιακά ή λατινική παλαιογραφία και το οποίο ενδιαφέρει άμεσα τον Αρχειονόμο και Βιβλιοθηκονόμο αποτελούν οι μεσαιωνικές λατινικές γραφές. Το σημείο εκκίνησης της μπορεί να τοποθετηθεί, με αρκετή χαλαρότητα, στην εποχή της δημιουργίας των βαρβαρικών βασιλείων της Δύσης και στα χρόνια του Καρλομάγνου (5ος-8ος αι.). Παρόλο που ακόμα και οι νεότερες γραφές, ακόμα και οι σύγχρονες, αποτελούν αντικείμενο της λατινικής  παλαιογραφίας, το τέρμα της περιόδου που καλύπτει η μεσαιωνική παλαιογραφία τοποθετείται παραδοσιακά μετά την Αναγέννηση, όταν η χρήση του εντύπου στη δυτική Ευρώπη γενικεύεται.

Η προέλευση της

Κάτι που απασχόλησε την επιστημονική κοινότητα, είναι το εξής: Ελληνική ή ετρουσκική είναι η προέλευση της λατινικής αλφαβήτου; Συνοψίζοντας τις απόψεις, παρατηρούμε ότι το ετρουσκικό αλφάβητο διαμορφώθηκε κάτω από την άμεση ή έμμεση ελληνική επίδραση, είτε δηλαδή υπό την επίδραση των Ελλήνων αποίκων της περιοχής της ιταλικής Κύμης, είτε, κατά μία άποψη, από τη Βοιωτία, ήδη πριν από τον ελληνικό εποικισμό της Ιταλίας. Μεταξύ άλλων η ετρουσκική γραφή υιοθέτησε από Έλληνες την <<επί τη λαιά>> γραφή, η οποία είναι γραφή κειμένου από τα δεξιά στα αριστερά, καθώς και τη γραφή <<βουστροφηδόν>> , η οποία αλλάζει κατεύθυνση σε κάθε γραμμή, από τα αριστερά στα δεξιά και στην επόμενη από τα δεξιά στα αριστερά, όπως ήταν και στην αρχή η γραφή των αραβικών.

Γεγονός είναι ότι το σχήμα των γραμμάτων στα αρχαιότερα λατινικά γραπτά μνημεία συγγενεύει αναμφίβολα και επομένως έχει δεχτεί την επίδραση από κάποιο δυτικό ελληνικό αλφάβητο.  Με λίγα λόγια, η ελληνική επίδραση στη διαμόρφωση του λατινικού αλφαβήτου είναι αδιαμφισβήτητη και το πρόβλημα ουσιαστικά μετατίθεται στο αν η επίδραση αυτή υπήρξε άμεση, μέσω των ελληνικών αποικιών της Ιταλίας, ή έμμεση, μέσω των Ετρούσκων, άποψη που φαίνεται να κερδίζει σήμερα έδαφος στη Δύση.

Η σημαντικότητα της παλαιογραφίας

Μπορούμε να προχωρούμε στο μέλλον, γνωρίζοντας καλύτερα κι ερευνώντας το παρελθόν της γραφής. Κάθε μελλοντική έρευνα της γραφής βασίζεται στις εργασίες και τη γνώση της παλαιάς γραφής. Δε μπορούμε να προχωρήσουμε σήμερα χωρίς να ξέρουμε την εξέλιξη της γραφής του παρελθόντος. Κάθε περεταίρω γνώση της παλαιογραφίας  μας βοηθάει να κατανοήσουμε και εμπεδώσουμε πλήρως την εξέλιξη διαχρονικά της γραφής, μέχρι σήμερα. Άρα συμπεραίνουμε ότι η παλαιογραφία είναι σημαντικότητας κλάδος των επιστημών της γραφής διότι μας δείχνει διαχρονικά την πορεία και τα στάδια που πέρασε η γραφή.

Επίσης, καταλαβαίνουμε καλύτερα μελετώντας την παλαιογραφία, τον τρόπο συνεννόησης και τις κατακτήσεις του αρχαίου πολιτισμού, διότι μεγάλο μέρος αυτού του πολιτισμού και πολύ σημαντικό είχε βάση την επιστήμη της παλαιογραφίας.

Μαθήματα παλαιογραφίας από τον ΕΟΕ

Για πρώτη φορά στην Ελληνική τηλεόραση/διαδίκτυο πραγματοποιούνται βιντεομαθήματα παλαιογραφίας από το συγγραφέα και δημοσιογράφο, Ιωάννη Παπαζήση. Μοναδικοί χειρόγραφοι κώδικες του Αγίου Όρους και όχι μόνο, αποκαλύπτονται για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό. Μια συνεργασία του Δια Έρευνας Μάθηση και του Eoellas Lab, η οποία σας ανοίγει ένα παράθυρο στην ξεχασμένη γνώση. Πως μπορείτε να τα παρακολουθήσετε;

Είναι απλό! Κάνετε αίτηση στο: https://docs.google.com/forms/d/e/1FAIpQLSfxIT7LgKfMuDpxoZlKTXqU9ku0LJLjuHeNVwsIhWk91uOvcA/viewform?fbclid=IwAR2cSADsIvfqmePV4C_6gsN9-q0Ri6OM7-oGJLXbfLk–2oJnkCM-d8Ktdk και ο προσωπικός σας κωδικός θα ‘ρθει αμέσως στο email σας.

To κάθε επεισόδιο γίνεται σε απευθείας μετάδοση κάθε Τρίτη και το Σαββατοκύριακο μπορείτε να το δείτε σε επανάληψη.

Μαρία Γερμαντζίδου, Δημοσιογράφος