Από το 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, η αστυνομική βία ήρθε για να μείνει στην Ελλάδα. Μάλιστα, εδώ και δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν ξεφύγει τόσο πολύ, που στις αρχές του 2020 σε μια συνάντηση των ευρωβουλευτών, δύο ευρωβουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α έθεσαν ερώτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα αυξανόμενα κρούσματα αστυνομικής βίας. Οι αστυνομικοί κάνουν κατάχρηση εξουσίας και παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όμως, αυτό που κανονικά πρέπει να χαρακτηρίζει τα όργανα του κράτους είναι η νομιμότητα και η μέριμνα για την ασφάλεια των πολιτών. Με την αύξηση της υπέρμετρης άσκησης βίας, προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και κινδυνεύει η υγεία και η ακεραιότητα των πολιτών.

Πότε χρησιμοποιούν τη βία

Από το 2009 έχουν ληφθεί πολυάριθμοι ισχυρισμοί για την υπερβολική χρήση βίας μαζί με χημικές ερεθιστικές ουσίες, κυρίως σε πορείες εναντίων ειρηνικών διαδηλωτών. Αν το μάτι τους πιάσει κάποιον που μοιάζει με αναρχικό τον συλλαμβάνουν. Οι διαδηλωτές που ξυλοκοπούνται ή δέχονται τα χημικά τη αστυνομίας, συνήθως δεν μπορούν να κάνουν καταγγελία, καθώς τη στιγμή εκείνη δεν είναι σε θέση να συγκρατήσουν τα χαρακτηριστικά των αστυνομικών. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και ορισμένοι διαδηλωτές που μόλις δούνε κάποιον ένστολο προσπαθούν να τον πυρπολήσουν.

Κατά τη διάρκεια την σύλληψης και της κράτησης, διαδηλωτές που έχουν ξυλοκοπηθεί έχουν στερηθεί πρόσβαση σε γιατρό ή δικηγόρο και το αίτημα τους για επικοινωνία με οικογενειακά πρόσωπα και γενικότερα με τον έξω κόσμο αγνοήθηκε. Οι αρχές οφείλουν να συμπεριφέρονται στο συλληφθέντα με προσήνεια. Η δουλειά του αστυνομικού ξεκινάει και τελειώνει στη σύλληψη. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά είναι παράνομη. Μόνο όταν ο συλληφθέντας αντιδρά βίαια μπορούν να τον δεσμεύσουν.

Σε περίπτωση τραυματισμού του προαχθέντα, η αστυνομία είναι υποχρεωμένη να μεταφέρει στο νοσοκομείο τον τραυματία. Ο τραυματισμός λειτουργεί και ως αποδεικτικό στοιχείο, αν κάποιος δεχτεί σωματική βία, ειδικά αν δεν κατηγορείται για τίποτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καλό θα ήταν η κατηγορούμενος να έχει εξασφαλίσει έναν αυτόπτη μάρτυρα, για να επιβεβαιώσει την αθωότητά του, με έναν τρόπο να υπάρχει αλληλεγγύη ανάμεσα στους πολίτες.

Σε περίπτωση που ένας αστυνομικός κατηγορήσει κάποιον που είναι αθώος, υπάρχουν κάποιες φράσεις κλειδιά, που μπορεί να προφέρει ήρεμα και ψύχραιμα όποιος αισθανθεί ότι οι δυνάμεις της αστυνομίας ξεπερνούν τα όρια. Οι φράσεις είναι οι εξής:

  • «Ξεπερνάς την εξουσία σου»
  • «Δεν έχεις δικαίωμα να το κάνεις αυτό»
  • «Δεν έχω συμπεριφερθεί παράνομα»
  • «Εξηγήστε μου γιατί με προσάγετε»

Σε ποιους ασκούν βία

Εκτός απ’ όσους συλλαμβάνονται, οι οποίοι είναι αυτοί που κακομεταχειρίζονται περισσότερο οι αστυνομικοί σύμφωνα με τον δικηγόρο, Κ. Χ, που παραχώρησε συνέντευξη στον Ερευνητικό Οργανισμό Ελλήνων, η Διεθνής Αμνηστία συχνά λαμβάνει ισχυρισμούς για βασανιστήρια κι άλλες μορφές κακομεταχείρισης από μέλη των σωμάτων ασφαλείας στην Ελλάδα εναντίων ευπαθών ομάδων, όπως Ρομά, μεταναστών και αιτούντων άσυλο.

Η μειονότητα των Ρομά στην Ελλάδα είναι αξιόλογη σε μέγεθος, που εκτιμάται μεταξύ 250.000 και 350.000. Πολλά μέλη αυτής της κοινότητας υπήρξαν θύματα κακομεταχείρισης ή κακής χρήσης πυροβόλων όπλων από την αστυνομία. Το μεγαλύτερο θέμα όμως, είναι οι παράτυποι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο, που αριθμός αφίξεων τα τελευταία χρόνια ήταν μεγάλος. Ελήφθησαν πολλοί ισχυρισμοί που αφορούσαν βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Ανέφεραν ότι η κακομεταχείρισή τους διαπράχτηκε, αφού ζήτησαν πρόσβαση σε γιατρό ή σε τηλέφωνο  ή διαμαρτυρήθηκαν για τις συνθήκες κράτησής τους.

Εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικαιώματα

Για να αποφευχθούν όλα αυτά, οι σχολές αστυνομίας θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μερικά κριτήρια προκειμένου να εισαχθεί κάποιος στο σώμα. Για αυτό το θέμα ο κ. Χ τονίζει πως «κριτήρια για την εισαγωγή στο αστυνομικό σώμα υπάρχουν. Επανέλεγχος όμως και αυστηρή αξιολόγηση των αστυνομικών ανά τακτά χρονικά διαστήματα δεν υπάρχει».

Ένας άλλος τρόπος είναι να εισάγουν μάθημα σχετικό με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάτι που είχε συζητηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση και οι αστυνομικές αρχές είχαν φανεί απρόθυμες για αυτό το σχέδιο. Συγκεκριμένα, το 2009 η ΕΕΔΑ είχε προτείνει στις ελληνικές αρχές στην υλοποίηση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στους αστυνομικούς. Η πρόταση έγινε αρχικά δεκτή, ωστόσο πραγματοποιήθηκαν μόνο δύο συνεδριάσεις.

Τον Ιανουάριο 2012, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, είχε ανακοινώσει την εκπόνηση εκπαιδευτικού προγράμματος για αστυνομικούς για τη χρήση βίας, το οποίο θα διασφάλιζε τον σεβασμό των διεθνών κειμένων. Αυτή τη στιγμή, η εκπαίδευση των αστυνομικών στα ανθρώπινα δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε διαλέξεις της σχολής αστυνομίας από εξειδικευμένο προσωπικό (αξιωματικοί της αστυνομίας, δικαστές, εκπρόσωποι ΜΚΟ). Ωστόσο, η Διεθνής Αμνηστία ελπίζει ότι οι συνεχείς συστάσεις για την εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη χρήση βίας θα ενσωματωθούν, χωρίς άλλη καθυστέρηση.

Η ατιμωρησία των αστυνομικών

Πολλές φορές, αστυνομικοί που ευθύνονται για εγκληματική συμπεριφορά μένουν ατιμώρητοι. Τα δικαστήρια προστατεύουν τους αστυνομικούς, ακόμα κι όταν πρόκειται για κατηγορία εις βάρος συναδέλφων τους. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που αστυνομικοί επιτέθηκαν λεκτικά σε δικηγόρους με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και μπορεί να μηνύθηκαν από αυτούς, ωστόσο ο εισαγγελέας δεν έκρινε πως αυτό είναι δείγμα αστυνομικής βίας.

Σχετικά με αυτό το θέμα, ο δικηγόρος δήλωσε, «μπορεί να τίθενται ζητήματα παραγραφής αδικημάτων ή οι υποθέσεις να αρχειοθετούνται για λόγους αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που η εκδοχή γίνεται απολύτως δεκτή και αγνοούνται καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων και θυμάτων. Υπάρχει πάντα ένα ενδεχόμενο να μην αποδοθεί δικαιοσύνη».

Αυτό συμβαίνει εξαιτίας συστημικών προβλημάτων στη διερεύνηση, τη δίωξη και τη τιμωρία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η παράλειψη των ελληνικών αρχών  να αντιμετωπίσουν με αποτελεσματικό τρόπο περιστατικά παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων από αστυνομικούς έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν τα θύματα την πίστη τους στο ποινικό σύστημα δικαιοσύνης και να είναι απρόθυμα να καταγγέλλουν τέτοια περιστατικά.

Τι συμβαίνει στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη, αντιλαμβάνονται την αστυνομική βία και τους βανδαλισμούς ως πρόβλημα, αλλά όχι τόσο, όσο στο βαθμό στον οποίο υπάρχει. Τον τελευταίο καιρό, μετά το περιστατικό με τη δολοφονία του Αφροαμερικανού, Τζορτζ Φλόιντ, από αστυνομικό στις ΗΠΑ – εκτός από τις αμέτρητες διαδηλώσεις προς τιμή του – έχουν έρθει στοιχεία ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες επικρατεί ακόμα ο ρατσισμός. Κάποιες από αυτές είναι η Γαλλία και η Γερμανία. Έχει διαπιστωθεί ότι ο ρατσισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην αστυνομία αυτών των δύο χωρών.

Αποκαλύφθηκε πως στη Γαλλία, υπήρχε στο Facebook μια κλειστή ομάδα αστυνομικών, οι οποίοι αναρτούσαν καθημερινά ακραία ρατσιστικά σχόλια, που αποτελούν παρότρυνση για πράξεις φυλετικού μίσους. Στη Γερμανία, συνηθίζουν να κινούνται ρατσιστικά εις βάρος έγχρωμων και μεταναστών, καθώς σε αστικούς ελέγχους, ελέγχουν κυρίως μαύρους ανθρώπους. Εκεί έχουν υπάρξει παρόμοια περιστατικά με αυτό του Τζωρτζ Φλόιντ, τα οποία συγκαλύφθηκαν και οι δράστες τους έμειναν ατιμώρητοι.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2018, η Γερμανία ήταν η δεύτερη χώρα παγκοσμίως – μετά τις ΗΠΑ – με τους περισσότερους θανάτους από πυροβολισμούς αστυνομικών. Είχε μόλις 11 περιστατικά. Ακολουθεί η Σουηδία με έξι και η Βρετανία με τρεις θανάτους από πυρά αστυνομικών. Προ ημερών, η τοπική κυβέρνηση του Βερολίνου ψήφισε νόμο, που θα δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες να προσφύγουν στη δικαιοσύνη σε περίπτωση αστυνομικής αυθαιρεσίας, διεκδικώντας και αποζημιώσεις.

Χρέος της αστυνομίας είναι να παρεμβαίνουν στην παρανομία, στη βία, σε ληστείες, στη διακίνηση ναρκωτικών και άλλα και όχι να τις προκαλεί η ίδια. Εάν όμως, οι ελληνικές αρχές δε θέσουν τις παραβιάσεις της αστυνομίας ως απόλυτη προτεραιότητα και δεν αντιμετωπίσουν τα συστημικά προβλήματα που τις επιτρέπουν, θα κυριαρχεί η ατιμωρησία.

Μαρία Ζωγράφου, Δημοσιογράφος