ΟΙ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ)

Η σημερινή καθημαγμένη Ελλάδα των μνημονίων, της συρρίκνωσης του κράτους δικαίου, της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, της πολιτικής αστάθειας και του αμοραλισμού  έχει να αντιμετωπίσει μια πληθώρα μακροχρόνιων προβλημάτων. Μέσα σε αυτά προβάλλεται ως «αδήριτη ανάγκη» από την πολιτική ηγεσία η επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων, την στιγμή που υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά προβλήματα στη χώρα που χρήζουν άμεσης επίλυσης. Στις 17 Ιουνίου του 2018 υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών στο χωριό Ψαράδες υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και παρά την αντίθετη έντονη εκπεφρασμένη βούληση του λαού. 

Εδώ σημειώνεται ότι ήδη από τον Ιανουάριο του 2018 οι Παμμακεδονικοί σύλλογοι και όλες οι πανελλήνιες οργανώσεις διοργάνωσαν συλλαλητήρια σε ολόκληρη την χώρα, μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Προσέφυγαν τόσο ενώπιον των εισαγγελικών αρχών όσο και δικαστικά στο ΣτΕ για να προσβάλουν την συμφωνία και να επιτύχουν την ακύρωσή της.Κατέθεσαν το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, λίγο μετά την υπογραφή της συμφωνίας.

Σύμφωνα όμως με το άρθρο 45 πδ 18/1989 που εφαρμόζεται στις ακυρωτικές διαφορές ενώπιον του ΣτΕ, στην §5 ορίζεται ότι «δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας». Με βάση το κριτήριο της «φύσης της προσβαλλόμενης πράξης» που θεωρείται προϋπόθεση του παραδεκτού για να πληρωθεί η νομοτυπική μορφή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, θεωρήθηκε ότι η συγκεκριμένη διαφορά δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ και έτσι απορρίφθηκε η ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης ως απαράδεκτη και νόμω αβάσιμη.

 Επίσης, τον Σεπτέμβριο του 2018 τα Σκόπια είχαν την δυνατότητα να διεξάγουν δημοψήφισμα για την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος. Αντιθέτως, η δική μας χώρα που αποτελεί την γενέτειρα της δημοκρατίας, εξέφρασε διαρκώς και οργανωμένα την αντίθεσή της προς την συμφωνία αυτή και όλα αυτά τα χρόνια τηρούσε πάγια θέση ως προς το θέμα της ονομασία της γείτονος χώρας, δεν είχε δυστυχώς την δυνατότητα να αποφασίσει μέσω του δημοκρατικού θεσμού του δημοψηφίσματος για το εθνικό αυτό ζήτημα. 

   Έτσι λοιπόν, σχεδόν μία δεκαετία μετά την εφαρμογή του Α΄ Μνημονίου και την εισαγωγή μας στο ΔΝΤ, η χώρα μας βρίσκεται στην πιο δύσκολη και κρίσιμη θέση πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά στην ιστορία της μεταπολίτευσης. Όπως έχει δηλώσει και ο Μίκης Θεοδωράκης, η χώρα μας έχει περιέλθει στη σημερινή απογοητευτική κατάσταση έπειτα από την μακροχρόνια σταδιακή «σαλαμοποίησή της». Αδιαμφισβήτητα, το ποτήρι ξεχείλισε με την παραχώρηση του ονόματος της «Μακεδονίας» στους γείτονές μας, μολονότι αυτοί δεν είναι καν στην πραγματικότητα Μακεδόνες. Σε περίπτωση που η βλαπτική αυτή συμφωνία για τα εθνικά μας συμφέροντα επικυρωθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο και γίνει νόμος του κράτους, τα αποτελέσματά της θα είναι αβέβαια για όλους τους Έλληνες πολίτες, λόγω του σφετερισμού του ονόματος και της παραποίησης της  μακροχρόνιας και ένδοξης ιστορίας της Μακεδονίας από το γειτονικό κράτος των Σκοπίων. 

  Όπως θα αναλυθεί κάτωθι, η συμφωνία αυτή αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα σε σχέση και με το συνταγματικό μας δίκαιο. Αναμφίβολα η ιστορία της Μακεδονίας μας παραχαράσσεται και προσβάλλεται με αυτήν την συμφωνία κατά τρόπο όλως βάναυσο. Το μόνο σίγουρο είναι ένα: «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Ι. Τα προβληματικά σημεία των άρθρων 1 και 7 της συμφωνίας καθώς και η διαστρέβλωση της ιστορίας της Μακεδονίας

Ειρήσθω εν παρόδω αναφέρεται ότι η συμφωνία έχει ως παράτιτλο: «Τελική συμφωνία για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3 περ α) ορίζεται ότι «το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους (δηλ. των Σκοπίων) θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το οποίο θα είναι το συνταγματικό όνομα του Δεύτερου Μέρους και θα χρησιμοποιείται ergaomnes, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία. (δηλ. όλες οι χώρες συμπεριλαμβανομένης της δικής μας θα αναγνωρίζουν τα Σκόπια ως «Βόρεια Μακεδονία».) Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία». Στη περ β) ορίζεται ότι «η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική/ πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» όπως αυτή θα εγγράφεται σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα». Στη περ γ) ορίζεται ότι «η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977 και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας». Σύμφωνα με την περ δ) ορίζεται ότι «οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας».

   Διαβάζοντας στη συνέχεια το άρθρο 7 και ερμηνεύοντάς το συστηματικά με το προηγούμενο άρθρο ορίζεται ότι «παρ. 1 Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά». Σύμφωνα με την παρ. 2. διατυπώνεται ότι «αναφορικά με το Πρώτο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνο η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός Πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα». Στη παρ. 3 ορίζεται ότι «αναφορικά με το Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7 (2)».

   Ακόμη, σύμφωνα με την περ. 4 ορίζεται ότι «το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών Γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους (ήτοι της Ελλάδας)». Επίσης, στη παρ. 5 ορίζεται ότι «τίποτα στην παρούσα Συμφωνία δεν αποσκοπεί στο να υποτιμήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ή να αλλοιώσει ή να επηρεάσει τη χρήση από τους πολίτες εκάστου Μέρους».

Σύμφωνα με το εξαιρετικό ιστορικό βιβλίο του Νικολάου Κ. Μάρτη με τίτλο « Η ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- Εβραϊκές πηγές και μαρτυρίες για την Μακεδονία» , Κεντρική Διάθεση: «ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.», Αθήνα, 1983, το οποίο έχειβραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών το έτος 1985, διατυπώνεται ρητά ότι: «η Μακεδονία ανέκαθεν ήταν και είναι το προωθημένο τμήμα και ο προμαχών της Ελλάδος. Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Πολύβιος (205-122 π.Χ) παραθέτει τον λόγο του πρέσβη των Ακαρνάνων Λυκίσκου προς τους Λακεδαιμονίους όπου εκτίθενται τα ευεργετήματα τα οποία απεκόμισε όλος ο Ελληνικός λαός από τους Μακεδόνες, λέγει συγκεκριμένα «Ποία και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να λάβουν οι Μακεδόνες που το περισσότερο διάστημα της ζωής τους δεν παύουν να αγωνίζονται εναντίον των βαρβάρων για την ασφάλεια των Ελλήνων, γιατί ποιος αγνοεί ότι οι Έλληνες πάντοτε θα κινδύνευαν τα μέγιστα εάν δεν είχαν προπύργιο τους Μακεδόνες και τις φιλοδοξίες των βασιλέων τους;»

 Συνεχίζοντας αναφέρεται ότι: « Οι Μακεδόνες σαν Έλληνες, είχαν την ίδια γλώσσα, κοινά ιερά των θεών και θυσίες και ήθη παρόμοια με όλους τους Έλληνες». Ακόμη, διατυπώνεται ότι: « Η Παλαιά Διαθήκη, αρχαίοι συγγραφείς, σύγχρονοι μελετητές, αναρίθμητες επιγραφές σε αγάλματα, τάφους και πλάκες με Ελληνικά ονόματα και αφιερώματα, χιλιάδες νομίσματα, όχι μόνο στη Μακεδονία αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα, τη Λιβύη, την Αίγυπτο και την Ασία μέχρι τις Ινδίες, επιβεβαιώνουν κατηγορηματικά ότι οι Μακεδόνες, σαν Έλληνες, επέβαλαν τη γλώσσα τους, δηλαδή την Ελληνική και μετέφεραν το ελληνικό πνεύμα σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο». (σελ. 4-5)

   Επίσης, λίγο πιο κάτω ο συγγραφέας αναφέρει ότι: «Ένα δεδομένο αποδεκτό και από τους Σλάβους ιστορικούς είναι ότι η εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική έγινε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ότι η πολιτιστική τους ιστορία αρχίζει από τον 10ο αιώνα μ.Χ. Θεμελιωτές της πολιτιστικής ιστορίας των Σλάβων είναι δύο Έλληνες μοναχοί της Θεσσαλονίκης, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, και πρώτη και κύρια υποδομή της πολιτιστικής τους ιστορίας είναι τα Βυζαντινά- Ελληνικά επιτεύγματα, στις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Και μόνο αυτό αποκόπτει τους Σλάβους από κάθε δεσμό με τη Βαλκανική, ιστορικό μεν πρό του 6ου αιώνα μ.Χ. και πολιτιστικό πρό του 10ου αιώνα μ.Χ.».

  Συνεχίζει γράφοντας ότι: «Το γεγονός ότι οι Μακεδόνες μεγαλούργησαν 1000 και πλέον χρόνια πριν εγκατασταθούν οι Σλάβοι στη Βαλκανική αποδεικνύει πόσο αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός για δήθεν Σλαβική καταγωγή των Μακεδόνων. Δεν υπάρχει θέμα συζητήσεως για οποιαδήποτε σχέση των Σλάβων με τους λαούς και με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Βαλκανική πριν από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και συνεπώς καμία σχέση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει με τους Μακεδόνες που προϋπήρχαν στην περιοχή αυτή επί 2000 και πλέον χρόνια προ της περιόδου αυτής». (σελ. 5-6)

   Επίσης, ο συγγραφέας αναφέρει ότι «η πλαστογράφηση της Ιστορίας της Μακεδονίας μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν έργο κυρίως Βουλγάρων ιστορικών του προπολεμικού καθεστώτος . Την τακτική αυτή συνέχισαν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βουλγαρο- Μακεδόνες της Αμερικής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έντονη διαμάχη με τους εκ Μακεδονίας ομογενείς μετανάστες μας». Ακόμη διατυπώνεται ότι: «Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ανακήρυξη της Γιουγκοσλαβίας σε Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία, δημιουργήθηκε στο νότιο μέρος της χώρας η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Ως την εποχή εκείνη (1944) η περιοχή αυτή ήταν γνωστή σαν Νότιος Σερβία ή ΒαρντάνσκαΜπανοβίνα. Με τη νέα διοικητική ρύθμιση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα Βαλκάνια «Μακεδονικό κράτος» έστω και ως ομόσπονδο. Έτσι η παραποίηση της ιστορίας της Μακεδονίας έλαβε άλλη μορφή και δημιουργήθηκαν νέες περιπλοκές που και μελλοντικά θα επηρεάζουν τις διεθνείς σχέσεις στο τμήμα αυτό της Ευρώπης». (σελ. 9)

 Επιπλέον, ο συγγραφέας, τονίζει παρακάτω στο βιβλίο του ότι «Πρώτος στόχος του Γιουγκοσλαβικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν να χρησιμοποιηθή για πρώτη φορά ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» με έννοια εθνική. Έτσι ξαναβαφτίστηκαν οι Σλάβοι κάτοικοι της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» εθνικά σαν Μακεδόνες και αποτέλεσαν τη μακεδονική εθνότητα ισότιμη μέσα στο Γιουγκοσλαβικό κράτος με τη σέρβικη, κροατική, σλοβενική. Η ενέργεια αυτή είχε πολιτικό σκοπό που στόχευε να αποκόψει τις φιλοβουλγαρικές τάσεις ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Έπρεπε όμως, καθώς αναφέρει ο ιστορικός Ε. Κωφός στη μελέτη του «Η Μακεδονία στη Γιουγκοσλαβική Ιστοριογραφία», για να αναγνωρισθεί η νέα εθνότητα να υπάρξει χωριστή κρατική υπόσταση, ιδιαίτερη γλώσσα, ανεξάρτητη εκκλησία και ιστορική παράδοση. Αυτά τα απαραίτητα συστατικά ενός έθνους ανέλαβε να δημιουργήσει στα χαρτιά το μεταπολεμικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας. Άρχισε λοιπόν από το 1945 η δημιουργία ενός οικοδομήματος που στηρίζεται σε αναλήθειες και είναι έξω από κάθε κοινωνική πραγματικότητα». (σελ. 82-83)

 Επιπρόσθετα, αξίζει να γίνει μνεία και στο κάτωθι χωρίο: «Ειδικά για το επιχείρημα της ιδιαίτερης «Μακεδονικής» γλώσσας αρκεί και μόνο να σημειωθεί ότι η γλώσσα των Μακεδόνων ήταν ελληνική, γι΄ αυτό καμία σλαβική διάλεκτος δεν μπορεί να προβάλλεται ως γλώσσα των Μακεδόνων. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσει κανείς ότι ολόκληρο το έργο του Μακεδόνα Φιλοσόφου Αριστοτέλη γράφτηκε στην ελληνική και ότι ελληνικές είναι οι αναρίθμητες μακεδονικές επιγραφές που σώζονται στα μουσεία και τους χώρους των ανασκαφών; Το 1982 εκδόθηκε από τον Δημήτσα ένα βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Μακεδονία εν λίθοιςφθεγγομένοις και μνημείοιςσωζομένοις». Τίτλος και περιεχόμενο του βιβλίου αυτού με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα, γιατί πολλές φορές είχα υποστηρίξει προφορικά και γραπτά, ότι την απάντηση στους παραποιητές της ιστορίας της Μακεδονίας θα δώσουν οι ίδιες οι πέτρες, δηλαδή τα ενεπίγραφα μάρμαρα που ευτυχώς για τους πλαστογράφους δεν … οργίζονται αλλ’ απλώς φθέγγονται…» (σελ. 86)

   Επίσης, σύμφωνα με τον συγγραφέα Στέλιο Παπαθεμελή στο βιβλίο του με τίτλο «Σκοπιανό. το ξεσκέπασμα της απάτης,Ίδρυμα Μελετών και Αλληλεγγύης, Θεσσαλονίκη 2008» διατυπώνονται με ευκρίνεια τα κάτωθι αναφερόμενα.

    «Στις μέρες μας με αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα κάποιοι μιλούν για εθνότητα και γλώσσα τάχα μακεδονική. Πρόκειται για μυθολογία. Όχι για ιστορία και επιστήμη. Πιο συγκεκριμένα: α. Οι Μακεδόνες ουδέποτε στα 3.000 και πλέον χρόνια της ιστορίας τους, ούτε που ήμασταν στην περίοδο της πόλης κράτους, υπήρξαν εθνότητα. Κλάδος ελληνικός, τμήμα του μείζονος ελληνισμού, ναι. Όχι όμως εθνότητα. Όπως δεν υπήρξαν επίσης εθνότητα οι Θεσσαλοί, οι Ηπειρώτες, οι Κρήτες, οι Μυκηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι, μόλο που κάθε ομάδα από αυτούς ανέπτυξε έναν εκπληκτικό με ιδιόμορφα χαρακτηριστικά πολιτισμό που ο χρόνος της ακμής τους είναι διαφορετικός για την κάθε περίπτωση

β. Η ταυτότητα των δομικών στοιχείων που συνιστούν το έθνος: κοινή εθνική συνείδηση και ακόμη μακρύτερα κοινή θρησκεία, κοινά ήθη, έθιμα και γλώσσα είναι χαρακτηριστικά. γ. Ακόμη και ο αλεξανδρινός κοσμοπολιτισμός συνυπήρχε με τον εθνικισμό, πριν ο Μέγας Αλέξανδρος αποφασίσει την κρίσιμη χειρονομία του γάμου του με τη Ρωξάνη. Ο Αρριανός διασώζει την εντολή του Αλέξανδρου προς τους Μακεδόνες στρατιώτες που ζήτησαν και τους επέτρεψε να επιστρέψουν στην πατρίδα να μη πάρουν μαζί τους τα παιδιά που ενδεχομένως γέννησαν με Ασιάτισσες γυναίκες: «Παίδες δε ει τω ήσαν των Ασιανών γυναικών παρά οι καταλιπείνεκέλευσεν, μηδέ στάσινκατάγειν εις Μακεδονίαν αλλοφύλους τε και εκ βαρβάρων γυναικών παίδας τοις οικοίυπολελειμμένοιςπαισί και μητράσι αυτών». (Αρριανός Ζ. 12, 2)

δ. Σε μίαν εντελώς υποθετική εκδοχή «παραδείγματος ένεκεν» που θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια εθνότητα οι μόνοι που θα νομιμοποιούμαστε να την συναπαρτίσουμε είμαστε εμείς οι Μακεδόνες της Ελληνικής Μακεδονίας που καταγόμαστε πάππου προς πάππον απ’ τους Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Όχι βέβαια εκείνοι που εμφανίστηκαν αιώνες μετά στο προσκήνιο της ιστορίας να παριστάνουν τώρα χωρίς να το πολυέχουν καταλάβει και οι ίδιοι τους «γιατί» τους… Μακεδόνες» (σελ. 14-15).

ΙΙ. Η συμφωνία και η αντίθεσή της στο δημόσιο διεθνές δίκαιο

α) Αναφορά στα άρθρα 3-8 της σύμβασης και θεωρία του δημοσίου διεθνούς δικαίου για τον ορισμό του κράτους

   Στα άρθρα 3-8 της συμφωνίας γίνεται μια προσπάθεια οριοθέτησης και… σεβασμού κατά τα λοιπά της ιστορίας των δύο κρατών, χωρίς να επιτρέπεται να εκδηλωθούν αλυτρωτικές συμπεριφορές, μη φιλικές και εχθρικές και από τις δύο πλευρές.  Για παράδειγμα, στην §2 του άρθρου 3 αναφέρεται ότι :«Έκαστο Μέρος δεσμεύεται να σέβεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία του άλλου Μέρους. Κανένα από τα Μέρη δεν θα υποστηρίξει οιεσδήποτε δράσεις οιουδήποτε τρίτου μέρους που βάλλουν κατά της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας του άλλου Μέρους».

  Σύμφωνα με την θεωρία του δημοσίου διεθνούς δικαίου διατυπώνεται ότι: «Στο διεθνές δίκαιο , η ιδιότητα του υποκειμένου ορίζεται από δύο στοιχεία α) την κατοχή της διεθνούς προσωπικότητας, τόσο στην ενεργητική της μορφή (υποκείμενο ως δημιουργός κανόνων διεθνούς δικαίου), όσο και στην παθητική της διάσταση (υποκείμενο ως αποδέκτης των διεθνών κανόνων) και β) την ικανότητα δράσης στο διεθνές πεδίο πχ. δυνατότητα προσφυγής σε ένα διεθνές όργανο». Ως προς το κράτος ως πρωτογενές υποκείμενο διεθνούς δικαίου αναφέρεται ότι αυτό «χαρακτηρίζεται από την πληρότητα των αρμοδιοτήτων που κατέχει. Στην ουσία είναι το μοναδικό υποκείμενο του διεθνούς δικαίου που μπορεί να ασκήσει όλες τις αρμοδιότητες που η διεθνής έννομη τάξη αναγνωρίζει στα μέλη της.[.] Το κριτήριο της πληρότητας είναι καθαρά ποσοτικό και δεν λαμβάνει υπόψη την ποιοτική διάσταση, που σηματοδοτείται από το γεγονός ότι το κράτος συνιστά την κεντρική έδρα άσκησης της πολιτικής εξουσίας». Ακόμη, [.] η κρατική εξουσία δεν οφείλει την ύπαρξή της σε κάποιον προϋπάρχοντα κανόνα δικαίου , αλλά είναι σύμφυτη με την ύπαρξη του κράτους. Η κρατική εξουσία δεν απονέμεται, αλλά κατέχεται. 

   [..] Όμως το διεθνές δίκαιο δεν υφίσταται πριν από το κράτος. Το κράτος, ως ιστορική και κοινωνιολογική πραγματικότητα, είναι προγενέστερο του διεθνούς δικαίου. Η πηγή του διεθνούς δικαίου βρίσκεται στο κράτος και όχι αντιστρόφως».

  Ως προς τη νομική ταυτότητα του κράτους, αυτή αναφέρεται «σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίζονται στο κράτος από το διεθνές δίκαιο. Κάθε οντότητα που φέρει την ονομασία «κράτος» διεκδικεί, όποιες και αν είναι οι ιδιαιτερότητές της, τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες που συνδέονται με τη νομική της ταυτότητα. Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του κράτους, που καθορίζει τη νομική του ταυτότητα, είναι η κυριαρχία, η οποία συγκεκριμενοποιείται στη φύση των αρμοδιοτήτων που ασκεί. [..] Από την κυριαρχία, ως στοιχείο που καθορίζει τη νομική ταυτότητα του κράτους ως πρωτογενούς εξουσίας η οποία θέτει το διεθνές δίκαιο, οφείλουμε να διακρίνουμε την κυριαρχία ως άσκηση των αρμοδιοτήτων που ανήκουν στο κράτος. Οι αρμοδιότητες αυτές δεν είναι τίποτα άλλο παρά εκφάνσεις της κυριαρχίας και τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα διαφοροποιούν σαφώς το κράτος από οποιοδήποτε άλλο υποκείμενο διεθνούς δικαίου. Η φύση των κρατικών αρμοδιοτήτων ορίζεται από τρία χαρακτηριστικά: την αποκλειστικότητα, την πληρότητα και την αυτονομία».

   Ως προς την αρχή της αποκλειστικότητας αναφέρεται ότι «αυτή συνδέεται με την εδαφική αρμοδιότητα. Κάθε κράτος ασκεί, δια μέσου των οργάνων του, τις εξουσίες που του ανήκουν (νομοθεσία, απονομή δικαιοσύνης, υλικός καταναγκασμός κλπ). Η άσκηση αυτή έχει μονοπωλιακό χαρακτήρα με την έννοια ότι αποκλείει την ανάμειξη (νομική ή υλική) των άλλων κρατών». Ακόμη, «όπως προκύπτει από τον ορισμό της αποκλειστικότητας, η τελευταία έχει ως άμεση συνέπεια την καθιέρωση της αρχής της μη επέμβασης, ακόμη κι αν αυτή στηρίζεται στις αγνότερες προθέσεις και επικαλείται τα ανθρωπιστικότερα κίνητρα».

  Ως προς την πληρότητα, ορίζεται ότι «το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στο κράτος το δικαίωμα να ασκήσει, κατά τη διακριτική του εκτίμηση, όλες τις αρμοδιότητες που συνδέονται με την οργάνωση της κοινωνικής ομάδας που διαβιώνει στο έδαφός του». Επίσης, ως προς την αυτονομία αναφέρεται ότι «ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της κυριαρχίας, δηλώνει ότι η κρατική εξουσία δεν υπόκειται σε καμία άλλη αρχή. Η αυτονομία ταυτίζεται με την ανεξαρτησία του κράτους». [Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο-Κώστας Θ. Χτζηκωνσταντίνου, Χαράλαμπος Ελ. Αποστολίδης, Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, έτος 2013, σελ. 113-152]

  Επίσης, σύμφωνα με την θεωρία, η αρχή της αυτοδιάθεσης «απορρέει από την αρχή της κυρίαρχης ισότητας των λαών και υλοποιείται μέσα από το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δηλαδή το δικαίωμα κάθε λαού να αυτό-οργανωθεί και να αυτό-κυβερνηθεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση. Υποκείμενο του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση είναι ο λαός ή το έθνος (οι όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά τις περισσότερες φορές, χωρίς αυτό να συνεπάγεται σημαντικές ποιοτικές διαφορές) και επομένως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση μπορεί να ασκηθεί μόνο συλλογικά». [Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο-Κώστας Θ. Χατζηκωνσταντίνου, Χαράλαμπος Ελ. Αποστολίδης, Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, έτος 2013, σελ. 370]

    Σύμφωνα με την θεωρία, το διεθνές δίκαιο εξασφαλίζει στο κράτος: 1) εδαφική ακεραιότητα, 2) ισότητα, 3) τήρηση των συμπεφωνημένων, 4) μη επέμβαση σε εσωτερικές υποθέσεις, 5) δυνατότητα μεταβολής κανόνων και διαδικασιών που διέπουν το διεθνές δίκαιο. Ακόμη, μη κατοχυρωμένη προϋπόθεση του διεθνούς δικαίου είναι το κράτος να είναι δημοκρατικό, κάτι που συνάδει με την εξέλιξη των ανθρωπίνων  δικαιωμάτων». (βλ. πανεπιστημιακές σημειώσεις της διδάκτορος Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Ιωάννας Πέρβου, σελ. 2)

   Μολαταύτα, καθημερινά διαβάζουμε στον τύπο και ακούμε στα δελτία ειδήσεων προκλητικές δηλώσεις από τους κυβερνώντες των Σκοπίων, οι οποίοι εκδηλώνουν αλυτρωτικές τάσεις και παραλείπουν εσκεμμένα τον επιθετικό προσδιορισμό «Βόρεια», αρκούμενοι στην χρήση της λέξης «Μακεδονία». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στις εθνικές εορτές τους για την «Μακεδονία» δημοσιεύουν γεωγραφικούς χάρτες στους οποίους τα γεωγραφικά σύνορα της χώρας τους, την οποία αποκαλούν «Μακεδονία», φθάνουν νοτίως μέχρι την Λάρισα και βορειοανατολικά μέχρι την Καβάλα.

β) παραβίαση του χρονικού πλαισίου επικύρωσης (άρθρο 1§4)  σε συνδυασμό με το άρθρο 20§4

Σύμφωνα με το άρθρο 1§4 ορίζεται ότι «  Με την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας, τα Μέρη θα προβούν στα ακόλουθα βήματα: α) Το Δεύτερο Μέρος,(ήτοι τα Σκόπια) χωρίς καθυστέρηση, θα καταθέσει τη Συμφωνία στο Κοινοβούλιό του για κύρωση. β) Σε συνέχεια της κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας από το Κοινοβούλιο του Δεύτερου Μέρους, το Δεύτερο Μέρος θα γνωστοποιήσει στο Πρώτο Μέρος ότι το Κοινοβούλιό του έχει κυρώσει τη Συμφωνία.γ) Το Δεύτερο Μέρος, εφόσον το αποφασίσει, θα διεξάγει δημοψήφισμα.δ) Το Δεύτερο Μέρος θα ξεκινήσει τη διαδικασία των συνταγματικών τροποποιήσεων όπως προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία. ε) Το Δεύτερο Μέρος θα ολοκληρώσει intoto (δηλ. συνολικά) τις συνταγματικές τροποποιήσεις έως το τέλος του 2018. ζ) Μόλις το Δεύτερο Μέρος γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων συνταγματικών τροποποιήσεων και όλων των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του προκειμένου να τεθεί σε ισχύ η παρούσα Συμφωνία, το Πρώτο Μέρος θα κυρώσει χωρίς καθυστέρηση την παρούσα Συμφωνία.

  Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 20§4 αναφέρεται ότι: « Το άρθρο 8(5) θα εφαρμόζεται προσωρινά, εκκρεμούσης της θέσης σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας. Εάν η Συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, τούτη, στο σύνολό της και ως προς τις διατάξεις της ξεχωριστά, δεν θα έχει περαιτέρω ισχύ ή εφαρμογή, προσωρινή ή άλλη, και δεν θα δεσμεύει οποιοδήποτε από τα Μέρη με οποιοδήποτε τρόπο».

Σημειωτέον είναι ότι το άρθρο 8§5 αναφέρει την σύσταση «Κοινής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων» η οποία θα είναι αρμόδια να εξετάσει  επί της ουσίας την ιστορία. Η διάταξη αυτή φυσικά και είναι όλως ασαφής, προβληματική και έχει παρεμβατικό χαρακτήρα στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας. Όσον αφορά την χώρα μας, τονίζεται ότι δυστυχώς η παιδεία υπολειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης και της έλλειψης επαρκών χρηματικών πόρων για την κάλυψη των αναγκών του εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν θα μπορούσε λοιπόν η χώρα μας να χρηματοδοτήσει και μια άλλη χώρα, η οποία μάλιστα εκφράζει αλυτρωτικές τάσεις και παραχαράσσει την ιστορία της δικής μας χώρας. 

  Αυτή είναι μια παρένθεση καθώς η διάταξη αυτή ούτως ή άλλως δεν μπορεί να εφαρμοστεί καθώς υπάρχει ο όλως αβάσιμοςλόγοςπου αφορά το χρονικό πλαίσιο εφαρμογής της συμφωνίας. Αυτός είναι απαράδεκτος και νόμω αβάσιμοςεξαιτίας της παρέλευσης του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος για την ενσωμάτωση της συμφωνίας στο σύνταγμα των Σκοπίων. Πιο συγκεκριμένα, το σκοπιανό κοινοβούλιο όφειλε να ολοκληρώσει συνολικά τις συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το έτος του 2018, όπερ δεν συνέβη, ήτοι παρήλθε άπρακτο το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για την υλοποίηση των απαιτούμενων ενεργειών.

    Συν τοις άλλοις, όπως θα εκτεθεί και λίγο παρακάτω, στο άρθρο 20§9 εδβ΄ της συμφωνίας ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση της παρούσας Συμφωνίας που περιέχεται στο Άρθρο 1(4) που αφορά την διαδικασία επικύρωσης της συμφωνίας από τα εθνικά κοινοβούλια. Αυτό σημαίνει για τα Σκόπια ότι δεν μπορούν να παραβιάσουν την συγκεκριμένη διάταξη και να μεταθέσουν για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το τέλος του 2018 την επικύρωση της συμφωνίας από το κοινοβούλιό τους.  Άρα, με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο η προβληματική διάταξη του άρθρου 8§5 και να παραγάγει δεσμευτικό περιεχόμενο για την χώρα μας με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί ΣΥΝΟΛΙΚΑ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ!!!

γ) Η προβληματική διάταξη του άρθρου 20§9 και η προφανής αντίθεσή της στις διατάξεις της Σύμβασης του Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών

Συγχρόνως, σύμφωνα με το άρθρο 20§9 διατυπώνεται ότι «Οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες. Δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση της παρούσας Συμφωνίας που περιέχεται στο Άρθρο 1(3) και στο Άρθρο 1(4)». (ήτοι στα άρθρα που αφορούν την ονομασία της γείτονος χώρας και την διαδικασία επικύρωσης από τα εθνικά κοινοβούλια»).

  Στο άρθρο 42 της Σύμβασης του Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών που υπεγράφη το 1969 και επικυρώθηκε από την χώρα μας με βάση το υπ’ αριθμ. ΝΔ 402/23.05.1974- ΦΕΚΑ141/74, ορίζεται ότι « 1. Η εγκυρότης συνθήκης ή της συναινέσεως κράτους όπως δεσμευθή διά ταύτης δύναται να αμφισβητηθούν μόνον κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως. 2. Η λήξις συνθήκης, η καταγγελία ταύτης ή η αποχώρησις μέρους εξ αυτής, δύνανται να επέλθουν μόνον κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της συνθήκης (ήτοι της συμφωνίας των Πρεσπών που δεν δίνει καμία τέτοια δυνατότητα κατά τρόπο που αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου αλλά και εν γένει της καλής πίστης και του δικαίου και γίνεται καταχρηστικά)  ή της παρούσης συμβάσεως (ήτοι της Σύμβασης της Βιέννης) . Ο αυτός κανών ισχύει και διά την αναστολήν της εφαρμογής της συνθήκης».

  Σύμφωνα με την θεωρία, στο κεφάλαιο της νομικής εξέλιξης- μεταβολής στη ζωή των συνθηκών αναφέρεται ότι: « Η λήξη μιας συνθήκης επέρχεται με τη συναίνεση των μερών ήμε παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας. Η συναίνεση των μερών μπορεί να οδηγήσει στην αναθεώρηση ή στην τροποποίηση μιας συνθήκης.Με τον ίδιο τρόπο που τα κράτη μπορούν να συνάψουν συνθήκες, μπορούν επίσης και να τερματίσουν την ισχύ τους με αμοιβαία συναίνεση. Η συναίνεση τους είναι δυνατόν να εκφράζεται είτε στη σύμβαση που συνομολόγησαν (ημερομηνία λήξης, ρήτρα καταγγελίας) ή σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά το 54 που ορίζει ότι «Η λήξις συνθήκης ή καταγγελίας ταύτη δύνανται να λάβουν χώραν: (α) συμφώνως προς τας διατάξεις της συνθήκης, ή (β) ανά πάσαν στιγμήν, διά της συναινέσεως όλων των μερών κατόπιν διαβουλεύσεων μετά των άλλων συμβαλλομένων κρατών», συγκεκριμένα μέσα από την υιοθέτηση νέας συνθήκης που αποσκοπεί στην επίτευξη του στόχου αυτού (άρθρο 59, ρητή λήξη) ή με την υιοθέτηση συνθήκης που ρυθμίζει το ίδιο αντικείμενο (άρθρο 30§3 ενδεχόμενος τερματισμός). Οι ίδιοι κανόνες αφορούν τόσο στον τερματισμό της ισχύος, όσο και στην αναστολή της εφαρμογής της (άρθρα 57, 59§2 ΣτΒ [σε συντομογραφία)]. Η αναθεώρηση αποτελεί τυπική μεταβολή της συνθήκης για το σύνολο των μερών, ενώ η τροποποίηση απαιτεί την interse συμφωνία μερικών μόνο εκ των μερών». [..] Η τροποποίηση γίνεται αμέσως όταν τα κράτη- μέρη συνάπτουν διαδοχικές συνθήκες που αφορούν στο ίδιο αντικείμενο». [..]

   Ως προς την λύση, στη θεωρία ορίζεται ότι αυτή «μπορεί να είναι συναινετική μεταξύ των μερών ή να επέρχεται από το νόμο. Λύση μιας συνθήκης προκαλεί η παραβίαση της ή η επιγενόμενη αδυναμία εκτέλεσης του σκοπού της, όπως και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Ακόμη, κατά το άρθρο 62 ΣτΒ, θεμελιώδη μεταβολή των περιστάσεων δύναται υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει λόγο λύσης ή αποχώρησης από μία συνθήκη αν η ύπαρξη των περιστάσεων αυτών αποτέλεσε ουσιώδη βάση της συναίνεσης των μερών να δεσμευτούν από τη συνθήκη, αν το αποτέλεσμα της αλλαγής είναι να μεταβληθεί ριζικά η έκταση  των υποχρεώσεων που απονέμει. [.] Η ένοπλη σύρραξη, η καταγγελία, ή η αποχώρηση από μία διεθνή σύμβαση, αλλά και η παραίτηση από αυτήν οδηγεί στη λύση. Συνέπειες της λύσης είναι ότι τα μέρη αποδεσμεύονται από οποιαδήποτε υποχρέωση εφαρμογής της συνθήκης στο μέλλον και δεν επηρεάζεται κανένα δικαίωμα, υποχρέωση ή νομική κατάσταση των μερών που δημιουργήθηκαν καθόσον χρόνο η συνθήκη βρισκόταν σε ισχύ».

   Επίσης, η ακυρότητα μιας διεθνούς συνθήκης μπορεί να επέλθει για τέσσερις λόγους. Θυμίζει τους κατά το ιδιωτικό δίκαιο προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας. Ειδικότερα,  «από την εξέταση της θεωρίας και της διεθνούς πρακτικής γίνεται σαφές ότι το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει τέσσερα βασικά ελαττώματα της βούλησης που θίγουν τη συναίνεση και πλήττουν το κύρος μιας διεθνούς συνθήκης α) την πλάνη που αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες το υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου συναίνεσε να καταστεί μέρος διεθνούς συμφωνίας, β) τη συνομολόγηση διεθνούς συμφωνίας με απάτη, δηλαδή με την πρόθεση διαστρέβλωσης των πραγματικών περιστατικών από ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη, η οποία οδήγησε ένα τρίτο μέρος να συναινέσει στη δέσμευση, γ) τη άσκηση βίας επί του προσώπου του αντιπροσώπου που είναι επιφορτισμένος με το καθήκον έκφρασης της βούλησης και δ) την περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, σύμφωνα με την οποία ένα φυσικό πρόσωπο είτε επιχειρεί να δεσμεύσει το υποκείμενο του διεθνούς δικαίου εκφράζοντας τη βούλησή του χωρίς να διαθέτει την προς τούτο πληρεξουσιότητα, είτε υπερβαίνει τις εντολές του.

 Η ΣτΒ περιλαμβάνει οκτώ λόγους ακυρότητας των συνθηκών που απαριθμούνται περιοριστικά στο πέμπτο μέρος, δεύτερο τμήμα της (άρθρα 46-53). Οι έξι πρώτοι λόγοι για τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου, τους ειδικούς περιορισμούς στην αρμοδιότητα έκφρασης της συναίνεσης του κράτους, την πλάνη, την απάτη, τη δωροδοκία αντιπροσώπου του κράτους και την άσκηση βίας σε βάρος του, ανήκουν στη κατηγορία ακυρότητας που αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων τω κρατών και στην προστασία τους από την επιβολή συμβατικών υποχρεώσεων παρά την αντίθετη βούληση ή την έλλειψη συναίνεσης σχετικά με το περιεχόμενό τους. Οι επόμενοι δύο λόγοι για την άσκηση βίας κατά κράτους ή σύγκρουση συμβατικού κανόνα με αναγκαστικό κανόνα του διεθνούς δικαίου, ανήκουν στις διατάξεις προοδευτικής ανάπτυξης του δικαίου, αποτελούν νεωτερισμό και εισάγουν λόγους ακυρότητας χάρη του δημοσίου συμφέροντος και της ανάπτυξης της διεθνούς αλληλεγγύης».[βλ. για όλα αυτά: Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο-Κώστας Θ. Χατζηκωνσταντίνου, Χαράλαμπος Ελ. Αποστολίδης, Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, έτος 2013, σελ. 326-340]

 Επομένως, υπάρχουν δυνατότητες για να λυθεί, τροποποιηθεί, αναθεωρηθεί ή ακυρωθεί η συγκεκριμένη συμφωνία, δυνάμει της Σύμβασης του Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών. Ακόμη, επειδή πρόκειται για διμερή συνθήκη, εάν η ελληνική κυβέρνηση εξέφραζε επιφυλάξεις- καθώς έχει το σχετικό δικαίωμα- «τυχόν επιφύλαξη αποτελεί πρόταση προς επαναδιαπραγμάτευση που οδηγεί σε νέα συμφωνία εφόσον γίνει αποδεκτή». (βλ. ανωτέρω σύγγραμμα σελ. 309). Δεν γίνεται λοιπόν να δεσμεύεται ένα κράτος για «αόριστο χρονικό διάστημα» από μια σύμβαση της οποίας το περιεχόμενο είναι όλως ασαφές και προβληματικό, ούτε και γίνεται οι διατάξεις της να είναι «αμετάκλητες».

 Ως γνωστόν, η έννοια του «αμετακλήτου» αναφέρεται στο δικονομικό δίκαιο και αφορά τον βαθμό ωριμότητας μιας δικαστικής απόφασης, επιβάλλεται μόνο από τα ανώτατα δικαστήρια για την ασφάλεια δικαίου και την ορθότητα της δικανικής κρίσης του δικαστηρίου. Εδώ  προφανώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για «αμετάκλητο» επειδή η διαχείριση της πολιτικής εξουσίας δεν είναι «αμετάκλητη» σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου, αλλά…. μετακλητή. Ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά.

   Επιπρόσθετα,  ο χώρος των Βαλκανίων έχει έντονο ιστορικό παρελθόν, αποτελεί πεδίο συνεχούςπολιτικής ανάφλεξης και σε αυτόν γεννώνται, υπάρχουν, διαπλάθονται, ρυθμίζονται, καταργούνται βιοτικές σχέσεις, παράγονται έννομες καταστάσεις, ιδρύονται δικαιώματα και επιβάλλονται υποχρεώσεις σε έναν αόριστο κύκλο ανθρώπων, ήτοι των πολιτών της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν.Οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν συνεχώς κι ακόμη και οι ανώτατοι κανόνες δικαίου, όπως είναι το Σ μιας χώρας,  περιέχουν μεν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, αλλά κατά τα λοιπά αφήνουν ένα ελεύθερο πεδίο δράσης στον μελλοντικό νομοθέτη. Με βάση τη θεωρία, «ακριβώς ο χαρακτήρας του Συντάγματος ως θεμελιώδη νόμου συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι αξιώνει «να συλλάβει και να ρυθμίσει την εξέλιξη του μακρού ιστορικού χρόνου» και την υλοποίηση της αξιώσεως αυτής διευκολύνει η αφαιρετική και ελλειπτική διατύπωση, αφήνοντας περιθώρια ερμηνευτική προσαρμογής του στις ιστορικές εξελίξεις». [Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 33]

   Άλλωστε το δίκαιο δημιουργήθηκε για την οργάνωση του ανθρώπινου βίου και βρίσκεται στην διαρκή υπηρεσία των ατόμων προκειμένου να καλύπτει τις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες τους καθώς και να προστατεύει και να διαφυλάττει τα έννομα συμφέροντά τους. Ερμηνεύοντας την συγκεκριμένη διάταξη ιστορικά, λογικά, συστηματικά και φυσικά τελολογικά προκύπτει ότι δεν είναι ούτε νόμω αλλά ούτε και ουσία βάσιμο το να δεσμεύεται ο μελλοντικός νομοθέτης και ο ελληνικός λαός από τις προβληματικές διατάξεις της συγκεκριμένης συμφωνίας, οι οποίες  θα επιφέρουν όλως δυσμενείς έννομες συνέπειες  στις ζωές τους, σε περίπτωση εφαρμογής τους.

      δ) Η προβληματική διάταξη του άρθρου 19§3 σε συνδυασμό με το άρθρο 20§9

        Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, ορίζεται ότι: «Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των Μερών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας και δεν έχει επιλυθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο Άρθρο 19(2), μπορεί να υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Τα Μέρη πρέπει πρώτα να προσπαθήσουν να συμφωνήσουν σε κοινή υποβολή στο εν λόγω Δικαστήριο κάθε τέτοιας διαφοράς. Ωστόσο, εάν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία μετά την παρέλευση εξαμήνου ή μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος όπως τα Μέρη αμοιβαία θα συμφωνήσουν, τότε κάθε τέτοιου είδους διαφορά δύναται να υποβληθεί από οποιοδήποτε από τα Μέρη μονομερώς».

Αφενός μεν η συμφωνία είναι αρκετά προβληματική όσον αφορά την διάταξη του άρθρου 20§4 χωρίς να αφήνει περιθώρια αλλαγής και λύσης της, αφετέρου, πρέπει τα μέρη πρέπει οπωσδήποτε να «συμφωνήσουν» σε περίπτωση που θελήσουν να προσφύγουν δικαστικά για την επίλυση ζητημάτων ερμηνείας και εφαρμογής της συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, για την Ελλάδα είναι καίριας σημασίας το ονοματολογικό ζήτημα κι όλα τα συναφή, το οποίο απαγορεύεται  ρητά να τροποποιηθεί. Ακόμη, οποιοδήποτε ζήτημα προκύψει, θα πρέπει να λυθεί πρώτα ειρηνικά με βάση το άρθρο 19§2 μέσω διαπραγματεύσεων και της βοήθειας του γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Επικουρικά δε, μπορούν να προσφύγουν τα δύο κράτη δικαστικά, είτε πρώτα από κοινού, είτε στη συνέχεια μονομερώς και φυσικά εφόσον συμφωνήσουν. Παρόλα αυτά, με όλα όσα συμβαίνουν σε πολιτικό επίπεδο, πολύ δύσκολα τα Σκόπια θα συμφωνούσαν να προσφύγουμε από κοινού στο Διεθνές Δικαστήριο για την επίλυση ζητημάτων από την συμφωνία, δεδομένου του γεγονότος ότι η § 3 του άρθρου 1, η οποία αφορά την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος  δεν μπορεί να τροποποιηθεί, με βάση το άρθρο 20§9 της συμφωνίας. Ολοφάνερα η διάταξη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα βλαπτική για την χώρα μας.

ε) Τα άρθρο 13, 14§§5 και 6 που αφορούν τον τομέα της οικονομικής συνεργασίας καθώς και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας

  Αρχικά, το άρθρο 13 της συμφωνίας ορίζει ότι «το δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος (τα Σκόπια δηλαδή) είναι περίκλειστο κράτος» και θα εφαρμόζονται οι σχετικές προβλέψεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας που θα έχουν πρακτική εφαρμογή. Ακόμη, το άρθρο 14§5 της συμφωνίας αφορά «την συμβολή στην προώθηση, την επέκταση και την βελτίωση στους τομείς υποδομών και των μεταφορών καθώς και στη βάση της αμοιβαιότητας στους τομείς των οδικών, σιδηροδρομικών, θαλάσσιων, αεροπορικών και επικοινωνιακών διασυνδέσεων. Αφορά επίσης την διευκόλυνση στη διαμετακόμιση αγαθών, φορτίων και προϊόντων μέσω των υποδομών, περιλαμβανομένων των λιμένων και των αερολιμένων στο έδαφος καθενός εκ των μερών»

   Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 §6 της συμφωνίας αναφέρεται ότι «τα μέρη θα επιδιώξουν τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων διασυνοριακών σημείων διέλευσης όπως απαιτείται από τη ροή των μετακινήσεων και θα επιδιώξουν να κατασκευάσουν νέα διασυνοριακά σημεία διέλευσης με στόχο την ενίσχυση των μεταξύ τους τουριστικών και εμπορικών ροών». Σύμφωνα με την θεωρία, [Διεθνές δίκαιο-δίκαιο της θάλασσας, Ε. Παπασταυρίδης, Νομική Βιβλιοθήκη, Σελ. 203-205 «Οι θαλάσσιες ζώνες κυριαρχίας των παράκτιων κρατών-Τα εσωτερικά ύδατα-το νομικό καθεστώς των λιμένων»] ορίζεται ότι: «Αφετηρία για την εξέταση των θαλασσίων ζωνών κυριαρχίας του παρακτίου κράτους είναι τα εσωτερικά ύδατα. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας ως «εσωτερικά ύδατα» θεωρούνται εκείνα «που βρίσκονται προς το εσωτερικό των γραμμών βάσεως της χωρικής θάλασσας», δηλαδή κυρίως οι κόλποι, οι λιμένες και οι εκβολές των ποταμών. Τα εσωτερικά ύδατα εξομοιώνονται από την άποψη της κυριαρχίας  προς το χερσαίο έδαφος και συνεπώς το παράκτιο κράτος ασκεί στα εσωτερικά ύδατα πλήρη κυριαρχία. Στην κυριαρχία του παρακτίου Κράτους υπόκεινται και ο βυθός και το υπέδαφος του βυθού των εσωτερικών υδάτων καθώς και ο υπερκείμενος εναέριος χώρος». 

Ακόμη, ορίζεται ότι συνάγεται εξ αντιδιαστολής από την διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας η κυριαρχία του παράκτιου κράτους στα εσωτερικά ύδατα.( «Η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται πέραν από την ηπειρωτική του επικράτεια και τα εσωτερικά του ύδατα..».) Ορίζεται ότι «το δικαίωμα αυτό του παράκτιου κράτους πηγάζει από την κυριαρχία του στο χερσαίο έδαφος». Ακόμη, σύμφωνα με την §2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «η κυριαρχία αυτή εκτείνεται και στον εναέριο χώρο πάνω από την χωρική θάλασσα καθώς και στο βυθό και υπέδαφός της.Συνέπεια αυτού του νομικού καθεστώτος είναι ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα μέσα στα εσωτερικά ύδατα ή στον εναέριο χώρο διέπεται από τη νομοθετική και εκτελεστική αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους».

Επίσης, το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης δεν αναγνωρίζεται για τα εσωτερικά ύδατα  με μοναδική εξαίρεση το άρθρο 8§2 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας που αναφέρει ότι «εάν με την εφαρμογή ευθειών γραμμών βάσης καταστούν εσωτερικά ύδατα θαλάσσιες περιοχές που πριν από μια τέτοια χάραξη δεν θεωρούνταν ως εσωτερικά ύδατα, τότε το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης αναγνωρίζεται για τις περιοχές αυτές».

Επίσης, ως προς το δικαίωμα πρόσβασης αλλοδαπών πλοίων σε λιμένες ορίζεται από την θεωρία αρχικά ότι: «Οι λιμένες δεν ορίζονται ρητά της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας αλλά θεωρείται ότι συνιστούν εκείνες τις ασφαλείς περιοχές όπου τα πλοία μπορούν να διακινούν εμπορεύματα και επιβάτες καθώς και να προστατεύονται από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες». Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 25§2 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας αναγνωρίζεται σαφώς νομοθετική αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους να θέτει οποιουσδήποτε όρους θεωρεί σκόπιμους σχετικά με την πρόσβαση αλλοδαπών πλοίων στα εσωτερικά ύδατα, άρα, έμμεσα αναγνωρίζει τη διακριτική του ευχέρεια να ρυθμίζει ελεύθερα την πρόσβαση στους λιμένες του».

 Σύμφωνα με  την διάταξη του άρθρου 25§2 ορίζεται ότι «στην περίπτωση πλοίων που εισέρχονται στα εσωτερικά ύδατα ή προσεγγίζουν σε λιμενική εγκατάσταση που κείται έξω από τα εσωτερικά ύδατα, το παράκτιο Κράτος έχει επίσης το δικαίωμα να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη οποιασδήποτε παραβίασης των όρων στους οποίους υπόκειται η είσοδος αυτών των πλοίων στα εσωτερικά ύδατα ή η παραπάνω προσέγγιση του σε λιμενική εγκατάσταση». (σελ. 204)

Από αυτά συνάγεται ότι «αποτελεί γενική αλήθεια ότι οι διεθνείς λιμένες τεκμαίρονται ότι είναι ανοιχτοί σε διεθνή εμπορική ναυτιλία (όχι όμως για αλλοδαπά πολεμικά πλοία). Όμως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία τα Κράτη αφενός δικαιούνται να επιβάλλουν οποιουσδήποτε όρους θεωρούν αναγκαίους για την πρόσβαση αλλοδαπών πλοίων στους λιμένες ή να αναστείλουν την πρόσβαση (πχ. για λόγους εθνικής ασφάλειας), ενώ αφετέρου δεν υφίσταται γενικό δικαίωμα ελλιμενισμού αλλοδαπών πλοίων κατά το διεθνές δίκαιο».

Εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα αποτελεί αδιαμφισβήτητα η πολυμερής «Σύμβαση και το Καταστατικό της Γενεύης της 9ης Δεκεμβρίου 1923 «περί του διεθνούς καθεστώτος των Θαλασσίων Λιμένων», στην οποία έχει προσχωρήσει και η Ελλάδα (Ν. 3904/1929 ΦΕΚ Α΄ 55) «Το Καταστατικό καθιερώνει με βάση την αμοιβαιότητα την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πλοίων των συμβαλλόμενων κρατών, ως προς την πρόσβαση και χρήση των θαλασσίων λιμένων».

Επίσης, σημειώνονται «οι ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού δικαίου περί μη διάκρισης και ελεύθερης κυκλοφορίας». Πιο συγκεκριμένα,με βάση την θεωρία, «το δικαίωμα των Κρατών να κλείνουν τους λιμένες τους δύναται να περιοριστεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις από διατάξεις που επιβάλλουν την ελεύθερη πρόσβαση για εμπορικούς σκοπούς, πχ. το άρθρο 5 της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT, 1947)». Επίσης, σύμφωνα  με το άρθρο 255 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας «τα παράκτια Κράτη έχουν την υποχρέωση να διευκολύνουν την προσέγγιση στους λιμένες τους σε πλοία που διεξάγουν θαλάσσια επιστημονική έρευνα. Τέλος, ειδικές ρυθμίσεις χρήσης λιμένων προβλέπονται για τα περίκλειστα κράτη (άρθρο 125 Σύμβασης ΔΘ) .

Ως προς τα περίκλειστα κράτη σύμφωνα με το άρθρο 125 της Διεθνούς Σύμβασης της Θάλασσας ισχύουν τα εξής: «Τα άνευ ακτών κράτη έχουν το δικαίωμα πρόσβασης προς και από τη θάλασσα για το σκοπό της άσκησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σχετίζονται με την ελευθερία της ανοικτής θάλασσας και την κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Για το σκοπό αυτό, τα άνευ ακτών κράτη θα απολαύουν ελευθερίας διέλευσης διά μέσου του εδάφους των κρατών διέλευσης με όλα τα μεταφορικά μέσα.Οι όροι και τρόποι άσκησης της ελεύθερης διέλευσης θα συμφωνούνται ανάμεσα στα άνευ ακτών κράτη και στα ενδιαφερόμενα κράτη διέλευσης, με διμερείς, υποπεριφερειακές ή περιφερειακές συμφωνίες.Τα κράτη διέλευσης, κατά την ενάσκηση της πλήρους κυριαρχίας τους πάνω στο έδαφός τους, έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα δικαιώματα και οι ευκολίες που προβλέπονται στο παρόν μέρος για τα άνευ ακτών κράτη δεν παραβιάζουν με κανένα τρόπο τα νόμιμα συμφέροντά τους».

   Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι «πέραν από τις ανωτέρω συμβατικές εξαιρέσεις, υπάρχουν και εξαιρέσεις που πηγάζουν από το εθιμικό δίκαιο». Σαφώς «απαγορεύονται οι αυθαίρετες διακρίσεις σε σχέση με τους όρους πρόσβασης και χρήσης των λιμένων (πχ. για φυλετικούς ή θρησκευτικούς λόγους». Τονίζεται όμως ότι «διαφορετική είναι η περίπτωση που ένα Κράτος απαγορεύει την πρόσβαση πλοίων ενός Κράτους ως νόμιμο αντίμετρο, όπως πχ. η Ελλάδα στα Σκόπια» (βλ. το ανωτέρω σύγγραμμα του Ε. Παπασταυρίδη σχόλιο 72, σελ. 205).

  Δυνάμει όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη αυτή θα δημιουργήσει πολλά ζητήματα σε πρακτικό επίπεδο, εάν επικυρωθεί η συμφωνία από το ελληνικό κοινοβούλιο.

στ) Το προβληματικό άρθρο 18 που αναφέρεται σε προϊσχύσασες και μέλλουσες συμβάσεις

 «Από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, τα Μέρη θα κατευθύνονται στις σχέσεις τους από τις διατάξεις ίων παρακάτω διμερών συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και του Πρώτου Μέρους στις 18 Ιουνίου 1959: α) Τη συμφωνία περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων,
β) Την συμφωνία για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και
γ) Την συμφωνία περί ζητημάτων υδρο-οικονομίας.2.  Τα Μέρη συμφωνούν ότι, από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, όλα τα διεθνή κείμενα που δεσμεύουν διμερώς τα Μέρη θα παραμείνουν σε ισχύ, εκτός εάν καταργούνται ειδικά από την παρούσα Συμφωνία.
3. Τα Μέρη θα διαβουλευθούν μεταξύ τους προκειμένου να εντοπίσουν άλλες συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και του Πρώτου Μέρους οι οποίες θα θεωρηθούν κατάλληλες για εφαρμογή στις αμοιβαίες τους σχέσεις.4.  Τα Μέρη δεσμεύονται να διερευνήσουν όλες τις δυνατότητες σύναψης πρόσθετων διμερών συμφωνιών αναγκαίων σε σχέση με τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος».

 Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με την θεωρία «η διαδοχή κρατών αφορά, όπως αφήνει να εννοηθεί καθαρά η έκφραση, τη μεταβίβαση του εδαφικού τίτλου από ένα κράτος «προκάτοχο» σ’ ένα κράτος «διάδοχο». Στην ορολογία αυτή προστίθεται η έννοια του κράτους «συνεχιστή». « Πράγματι, εάν το διάδοχο κράτος είναι εξ ορισμού νέο κράτος, η έννοια του «συνεχιστή» αφορά το κράτος εκείνο το οποίο, μετά την απόσχιση ή τον διαμελισμό, θεωρείται ότι συνεχίζει την προσωπικότητα του προκατόχου». 

Προβληματική είναι η περίπτωση της μη αναγνώρισης από την διεθνή κοινότητα της Σερβίας-Μαυροβουνίου ως συνεχιστή της Πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. [..] «Το δίκαιο της διαδοχής των κρατών οφείλει να δώσει λύσεις σε σειρά από ζητήματα όπως η ιθαγένεια των κατοίκων που διαμένουν στο τμήμα εδάφους που αλλάζει καθεστώς, η μεταφορά αρχείων του κράτους- προκατόχου, η τύχη των δημοσίων περιουσιακών στοιχείων, ο επιμερισμός των χρεών καθώς και οι δεσμεύσεις που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες ο προκάτοχος είναι μέρος». (βλ. Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Χατζηκωνσταντίνου-Αποστολίδης-Σαρηγιαννίδης, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2013, σελ. 166-168).

   Η  διάταξη αυτή είναι αρκετά ασαφής και δυσνόητη. «Παλινδρομεί» κατά κάποιον τρόπο γιατί αναφέρει ότι από την στιγμή που θα τεθεί σε ισχύ η συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη θα κατευθύνονται στις σχέσεις τους από τις διατάξεις των κάτωθι διμερών συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ της Πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίαςκαι της Ελλάδας, στις 18.06.1959, ήτοι: α) τη συμφωνία περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων, β) τη συμφωνία για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και γ) τη συμφωνία περί ζητημάτων υδρο-οικονομίας.

Ως προς την Πρώην Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας αναφέρεται ότι αποτελεί ένα κράτος που διαλύθηκε και το διαδέχθηκαν άλλα, μικρότερα κράτη, τα οποία έχουν το καθένα το δικό του νομικό σύστημα. Εν προκειμένω, «αναβιώνει» ένα διαλυθέν κράτος και μαζί με αυτό μια σειρά από διμερείς συνθήκες των οποίων το περιεχόμενο δεν παρατίθεται καν και αφορά τον ζωτικό τομέα της δικαιοσύνης. Συνεπώς, παραμένει μια πολύ προβληματική διάταξη.

ζ) Οι προβληματικές διατάξεις των άρθρων 8-16 που αφορούν καίριους κρατικούς τομείς 

   Διαβάζοντας τα άρθρα αυτά, συνειρμικά ο αναγνώστης ανατρέχει συνειρμικά στο ενωσιακό δίκαιο, διότι σχεδόν σε όλες τις παραγράφους γίνεται η χρήση όρων όπως:ίδρυση «Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας», «Κοινή Υπουργική Επιτροπή», «συνεκτικός», «συνέργειες», «συνεργασία», «ενίσχυση», «αμοιβαία», «κοινότητες», «επέκταση», και «κοινός». Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στους τομείς της εκπαίδευσης, της παιδείας, του πολιτισμού, της συνεργασίας στο πλαίσιο διεθνών και περιφερειακών οργανισμό και φόρα, της πολιτικής και κοινωνικής συνεργασίας, της επιστήμης, της έρευνας της τεχνολογίας, της υγείας, των μεταφορών, της αστυνομίας, της πολιτικής προστασίας, της αμυντικής και συνεργασίας.

Όσον αφορά τους τομείς της εκπαίδευσης, της παιδείας, του πολιτισμού, της συνεργασίας στο πλαίσιο διεθνών και περιφερειακών οργανισμό και φόρα, της πολιτικής και κοινωνικής συνεργασίας, της επιστήμης, της έρευνας της τεχνολογίας, της υγείας και των μεταφορών τονίζεται ότι η χώρα μας έχει περιέλθει εδώ και δέκα έτη σχεδόν σε κατάσταση οικονομικής ύφεσης με ανεπανόρθωτες έως και δυσχερώς επανορθώσιμες συνέπειες. 

    Επί παραδείγματι, η χώρα μας βρίσκεται σε τέλμα, με την ανεργία να έχει φθάσει στα υψηλότερα επίπεδα από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία της χώρας. Ακόμη, απότοκα της οικονομικής ύφεσης είναι η έλλειψη ρευστότητας για την κινητικότητα των συναλλαγών, η έλλειψη επαρκών χρηματικών πόρων για την κάλυψη βασικών αναγκών στου τομείς της δημόσιας υγείας, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης καθώς και της παιδείας, η αύξηση του κόστους διαβίωσης και η αντιστρόφως ανάλογη υπερχρέωση των νοικοκυριών από δάνεια και οφειλές. 

Στα αποτελέσματα αυτά προστίθενται η δυσβάστακτη φοροεισπρακτική κρατικής πολιτική, η μείωση μισθών και συντάξεων. Ακόμη, πολύ σημαντικά προβλήματα αποτελούν η αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης και η λαθρομετανάστευση τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε κυβερνητικό επίπεδο και παρόλα αυτά η χώρα μας έχει επωμιστεί στις πλάτες της και αυτό το βάρος. Στα προβλήματα της χώρας είναι απαραίτητο να προστεθεί και το ζήτημα της αποκατάστασης των βλαβών και των ζημιών που επήλθαν από την φονική πυρκαγιά στο Μάτι το περασμένο καλοκαίρι.

   Επίσης, δημιουργείται μια πλειάδα προβλημάτων στις εμπορικές σχέσεις από την καταχώριση του ονόματος της «Μακεδονίας» με βάση το δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Για τα ζητήματα αυτά, οι επιχειρήσεις και οι εταιρίες πιθανώς να προσφύγουν δικαστικά στα αρμόδια αστικά δικαστήρια για την επίλυσή τους. Αναμφίβολα, με βάση όλα αυτά, η χώρα μας δεν θα μπορούσε να παρέχει το υλικό και την τεχνογνωσία για την κάλυψη των αναγκών και μιας άλλης χώρας, η οποία βρίσκεται σε χειρότερη οικονομικά θέση από την δική μας και μάλιστα διάκειται εχθρικά προς τα εθνικά μας συμφέροντα, εκφράζοντας αλυτρωτικές τάσεις κι έχοντας συνεχώς προκλητική συμπεριφορά.

  Ακόμη, όσον αφορά τους τομείς της αστυνομίας, της πολιτικής προστασίας, της αμυντικής και συνεργασίας, αυτοί αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της κρατικής λειτουργίας ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου και φυσικά δεν θα μπορούσαν να εκχωρηθούν σε ένα άλλο κράτος, είτε εν όλω, είτε εν μέρει. Οι τομείς αυτοί αποτελούν προέκταση της εκτελεστικής λειτουργίας του κράτους (άρθρα 1, 26§2 και έμμεσα από το άρθρο 23§2 υποπερ.2 εδ. α΄ Σ) και απορρέουν από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος, έτσι όπως θεμελιώνονται στο Σύνταγμα. Οι αρχές αυτές αφορούν τη νομιμοποιητική και την εγγυητική λειτουργία του πολιτεύματός μας και συνδέονται άρρηκτα με την αρχή της νομιμότητας.

  Έτσι λοιπόν, οποιουδήποτε είδους δεσμεύσεις της χώρας μας ως κράτους για τους τομείς αυτούς, οι οποίοι είναι ζωτικής σημασίας για την υπόσταση και την λειτουργία του υπάρχουν μόνο σε ενωσιακό επίπεδο και μόνο δυνάμει των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

III) Η παραβίαση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, του αντιπροσωπευτικού συστήματος και των δημοκρατικών αρχών του πολιτεύματος από την υπογραφή της συμφωνίας

α)  Ο παραπλανητικός όρος «πεπεισμένα» της συμφωνίας

Αρχικά, προβληματικός είναι και ο όρος «πεπεισμένα» που αφορά τα δύο μέρη της συμφωνίας, στο άρθρο 12§2 της συμφωνίας. Εδώ και έναν χρόνο ο ελληνικός λαός εκφράζεται ένθερμα ενάντια σε αυτήν την συμφωνία με συλλαλητήρια που διοργανώθηκαν από τις Παμμακεδονικές οργανώσεις αλλά και από συλλόγους ολόκληρης της Ελλάδας. Ακόμη, έγιναν ομιλίες, χρήση αδιάσειστων επιχειρημάτων για την ελληνικότητα της Μακεδονίας με την χρήση ιστορικών βιβλίων από έγκριτους επιστήμονες που αποκαλύπτουν την αλήθεια.

  Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση μολονότι προβάλλει ως επιχείρημα της επικύρωσης της συμφωνίας την εξάλειψη του εθνικού διχασμού και του μίσους, αντιθέτως έχει σπείρει και έχει καλλιεργήσει και τον εθνικό διχασμό και το κοινωνικό μίσος στο εσωτερικό της χώρας μας. Επίσης, κυβερνητικά μέλη παρέφρασαν κατά το δοκούν την έννοια του «πατριωτισμού» και χαρακτήρισαν όλους όσους αντιτίθενται σε αυτήν την συμφωνία ως «φασίστες», «ακροδεξιούς», αναφερόμενοι με αυτούς τους χαρακτηρισμούς ακόμη και απέναντι σε ανήλικα τέκνα που διαμαρτυρήθηκαν με πορείες και καταλήψεις στα σχολεία τους.  Σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου όμως, ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί οφείλουν να υπηρετούν τον λαό, να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές επιταγές, να καλύπτουν τις ανάγκες του και να δρουν με βάση την αρχή της νομιμότητας και όχι της σκοπιμότητας.

β)Το σύστημα επικύρωσης των διεθνών συνθηκών στην χώρα μας

Σύμφωνα με την θεωρία, «η σύναψη διεθνών συνθηκών από την Ελλάδα και η ισχύς τους στο εσωτερικό δίκαιο ρυθμίζεται από τις- διατυπωμένες με χαρακτηριστικά κακότεχνο, αν μη και γριφώδη, τρόπο- διατάξεις των άρθρων 28§1 και 36§§1-4 Σ». [Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 184-185]

Στο άρθρο 36 Σ ορίζεται ότι: «1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Kράτους το επιτρέπουν. 
2. Oι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει. 
3. Mυστικά άρθρα συνθήκης δεν μπορούν ποτέ να ανατρέψουν τα φανερά.
4. H κύρωση διεθνών συνθηκών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης κατά το άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 4».

   Σύμφωνα με την θεωρία, «εν μέρει διαφορετικό από το ζήτημα της σύναψης μιας διεθνούς συνθήκης και της συνακόλουθης ανάληψης υποχρεώσεων σε διεθνές επίπεδο εκ μέρους των συμβαλλόμενων κρατών είναι το ζήτημα της ενσωμάτωσής της στο εσωτερικό δίκαιο καθενός από αυτά. Εάν το εθνικό Σύνταγμα (όπως το δικό μας δηλαδή) προβλέπει ότι πριν από την επικύρωση της συνθήκης, συνήθως από τον αρχηγό του κράτους, πρέπει να υπάρξει συγκατάθεση του κοινοβουλίου, τότε η τελευταία παρέχεται κατά κανόνα με τη μορφή νόμου ο οποίος κυρώνει τη σύμβαση και ταυτόχρονα τη μετατρέπει και σε εσωτερικό δίκαιο. [..] Ούτε η Σύμβαση της Βιέννης ούτε κάποιος άλλος (εθιμικός) κανόνας του διεθνούς δικαίου επιτάσσουν την ενσωμάτωση αδιακρίτως όλων των διεθνών συνθηκών στις εθνικές έννομες τάξεις των συμβαλλόμενων κρατών. Πολύ περισσότερο δεν υφίστανται πάγιες επιταγές του διεθνούς δικαίου σε σχέση με το επίπεδο τυπικής ισχύος των συνθηκών στο εσωτερικό δίκαιο μετά την ενδεχόμενη ενσωμάτωσή τους.  

 Βέβαια το άρθρο 27 της ΣτΒ ορίζει ότι τα κράτη καταρχήν δεν μπορούν να επικαλεσθούν διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου για να αποφύγουν την εκπλήρωση των διεθνών τους υποχρεώσεων. Ωστόσο πρόκειται για μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος, ενώ η επιλογή των μέσων γι’ αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών».[Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 185-186]

  Ακόμη, με βάση το άρθρο 2§2 Σ ορίζεται ότι «2. H Eλλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών». Επίσης, στο άρθρο  28§1 ορίζεται ότι: «1. Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

 H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (ήτοι 180 συν ένας). 3. H Eλλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας». Επιπλέον, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 ορίζεται ότι αυτό «αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», όπως η ερμηνευτική δήλωση προστέθηκε με το Ψήφισμα της 6.4.2001.

  Σύμφωνα με την θεωρία η διάταξη του άρθρου 28§1 Σ «ρυθμίζει μεταξύ άλλων το θέμα της ισχύος στην εθνική έννομη τάξη των διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί με τυπικό νόμο και επικυρωθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (αυτό υπονοεί η αδόκιμη έκφραση «από την επικύρωσή τους με νόμο»). Ο όρος «συμβάσεις» σημαίνει κάθε συμφωνίαη οποία συνομολογείται γραπτά μεταξύ της Ελλάδας και ενός ή περισσότερων ξένων κρατών και διέπεται από το διεθνές δίκαιο, ανεξάρτητα από το αν περιέχεται σε ένα ή περισσότερα έγγραφα, από την ονομασία των εγγράφων αυτών και από το αν η χώρα μας ήταν εξαρχής συμβαλλόμενη ή προσχώρησε αργότερα (πρβλ. και το άρθρο 2§1§α της ΣτΒ, «(α) Διά του όρου «συνθήκη» νοείται διεθνής συμφωνία, συνομολογουμένη μεταξύ κρατών, εις έγγραφον τύπον και διεπομένη υπό του Διεθνούς Δικαίου, ανεξαρτήτως εάν περιλαμβάνεται εις εν, δύο ή πλείονα έγγραφα και ανεξαρτήτως της ειδικής αυτής ονομασίας».

    «Προϋπόθεση της ισχύος της σύμβασης στο εσωτερικό δίκαιο κατά το άρθρο 28§1 Σ είναι, πέρα από την (κύρωση και) επικύρωσή της, η θέση της σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους της ίδιας. Για την ταυτότητα του λόγου μπορεί να γίνει δεκτό ότι για οποιαδήποτε αιτία, η παύση της ισχύος της από την άποψη του διεθνούς δικαίου έχει ως αυτόθροη συνέπεια ότι η σύμβαση παύει να ισχύει και στην ελληνική έννομη τάξη, έστω κι αν δεν έχει καταργηθεί ακόμη ο κυρωτικός της νόμος». [..] Μόνο αν η αντίθεση μεταξύ Συντάγματος και διεθνούς σύμβασης είναι τόσο προφανής και ευθεία, ώστε να καθίσταται ερμηνευτικά αγεφύρωτη, ο Έλληνας δικαστής μπορεί ν’ αφήσει τη σύμβαση ανεφάρμοστη». Μπορεί δηλαδή ο Έλληνας δικαστής να προβεί σε μια contralegem ερμηνεία, σε περίπτωση που η επίμαχη διάταξη της διεθνούς σύμβασης δεν συμφωνεί ή δεν βρίσκεται σε αρμονία με την συνταγματική διάταξη και να μην την εφαρμόσει, κατά παρέκκλιση από την πυραμιδοειδή ιεραρχία των πηγών του δικαίου.

  «Την τελική λύση αποτελεί τότε είτε η καταγγελία της σύμβασης είτε η αναθεώρηση του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, διατάξεις διεθνών συμβάσεων που κινούνται στον ίδιο θεματικό κύκλο προς συνταγματική διάταξη, χωρίς ν’ αντίκεινται σ’ αυτήν, ισχύουν και υποχρεώνουν σε συμμόρφωση τον κοινό νομοθέτη». Αποτέλεσμα της διαφοράς τυπικής ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 Σ μεταξύ διεθνούς σύμβασης και νόμου είναι ο δικαστικός έλεγχος της «αντισυμβατικότητας του τελευταίου, ο οποίος είναι διάχυτος και παρεμπίπτων, κατ’ αναλογία του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Ο έλεγχος αυτός οφείλει να γίνεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, αφού οι κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου (iusnovitcuria).  [.] Λόγω περιορισμού του ελέγχου της συμβατικότητας των νόμων μπορεί να αποτελέσει η φύση μιας διεθνούς σύμβασης και ειδικότερα η ανάγκη τυχόν εξειδίκευσης και συμπλήρωσης των ρυθμίσεών της από κανόνες του εσωτερικού δικαίου ή το γεγονός ότι αυτή αφορά αποκλειστικά τις διακρατικές σχέσεις και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες».[Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 190-192]

 Επιπρόσθετα, ως προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας δέον είναι να εκτεθούν τα κάτωθι αναφερόμενα. Σύμφωνα με το άρθρο 1§§2 και 3 Σ ορίζεται ότι: « 2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.
3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».  Στη θεωρία διατυπώνεται ότι οι διατάξεις αυτές «συμπληρώνουν τη διακήρυξη της δημοκρατικής μορφής του πολιτεύματος στην §1 του ίδιου άρθρου  με τη ρητή καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της προέλευσης της εξουσίας από τον λαό. [.] Ο λαός είναι η παρούσα, σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, διάσταση του έθνους και επομένως μπορεί να ταυτισθεί προς αυτό για κάθε πρακτική συνέπεια. [..] Λαός με την ευρεία έννοια του όρου είναι το σύνολο των πολιτών, ενώ με τη στενή έννοια όσοι από αυτούς διαθέτουν το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα (άρθρο 51§3 Σ), δηλ, το εκλογικό σώμα».[..]

  Επίσης, «η λαϊκή ετυμηγορία είναι νομιμοποιημένη καθεαυτή, ως προερχόμενη από τον κυρίαρχο. Δεν είναι απλή απόφανση, στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων, είναι γνήσια απόφαση, όπου το βουλητικό στοιχείο είναι αδιαμφισβήτητα το υπερέχον και καθοριστικό: Ο λαός μπορεί καταρχήν να θέλει ό,τι θέλει, αρκεί πραγματικά να το θέλει, μέσα βέβαια στα συνταγματικά πλαίσια. Ένας λαός ο οποίος ασφαλώς δεν μπορεί να νοηθεί ως πλασματική οντότητα, αλλά ως κοινωνικό σύνολο hicetnunc, με τις διακρίσεις, τις διαιρέσεις και τις αντιθέσεις του». [..]

 Παράλληλα, «σ’ ένα δημοκρατικό πολίτευμα τα περιθώρια επιβολής των νόμων δεν είναι απεριόριστα και ότι, αν το πολιτικό και κοινωνικό κόστος της επιβολής αυτής αποδεικνύεται υπερβολικό, η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που τη στηρίζει μπορεί να υποχρεωθούν σε αναδίπλωση». Μάλιστα, η λαϊκή κυριαρχία ως συνταγματική αρχή έχει περισσότερο αρνητικό παρά θετικό περιεχόμενο. Με άλλες λέξεις, λαϊκή κυριαρχία δεν σημαίνει υποκατάσταση του ενιαίου πόλου εξουσίας που συγκροτούν, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος, η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη θέση του πάλαι ποτέ κυρίαρχου μονάρχη.[..] Το θετικό περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας θα μπορούσε να το εντοπίσει κανείς στο ότι η άσκηση πολιτικής εξουσίας κατά κανόνα (οφείλει να) συνδέεται προς την ύπαρξη αντίστοιχης πολιτικής ευθύνης απέναντι στον κυρίαρχο λαό, δηλ. στην αρχή της υπεύθυνης διακυβέρνησης (responsiblegovernment)». [Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 243-249]

IV) Επιλογικά

Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο 44§2 Σ διατυπώνεται ότι: «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Kανονισμός της Bουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Bουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο».

 Σύμφωνα με την θεωρία «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει, όπως καθίσταται σαφές από την ίδια τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 44§2, αρμοδιότητα ελέγχου της σκοπιμότητας ή της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων προκήρυξης δημοψηφίσματος ,ούτε συναποφασίζει για το περιεχόμενο του ερωτήματος προς το εκλογικό σώμα. Η συμμετοχή του εξαντλείται στον έλεγχο του αν συνέτρεξαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις (δηλ. αν έχει ληφθεί απόφαση της Βουλής με την απαιτούμενη πλειοψηφία) και βέβαια ενόψει του άρθρου 120§4 Σ και του ότι δεν πρόκειται για απαγορευμένο συνταγματικό δημοψήφισμα».  [Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 415-416]

Επίσης, οι έννοιες του «κρίσιμου εθνικού θέματος» ή του ψηφισμένου νομοσχεδίου που ρυθμίζει κοινωνικό ζήτημα αρκετά «σοβαρό», δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στη κρίση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 100§1 περ. β΄ Σ και τα άρθρα 35επ. ν.345/1976. «Αμφότερες οι έννοιες είναι από τη φύση τους απρόσφορες για να χρησιμεύσουν ως κριτήρια δικαστικού ελέγχου, ενώ και το ίδιο το άρθρο 44§2 Σ, φαίνεται να θέλει να αναθέσει τη λήψη της απόφασης, για το αν συντρέχουν ή όχι αυτές οι προϋποθέσεις, κυριαρχικά στη Βουλή, με ειδικές άλλωστε πλειοψηφίες». [Κώστας Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έτος 2003, σελ. 416]

Δυνάμει των ανωτέρω, έπρεπε και πρέπει να δοθεί στον ελληνικό λαό το αναφαίρετο αυτό δικαίωμα να αποφασίσει μέσω δημοψηφίσματος για το «κρίσιμο εθνικό θέμα» της παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια. Σύμφωνα με την γνωστή λατινική ρήση του σπουδαίου νομομαθούς Κικέρωνα, «saluspopulisupremalexesto», δηλαδή η σωτηρία του λαού είναι ο υπέρτατος νόμος σε μια δημοκρατικά ευνομούμενη πολιτεία. Είναι υποχρεωτικό και αναγκαίο το να διαφυλάσσεται ιστορία του, η παράδοσή του, η θρησκεία, η γλώσσα και ο πολιτισμός του, καθώς χωρίς αυτά θα παύει να υφίσταται ως αυθύπαρκτο μόρφωμα και θα καταστεί  αποκλειστικό υποχείριο πολιτικών σκοπιμοτήτων με αβέβαιες μελλοντικές συνέπειες. Τις συνέπειες αυτές βέβαια θα τις κρίνουν οι ιστορικοί του μέλλοντος.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος