Σεισμός είναι η αισθητή ανατάραξη της επιφάνειας ενός ουράνιου σώματος λόγω απότομων μετακινήσεων μαζών, που συνοδεύεται από σεισμικά κύματα που μεταφέρουν την ενέργεια του σεισμού. Σε πλανήτες με στερεό φλοιό, όπως η Γη, οι σεισμοί προκαλούν ανατάραξη της επιφάνειας του φλοιού και ο σεισμός γίνεται έτσι αισθητός από τους ανθρώπους.

Η πολύνεκρη σεισμική δόνηση που σημειώθηκε στις 20 Ιουνίου του 1978 με επίκεντρο τις λίμνες του Αγίου Βασιλείου και Βόλβης συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια αλλά κυρίως τη Βόρεια Ελλάδα. Μεγέθους 6,5 της κλίμακα Ρίχτερ και με ένταση 8 έως 9 της κλίμακα Μερκάλι. Ο σεισμός αυτός αποτέλεσε τον πρώτο μεγάλο σεισμό που προσέλαβε μια σύγχρονη ελληνική πόλη με άμεσα οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Εκτός από τη Θεσσαλονίκη ο σεισμός προκάλεσε ζημιές και στις γύρω περιοχές.

Όπως ήταν αναμενόμενο με την εκδήλωση του σεισμού επικράτησε πανικός και χάος στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοι της πόλης οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη των σπιτιών τους και στην φυγή για ένα ασφαλέστερο μέρος. Εκείνη τη νύχτα στη συμπρωτεύουσα η κρατική μηχανή είχε «ρετάρει» και το σχέδιο εκτάκτων αναγκών «Ξενοκράτης» ήταν νεκρό γράμμα.

Στη Θεσσαλονίκη, μία οκταόροφη πολυκατοικία στην πλατεία Ιπποδρομίου κατέρρευσε, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 29 από τους ενοίκους της. Άλλοι 20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των θυμάτων του σεισμού της 20ης Ιουνίου να φθάσει τους 49. Οι τραυματίες ανήλθαν σε 220. Οι υλικές ζημιές ξεπέρασαν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ με σημερινές τιμές. 9.480 οικοδομές υπέστησαν μη επισκευάσιμες βλάβες (3.170 στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ των οποίων 35 σχολεία), 23.589 σοβαρότερες βλάβες (13.918) και 67.541 ελαφρότερες (49.071 στη Θεσσαλονίκη). Σημαντικές φθορές υπέστησαν και τα βυζαντινά μνημεία της πόλης, που είχαν να συντηρηθούν από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης ήταν πρωτόγνωρος και για τους κατοίκους και για το κράτος της μεταπολίτευσης, καθώς ήταν από τους ελάχιστους καταστροφικούς που έχουν σημειωθεί σε τόσο μεγάλο αστικό κέντρο, προκαλώντας καταρρεύσεις κτιρίων. Αμέσως μετά τον σεισμό, η κρατική μηχανή προσπάθησε να κινητοποιηθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ωστόσο, υπάρχουν μάρτυρες που ανέφεραν ειδικά για την πολυκατοικία της Ιπποδρομίου ότι δεν στήθηκε επιχείρηση διάσωσης των εγκλωβισμένων, αλλά επιχείρηση καθαρισμού. Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης ήταν η αφορμή για να καθιερωθεί το μαρκάρισμα των κτιρίων με κόκκινο, κίτρινο και πράσινο χρώμα, ανάλογα με τις ζημιές που είχαν υποστεί και το κατά πόσο ήταν κατοικήσιμα ή όχι, σύστημα που χρησιμοποιείται έως και σήμερα.

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ
Ο σεισμός παρέλυσε όλη τη Βόρεια Ελλάδα , αλλά η Θεσσαλονίκη ήταν αυτή που υπέστη και τις περισσότερες ζημιές. Οι ζημιές ήταν έντονες στη ζώνη μεταξύ του Σιδηροδρομικού Σταθμού και της Έκθεσης, κυρίως στην παραλιακή περιοχή ενώ η συχνότητα των βλαβών μειωνόταν καθώς κανείς κατευθυνόταν προς την Άνω Πόλη ή προς ανατολικά και δυτικά. Χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους. Η αυτόνομη κάλυψη των βασικών αναγκών ήταν σχεδόν αδύνατη, ενώ σημειώθηκε ζήτημα για την καταλληλότητα του πόσιμου νερού.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Την άλλη μέρα οι μηχανικοί αυτό-επιστρατεύτηκαν. Προτεραιότητα δόθηκε στον καθαρισμό της πόλης από τα μπάζα και την άμεση κατεδάφιση επικίνδυνων στοιχείων των υποδομών. Ταυτοχρόνως οργανώθηκε η μεγάλη εκστρατεία ελέγχων κτιρίων στην οποία εντάχθηκαν όλοι οι μηχανικοί της πόλης, υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες. Έργο τους ήταν η διαπίστωση του επικινδύνου ή μη, η κατάταξη σε κατηγορίες, η έκδοση της μετασεισμικής ταυτότητας του κτιρίου (πράσινο, κίτρινο, κόκκινο). Βαρύτητα δόθηκε, ακόμα, στην προσωρινή στέγαση όσων έχασαν τα σπίτια τους, την αποκατάσταση του ρυθμού ζωής στην πόλη, καθώς και την προσωρινή ενίσχυση σεισμοπλήκτων οικογενειών και επιχειρήσεων, που ξεκίνησαν από το μηδέν.

ΤΑ ΘΕΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ
“Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ο σεισμός αυτός που έδωσε το έναυσμα, την δυνατότητα να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα το θέμα”. Όπως είπε ο κ. Καρακώστας, όσον αφορά τη σεισμολογία μετά τη γέννηση του σεισμού εγκαταστάθηκε ένα σεισμολογικό δίκτυο στην πόλη , σε γύρω πόλεις και χωριά.” Ήταν κάτι πολύ καινούργιο για την Ελλάδα. Ένας πολύ μοντέρνος για την εποχή τρόπος. Το αστεροσκοπείο Αθηνών δεν είχε τόσο ανεπτυγμένη τεχνολογία. Μπήκαν οι βάσεις της σεισμολογίας στη Θεσσαλονίκη αλλά έπαιξε όλη αυτή η εξέλιξη ένα σημαντικό ρολό στην εξέλιξη της σεισμολογίας στην Ελλάδα”. Σύμφωνα με τον καθηγητή Σεισμολογίας του ΑΠΘ, ο αντισεισμικός κανονισμός εκείνη την εποχή ήταν δεν ήταν αυτός που απαιτούσαν οι ανάγκες, καθώς υπήρχε αντισεισμικός κανονισμός από το 1950 και μέχρι το 1978 δεν υπήρχε καμιά βελτίωση .”Σταδιακά ακολούθησαν πολλές αλλαγές βελτίωσης του αντισεισμικού κανονισμού που τον καθιστούν σύγχρονο”, τονίζει ο κ. Καρακώστας.

Τζίνα Σαμπάνη, Δημοσιογράφος