Το τελευταίο χρονικό διάστημα αναφέρεται σχεδόν παντού το όνομα της Τουρκίας και η συμμετοχή της σε ζητήματα που αφορούν τη διεθνή κοινότητα. Τον τελευταίο καιρό έχει παρατηρηθεί ότι η Τουρκία προβαίνει σε προκλητικές κινήσεις με σκοπό την διεύρυνση του ρόλου της στην γεωπολιτική σκηνή. Η αγορά των ρωσικών συστημάτων αεράμυνας S-400, η εισβολή στη βορειοανατολική Συρία, ο ρόλος της στη Λιβύη, οι γεωτρητικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο και η μετατροπή ενός μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, Αγία Σοφία σε τζαμί έχουν προκαλέσει την διεθνή κοινή γνώμη και κυρίως αυτή της Αμερικής.

Παρά τη συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των προέδρων Τουρκίας και Αμερικής, οι σχέσεις των δύο χωρών χαρακτηρίζονται από  τα πάνω και τα κάτω τους. Με όλα τα παραπάνω γεγονότα να βρίσκονται στο προσκήνιο, είναι φανερό ότι το συμφέρον της τουρκικής κυβέρνησης δεν συμφωνεί πάντα με αυτό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Επομένως, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αρχή της επιδείνωσης των μεταξύ τους σχέσεων.

Οι δύο χώρες ανέπτυξαν διπλωματικές σχέσεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν η Τουρκία αποφάσισε να συμμετάσχει με την πλευρά των Συμμαχικών Δυνάμεων. Πιο στενούς δεσμούς ανέπτυξαν μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και τη χορήγηση του Σχεδίου Μάρσαλ σε αυτή και την Ελλάδα. Παράλληλα στις αρχές της δεκαετίας του 50’ έγινε μέλος του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ. Έκτοτε έχει συμμετάσχει σε πληθώρα πολέμων στο πλευρό των Αμερικανών όπως στον πόλεμο της Κορέας, του Αφγανιστάν και  του Ιράκ. Η γεωγραφική θέση της Τουρκίας καθώς και η στρατιωτική της ισχύ την κατέστησαν ως έναν σημαντικό σύμμαχο.

Σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις Αμερικής-Τουρκίας

Πέρυσι μέσα Ιουλίου ο Τούρκος Πρόεδρος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για την αγορά των υπερσύγχρονων ρωσικών S-400. Με την ενεργοποίηση τους, η Άγκυρα στέλνει το δικό της μήνυμα διαθέτοντας πλέον το δικό της αυτόνομο αμυντικό σύστημα. Από την πλευρά της Ουάσινγκτον υπάρχουν επανειλημμένες προειδοποιήσεις για κυρώσεις εάν η Άγκυρα δεν ακυρώσει τελείως το πρόγραμμα των S-400. Επιπλέον κατέστη ξεκάθαρο ότι παράλληλα με την αγορά θα σταματήσει η συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και στο σύστημα Patriot.

Η τουρκική εισβολή με όνομα «Πηγή Ειρήνης» στη Συρία πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Οκτωβρίου 2019 με στόχο την εκκαθάριση της περιοχής από τρομοκράτες και συνεπώς από τους Κούρδους. Σε αυτή την κατακριτέα κίνηση της Τουρκίας ο Τραμπ αντί να αντιδράσει, απομάκρυνε τα αμερικανικά στρατεύματα συμβάλλοντας έμμεσα  στην υλοποίηση της εισβολής. Από πλευράς του ο Ερντογάν εξέλαβε το γεγονός αυτό ως  εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος καίρια δεν επέλεξε να πλήξει την Τουρκία διότι στη περιοχή της Συρίας εμπλέκονται έντονα η Ρωσία και το Ιράν. Δύο χώρες που δεν επιθυμούν την οποιαδήποτε κίνηση που θα μπορούσε να απειλήσει την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Συνεπώς, αυτό οδηγεί στη εκτίμηση να δημιουργηθεί ένταση στις ρώσο-τουρκικές σχέσεις. Παρόλα αυτά ο Τραμπ απείλησε στην περίπτωση που οι Τούρκοι ξεπεράσουν τα όρια τα οποία θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στους Κούρδους, θα καταπνίξει την τουρκική οικονομία.

Παράλληλα με τις παραπάνω ενέργειες ο Τούρκος πρόεδρος δεν χάνει ευκαιρία να εμπλακεί και στα εσωτερικά προβλήματα της Λιβύης. Στηρίζοντας την κυβέρνηση του Φαγεζ Αλ Σαρατζ, ο ρόλος της Τουρκίας όλο και αυξάνεται  ιδίως μετά την υπογραφή του μη αναγνωρισμένου Τουρκολιβυκού Συμφώνου. Το σύμφωνο προβλέπει συνεργασία και επέκταση των θαλάσσιων ορίων χωρίς να μπορούν να επέμβουν τρίτες χώρες όπως η Αίγυπτος και η Ελλάδα.

Η Αμερική δεν είχε ιδιαίτερη συμμετοχή στα γεγονότα καθ’ όλης της διάρκειας του Λιβυκού εμφυλίου. Η έξαρση του ενδιαφέροντος των ευρωπαϊκών χωρών και η προσπάθεια της Ρωσίας να ασκήσει την επιρροή της οδήγησαν τις ΗΠΑ να αναλάβουν έναν πιο ενεργό ρόλο. Καθώς η Τουρκία και η Ρωσία τάσσονται σε αντίθετα στρατόπεδα, με την Ρωσία  να βρίσκεται στο πλευρό του αξιωματικού Χαλίφα Χάφταρ, η Αμερική αναμένει μια επιδείνωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων και για αυτό τον λόγο δίνει έμμεσα το «πράσινο φως» στην Τουρκία να συνεχίσει.

Σε αντίθεση με όλα αυτά, οι ΗΠΑ παίρνουν ξεκάθαρη θέση και στηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και τα δικαιώματα στην ΑΟΖ της. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατακρίνει τις γεωτρήσεις του τουρκικού Γιαβούζ  και δηλώνει τις δραστηριότητες ως προκλητικές και παράνομες. Προτρέπει στο να λύσουν τα ανοιχτά θέματα οι χώρες μόνες τους αλλά δεν θα διστάσει να παρέμβει όταν θα θεωρηθεί ανάγκη. Την ανοιχτή της στήριξη στέλνει και στην Ελλάδα μετά την απόφαση του τουρκικού ΣτΕ της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και μεγάλα ονόματα της Αμερικανικής πολιτικής είχαν στείλει επιστολές επισημαίνοντας να διατηρηθεί ο μουσειακός χαρακτήρας του κτιρίου διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την πολυθρησκευτικότητα του. Η απογοήτευση όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών δεν άργησε να φανεί μετά τη επίσημη απόφαση.

Επιπτώσεις στην Ελλάδα

Φυσικά την Ελλάδα την συμφέρει μια ενδεχόμενη ρήξη στις σχέσεις Αμερικής-Τουρκίας διότι θα αντικαταστήσει το κενό που θα αφήσει η Τουρκία και θα αυξηθεί η αμερικανική στήριξη απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Όλες σχεδόν οι αποφάσεις και κινήσεις της Άγκυρας δεν αφήνουν αδιάφορη την Αθήνα καθώς την επηρεάζουν.

Έντονη είναι η ανησυχία της σχετικά με την εισβολή στην Συρία αφού η οποιαδήποτε σύγκρουση θα δημιουργήσει ένα νέο κύμα προσφύγων. Γνωρίζουμε από πρώτο χέρι ότι αυτό το νέο κύμα θα επιφέρει άλλη μια κρίση στο εσωτερικό της Ελλάδας η οποία δεν θα ξέρει πώς να διαχειριστεί τις νέες ροές. Στο ανοιχτό μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα στηρίζει ανελλιπώς την Κυπριακή Δημοκρατία και μέσω νέων συμφωνιών προσπαθούν να δημιουργήσουν στενές σχέσεις με γειτονικές χώρες για να αντιμετωπίσουν τις δραστηριότητες του Τούρκου προέδρου.

Η υπογραφή για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου East Med μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ είναι μία από αυτές τις συμφωνίες. Η συμφωνία θα επιφέρει την συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή και αποσκοπεί στην σταθερότητα. Άλλωστε, υποστηρικτής είναι και η Ευρωπαϊκή Ένωση αφού βγαίνει κερδισμένη με την παροχή του φυσικού αερίου. Επιπλέον η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε να συνάψει συμφωνία με την Ιταλία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ τους. Ενώ με την συμπαράσταση πολλών χωρών προετοιμάζει κυρώσεις έναντι της τουρκικής κυβέρνησης  για την απόφαση  της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί.

Απρόβλεπτη πολιτική

Η τουρκική εξωτερική  πολιτική χαρακτηρίζεται απρόβλεπτη αφού κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις επόμενες κινήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος επιδιώκει να έχει καλές σχέσεις και με τις ΗΠΑ αλλά ταυτόχρονα και με την Ρωσία. Αυτό όμως δημιουργεί προβληματισμούς στις περιπτώσεις που πρέπει να διαλέξει πλευρά. Όσες φορές και απειλήσει ο Αμερικανός πρόεδρος με κυρώσεις ή καταστροφή της οικονομίας αυτά παραμένουν μόνο στα λόγια. Ο Τραμπ δεν στοχεύει στη ρήξη των σχέσεων με την Τουρκία. Δεν τον συμφέρει να χάσει έναν δυνατό σύμμαχο στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολής και πρωτίστως δεν επιδιώκει την επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή.

Προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, αυτό συμβαίνει και ανάμεσα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Τραμπ από την μια  πλευρά στηρίζει την Ελλάδα στα εθνικά της ζητήματα και καταδικάζει τις τουρκικές ενέργειες αλλά από  την άλλη δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια πέρα από τις προφορικές προειδοποιήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση μένει να παρακολουθεί στενά την σχέση των δύο χωρών και να εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις προκλητικότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν.

 

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος