Στην Ινδοκίνα, το 1964, ο πόλεμος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων βρισκόταν σε εξέλιξη για πάνω από δύο δεκαετίες, σε μια προσπάθεια καταστολής των λαών που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους. Την περίοδο αυτή η Γαλλία άρχισε να οπισθοχωρεί, καθώς μετά από τη βαριά της ήττα έπρεπε να αποχωρήσει από το Βιετνάμ. Τη θέση της ήρθε να πάρει μια άλλη υπερδύναμη και έτσι η Γαλλία θα αντικατασταθεί από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ καλούνται να παίξουν το ρόλο χωροφύλακα στο Βιετνάμ, προσπαθώντας να ανακόψουν την κοινωνική πρόοδο εκεί, παρόλα αυτά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Οι στρατιωτικές του επιχειρήσεις κατά του νοτιοβιετναμέζικου απελευθερωτικού μετώπου δεν κατάφερναν να φέρουν αποτελέσματα. Στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα, θα επιδιώξουν τότε να επεκτείνουν τον πόλεμο τόσο στη Λαϊκή Δημοκρατία, όσο και στο Βόρειο Βιετνάμ.
Το σχέδιό τους αυτούς είχε την ονομασία “Σχέδιο επιχείρησης 34Α” και τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Φεβρουαρίου. Αυτή ήταν η εναρκτήρια ημερομηνία ενός μυστικού πολέμου, με διαταγή του τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τζόνσον, έπειτα από συμφωνία με τον Υπουργό των Στρατιωτικών, Μακναμάρα.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο, «Η μυστική ιστορία του πολέμου στο Βιετνάμ – Τα απόρρητα έγγραφα του Πενταγώνου», η κλιμάκωση του σχεδίου έπρεπε να γίνει σε τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση περιλάμβανε την ενίσχυση των μυστικών επιδρομών με τη συγκαλυμμένη υποστήριξη των ΗΠΑ. Η δεύτερη περιλάμβανε τη ναρκοθέτηση περιοχών του Βορείου Βιετνάμ και αεροπορικούς βομβαρδισμούς από τις δυνάμεις του Νοτίου Βιετνάμ. Η τρίτη φάση περιλάμβανε τους καταιγιστικούς βομβαρδισμούς από το πολεμικό ναυτικό και τις αεροπορικές επιθέσεις από τις δυνάμεις των ΗΠΑ. Το Κογκρέσο δεν γνώριζε για την ύπαρξη αυτών των μυστικών επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα παραπλανήθηκε μέσω ενός σχεδίου που του ζητήθηκε να εγκρίνει την κατάλληλη στιγμή. Σύμφωνα με την απόφαση του Λευκού Οίκου, στις 25 Μαΐου το σχέδιο επέτρεπε στον Πρόεδρο την κήρυξη πολέμου κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Βιετνάμ. Την ίδια στιγμή είχε δημιουργηθεί ένας κατάλογος με 94 στόχους για αεροπορικές επιθέσεις στο Βόρειο Βιετνάμ.
Έτσι, περί τα τέλη Αυγούστου και κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Ουεστμόρλαντ, ναυτικές μονάδες από το Νότιο Βιετνάμ διεξήγαγαν επιχειρήσεις από ξηρά και από θάλασσα στο Βόρειο Βιετνάμ. Την ίδια στιγμή, στον κόλπο του Τονκίνο, πολύ κοντά σε αυτές τις επιχειρήσεις περιπολούσαν τα αντιτορπιλικά του αμερικανικού στρατού «Μάντοξ» και «Τέρνερ Τζόι». Τα δύο αυτά πλοία θα παίξουν το ρόλο δολώματος. Υπολόγισαν, λοιπόν , πως τα πλοία αυτά θα δεχόντουσαν επίθεση από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ και με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να βρουν την αφορμή για να αρχίσουν τις εναέριες επιθέσεις. Αυτό και έγινε. Στις 4 Αυγούστου και ώρα 9. 20 π.μ. το Πεντάγωνο ενημερώθηκε πως πρόκειται να γίνει επίθεση κατά των δύο πλοίων που ήταν αραγμένα στον κόλπο του Τονκίνο. Στο σήμα που δόθηκε τότε αναφέρονταν πως τα δύο αντιτορπιλικά είχαν υποκλέψει βορειοβιετναμέζικες ραδιοεκπομπές , στις οποίες υπήρχαν υπόνοιες για επικείμενη επίθεση στα αμερικανικά αντιτορπιλικά. Μέσα σε λίγη ώρα, στις 11π.μ., ένα νέο σήμα θα ενημέρωνε για εμπλοκή των αντιτορπιλικών σε ναυμαχία. Τα επόμενα λεπτά ήταν πολύ κρίσιμα, αφού ο Μανκαμάρα μαζί με το επιτελείο του αποφάσισαν για τα αντίποινα μέτρα που θα λάμβαναν. Παράλληλα, και στο Λευκό Οίκο λάμβανε χώρα και μια σύσκεψη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας. Το σχέδιο είχε τεθεί σε εφαρμογή και όλα οδηγούσαν στον αρχικό στόχο. Είχε δοθεί η αφορμή που θα έδινε το σήμα για την έναρξη των αεροπορικών βομβαρδισμών. Όλα τα αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης συνέβαλαν ενεργά στη διαμόρφωση ενός πολεμικού κλίματος, που θα δικαιολογούσε όλες τις ενέργειες που θα ακολουθούσαν. Ωστόσο, η κυβέρνηση μέχρι και την τελευταία στιγμή κράτησε καλά κρυμμένες τις προθέσεις της για έναρξη πολέμου, με την απόφαση του Τζόνσον να επικυρώνεται από το Κονγκρέσο στις 7 Αυγούστου. Το παιχνίδι είχε στηθεί και ο πόλεμος ήταν έτοιμος να επεκταθεί.
Το συμβάν στον κόλπο του Τονκίνο έμεινε καλά κρυμμένο, μέχρι να αποκαλυφθεί πολύ αργότερα το ότι ήταν εξαρχής κατασκευασμένο από τις αμερικανικές υπηρεσίες. Ο ίδιος ο ναύαρχος Σαρπ τη στιγμή που ανακοινώνονταν η είδηση για επίθεση κατά του «Μάντοξ» και του «Τέρνερ Τζόι», στις 4 Αυγούστου, είχε καλέσει τον υπουργό πολέμου, Μακναμάρα, για να ενημερώσει πως στη Χονολουλού επικρατούσε μεγάλη σύγχυση, καθώς δεν είχαν καθαρή εικόνα για τον αν είχε γίνει πράγματι επίθεση στα αντιτορπιλικά τους. Μυστικό κράτησαν και το ραδιοτηλεγράφημα του πλοιάρχου Χένικ, που βρισκόταν στο αντιτορπιλικό  «Μάντοξ». Το ραδιοτηλεγράφημα έγραφε: «Ο έλεγχος της επιχείρησης δημιουργεί αμφιβολίες για πολλές επαφές με τα ραντάρ και για τα φράγματα τορπιλών. Οι επιδράσεις του παράξενου καιρού και οι υπερδραστήριες υποκλοπές των ειδικών μπόρεσαν να αποτελέσουν το αίτιο μερικών ειδήσεων». Αξίζει να σημειωθεί  ότι  ανέφερε πως «δεν εντοπίστηκαν ύποπτες κινήσεις» από το «Μάντοξ». Όλα τα παραπάνω οδήγησαν και τον συγγραφέα του βιβλίου «Ο πόλεμος του Προέδρου», Άντονι Όστιν στο να βγάλει τελικά το συμπέρασμα πως δεν έγινε καμία επίθεση σε αμερικανικά πλοία, όπως είχε ισχυριστεί η κυβέρνηση Τζόνσον. Η Ουάσιγκτον ψάχνοντας την αφορμή έθεσε άμεσα το μηχανισμό επικίνδυνης κλιμάκωσης για την επέκταση του πολέμου στο Βιετνάμ. Έγινε έτσι η αρχή για έναν δεκαετή πόλεμο,  με πολλά αθώα θύματα, ο οποίος θα μπορούσε να γίνει το εφαλτήριο για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμό. Ινώ Τζημήκα, Δημοσιογράφος