Η Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ως Θεοτόκος και Μητέρα του φωτός ανέκαθεν στη συνείδηση της Ορθοδοξίας και του Καθολικισμού, κατείχε ιδιαίτερη θέση ως η «Τιμιωτέρα των Χειροβείμ και Ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», επειδή έτεκε αδιαφθόρως τον Θεόν Λόγο, δηλαδή τον Υιό του Θεού, γενόμενο άνθρωπο όμοιο με εμάς χωρίς αμαρτία. (Εβρ. δ΄ 15).

Ενώ η Υπεραγία κόρη της Ναζαρέτ τόσο υψώθηκε στη συνείδηση των Χριστιανών, ώστε απ’ αρχής να λογίζεται αυτή «μακαρία» (Λουκ. ια΄ 27), εν τούτοις περί της ζωής αυτής και κυρίως της ιδιωτικής, τίποτε δεν μας είναι γνωστό από τις γραφές, παρά μόνο από την Ιερά Παράδοση λίγα πράγματα. Έτσι, για τους γονείς της και την παιδική της ηλικία , η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει τίποτε ούτε θα μπορούσε να αναφέρει, εφόσον άλλα σπουδαιότερα και μέγιστα γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας, λόγω συντομίας, αποσιώπησε (Ιωαν. κ΄ 30, κα΄ 25). Τα κατά την παιδική ηλικία της Μαρίας γνωρίζουμε από την Ιερά Παράδοση, η οποία διασώθηκε στο λεγόμενο Απόκρυφο Ευαγγέλιο ή Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου και πρώτου Επισκόπου Ιεροσολύμων (Πραξ. ιε΄13 και Γαλ.α΄19), όπως του το απέδωσαν κάποιοι Χριστιανοί.

Όμως, η Χριστιανική Γραμματολογία παραδέχεται ότι το ως άνω Πρωτευαγγέλιο είναι έργο του 2ου αι. μ.Χ., ενώ ο Αδελφόθεος Ιάκωβος έζησε τον 1ο αι μ.Χ και ότι το έγραψε κάποιος ευσεβής Χριστιανός για να επισημοποιήσει την παράδοση περί της Θεοτόκου. Για να γίνει ο σκοπός του πιστευτός, έβαλε το όνομα του Ιακώβου του Αδελφοθέου (Δέρβου Γ. Χριστ. Γραμματολογία, τόμος. Γ΄, σελ 421). Παρά ταύτα, το Πρωτευαγγέλιο θεωρείται γνήσια διάσωση της παραδόσεως, διότι από αυτό άντλησαν οι πατέρες τα περί της παιδικής ηλικίας της Θεοτόκου, ενώ το χρησιμοποίησαν και οι υμνογράφοι ως πηγή εμπνεύσεως των ύμνων, οι οποίοι ψέλνονται στις καθιερωθείσες γιορτές της Θεοτόκου και των γονέων αυτής από την Εκκλησία.

Οι γεννήτορες της Θεομήτορος και Παρθένου Μαρίας ήταν ο Ιωακείμ και η Άννα, καταγόμενοι κατά την παράδοση, ο δε Ιωακείμ από την φυλή του Ιούδα και την βασιλική οικογένεια του Δαυίδ, η δε Άννα καταγόταν από την ιερατική φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας (Μ. Ωρολόγιον 8 Σεπτεμβρίου). Εκ της μακάριας ταύτης δυάδας, ήτοι του Ιωακείμ και της Άννης, γεννήθηκε εξ επαγγελίας, η Υπεραγία Θεοτόκος, δηλαδή με αγγελική πρόρρηση .

Το όνομα Ιωακείμ σημαίνει στα εβραϊκά «ο Θεός φέρει ηρεμία», το δε Άννα σημαίνει «αυτή που φέρει την χάρη». Η Εκκλησία μας ονομάζει αμφοτέρους Θεοπάτορες και τους εορτάζει στις 9 Σεπτεμβρίου, τους μνημονεύει δε σε κάθε μεγάλη απόλυση των ιερών ακολουθιών.

Το Μέγα Ωρολόγιο της Εκκλησίας μας, το οποίο ανήκει στα λειτουργικά βιβλία, δηλαδή σε αυτά που χρησιμοποιούνται για την τέλεση των ιερών Ακολουθιών και περιλαμβάνει τις καθημερινές Ακολουθίες (Προσευχές) του νυχθημέρου, εορτολόγιο, Συναξάριο, Απολυτίκια, Κοντάκια, Παρακλητικούς Κανόνες, Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως κλπ, σημειώνει ότι : «Και ούτω συλλαβούσα η Άννα εκ θείας επαγγελίας κατά τους νόμους της φύσεως, ηξιώθη γενέσθαι μήτηρ της Μητρός του Κυρίου ημών». Το γεγονός αυτό της συλλήψεως της Αγίας και Θεοπρομήτορος Άννας εορτάζει η Εκκλησία μας από του 6ου αιώνος που καθιερώθηκε η γιορτή, την 9η Δεκεμβρίου.
Ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν κάτοικοι της Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Εκεί η Άννα μετά εννέα μήνες από της συλλήψεως, όπως της προείπε ο Άγγελος, γέννησε την εξ επαγγελίας θυγατέρα της, κατά το δέκατο έκτο προς το δέκατο έβδομο έτος προ της γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Στους Εβραίους υπήρχε νομική διάταξη η οποία όριζε να δίνεται το όνομα σε όλα τα γεννώμενα τέκνα την όγδοη ημέρα προ της γεννήσεώς τους. Γι’ αυτό, ο δίκαιος Ιωακείμ κάλεσε την όγδοη μέρα τους ιερείς της συναγωγής, στην οποία ανήκε, καθώς και όλους τους συγγενείς και φίλους τους και έδωσε στη νεογέννητη θυγατέρα του, το όνομα Μαριάμ! Το εξαγράμματο όνομα Μαριάμ! Το εξαγράμματο όνομα Μαριάμ έχει πολλές σημασίες, διότι η Μαριάμ ήταν προορισμένη να γίνει Νύμφη του Θεού και Μητέρα του Σωτήρος Χριστού. Γι’ αυτό και δόθηκε σε αυτή από τον Θεό το αρμόζον όνομα Μαριάμ! Η ακροστιχίδα του ονόματος Μαριάμ είναι «Αύτη, ρύσεται, ιού, άπαντας, μισοκάλου». Δηλαδή, μόνη αυτή η Μαριάμ είχε προορισθεί όπως ελευθερώσει εμάς εκ του ιού, δηλαδή του δηλητηρίου, του μισοκάλου όφεως του διαβόλου.

Το όνομα Μαριάμ έχει κι άλλη έννοια. Σημαίνει Κυρία και Βασίλισσα. Και πράγματι, είναι Κυρία και Βασίλισσα και Σώτειρα του σύμπαντος κόσμου, διότι γεννήσασα τον Υιό του Θεού και Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, έσωσε και σώζει δι’ Αυτού όλους τους πιστεύοντες στον Υιό της και τιμώντας Αυτήν. Γι’ αυτό, από τότε και στους αιώνες μακαρίζουν την Μαριάμ όλες οι γενεές, διότι η γέννηση αυτή έφερε την χαρά σε όλη την οικουμένη, όπως αυτό δηλώνει και το απολυτίκιο, το οποίο ψάλλουμε στην γιορτή της γεννήσεώς της, την 8η Σεπτεμβρίου. [ Απολυτίκιον ήχος δ΄ «Η γέννησις σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη. Εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών. Και λύσας την κατάραν έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον, εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».]

Σύμφωνα όμως με ένα χειρόγραφο που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους και χρονολογείται στον 14ο αιώνα, αναφέρονται αποσπασματικά τα εξής:

Με βάση τα λεγόμενα, ενός Ιουδαίου σπουδαίου νομοδιδασκάλου από την Τιβεριάδα, του οποίου το όνομα δεν διασώζεται, υποστηρίζεται ότι οι Χριστιανοί προσδίδουν μεγάλη αξία στο πρόσωπο της Παναγίας, πιο συγκεκριμένα της Μαρίας που ήταν «θυγατέρα» (απόγονος) του Δαυίδ και όχι Θεοτόκος. Ήταν μια γυναίκα, κόρη του Αχήμ (Ιωακείμ) και της Άννης. Ο Ιαχείμ, ο πατέρας της Μαρίας, ήταν γιος του Πάνθηρα και ο Πάνθηρας ήταν γιος του Μελχί, ο οποίος με βάση την εβραϊκή παράδοση στη Τιβεριάδα ήταν απόγονος του προφήτη Ναθάν του γιου του Δαυίδ, προερχόμενος από την φυλή του Ιούδα. Όταν πέθανε ο Ματθάν ο πατέρας του Ιακώβ, ο Μελχί, ο αδελφός του Πάνθηρα και πατέρα του Αχήμ, παντρεύτηκε την χήρα μητέρα του Ιακώβ και αφού έσμιξε μαζί της απέκτησαν τέκνο, τον Ηλί. Ο Ιακώβ και ο Ιλί ήταν ετεροθαλή αδέλφια από την ίδια μητέρα. Όταν πέθανε ο Ιλί, ο οποίος αν και παντρεύτηκε, δεν απέκτησε παιδιά, με βάση τον εβραϊκό νόμο, ο Ιακώβ αναγκάστηκε να λάβει για γυναίκα του την γυναίκα του Ιλί και από την ένωσή τους επήλθε το τέκνο τους Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ ήταν βιολογικό τέκνο του Ιακώβ, αλλά τέκνο του Ιλί σύμφωνα με το νόμο. Ο Αχήμ ήταν ο πατέρας της Μαρίας και αυτού.

Με βάση την πηγή αυτή, η Μαρία δόθηκε ως μνηστή στον Ιωσήφ σύμφωνα με τις δύο πατριαρχίες, ήτοι αυτής που προέρχεται από τον προφήτη Ναθάν και τον Σολομώντα εξαιτίας της συγγένειας του δεύτερου με τον Δαυίδ που ήταν παιδί του και αυτής από την μητέρα του Ιλί, επειδή ήταν ανιψιά αυτής από τον βιολογικό της πατέρα, τον Αχήμ. Και όλα αυτά συμβαίνουν σύμφωνα με τον Εβραίο νομοδιδάσκαλο του οποίου το όνομα δεν διασώζεται, προκειμένου να μην πιστεύουν οι Χριστιανοί ότι η Μαρία προέρχεται από αυτούς. Παρόλα αυτά, ο νομοδιδάσκαλος επιβεβαιώνει ότι η Μαρία ήταν συγγενής της Ελισάβετ καθώς αναμείχθηκαν οι φυλές του Ιούδα και του Λευί. Ακόμη, με βάση την πηγή, κατά την διάρκεια της αγόρευσης του νομοδιδασκάλου κανένας δεν έφερε αντίρρηση και τότε συνήχθη ότι η Αγία Μαρία κατάγεται από τον Ιούδα.

Σε κάθε περίπτωση, αδιαμφισβήτητα το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου έχει περίοπτη θέση στην Ορθοδοξία. Η Παναγία είναι η Προστάτιδα ολόκληρου του ελληνικού έθνους, των αδυνάμων, των απόρων, των ασθενών καθώς και το Στήριγμα όλων των Πιστών της. Έχει πραγματοποιήσει Θαύματα τα οποία είναι καταγεγραμμένα σε βιβλία κληρικών και της έχει δοθεί πληθώρα επιθετικών προσδιορισμών που εξυμνούν την καλοσύνη, την σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη, τη σύνεση, την ομορφιά, την χάρη και την προσφορά της στους πιστούς Χριστιανούς Ορθόδοξους.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος