Πρόκειται για μια οργάνωση στρατιωτικού και θρησκευτικού χαρακτήρα από την Αραβία. Η απόδοση της ονομασία τους αποτελεί μια παρεξηγημένη έννοια και λανθασμένα έχει αποτυπωθεί ο όρος «δολοφόνος» που επικρατεί μέχρι και σήμερα. Πιο συγκεκριμένα η λέξη Ασασίνος στην αραβική διάλεκτο δηλώνει αυτός που καπνίζει χασίς. Πιθανολογείται ότι οι Ασασίνοι κάπνιζαν χασίς πριν και μετά την διάπραξη της δολοφονίας για να μπορέσουν να εισέλθουν μέσω φαντασιώσεων στον παράδεισο.

Μάλιστα η οργάνωση χορηγούσε στους νεοσύλλεκτους ένα είδος «υπνωτικού» σε υγρή μορφή και όταν έπεφταν σε προσωρινό λήθαργο η οργάνωση τους μετέφερε σ’ ένα μέρος όπου έμοιαζε με «παράδεισο» και εκεί μπορούσαν να έχουν οποιεσδήποτε απολαύσεις. Ύστερα, από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα τους χορηγούσαν εκ νέου το υπνωτικό και η οργάνωση τους επέστρεφε στα σπίτια τους, χωρίς οι νεοσύλλεκτοι να αντιληφθούν το παραμικρό. Τα άτομα που είχαν εισχωρήσει σε αυτήν την οργάνωση ήταν άρτια εκπαιδευμένα με πολλές ικανότητες αφού γνώριζαν την μέθοδο παρασκευής οπιοειδών ουσιών, διέθεταν μεγάλη ευστροφία και γνώριζαν πολλές γλώσσες και έθιμα. Κάθε επικείμενη δολοφονία ήταν σχεδιασμένη με κάθε λεπτομέρεια. Κέρδιζαν την εμπιστοσύνη του θύματος και σε ανύποπτη στιγμή το δολοφονούσαν.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν γίνονταν κατά κύριο λόγο στο πεδίο της μάχης, σε κοινή θέα για την αποτροπή αντίστοιχων ενεργειών από τους εχθρούς τους. Δεν είχαν σκοπό να κάνουν κακό σε απλούς πολίτες’ ως συνήθως στόχευαν επιφανή πρόσωπα (κληρικοί, στρατηγοί κ.α.), σε άτομα που είχαν πράξει σφαγές κατά των Ισμαηλιτών ή ακόμη και αυτούς που τους εχθρεύονταν. Πάντως βασικούς εχθρούς θεωρούσαν τους Σελτζούκους Τούρκους που στο θρήσκευμα ήταν Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Υποστήριζαν ότι με τις δολοφονίες που διαπραττόταν εξίσωναν τους εαυτούς τους, ως μάρτυρες της πίστης, εξασφαλίζοντας μια θέση στον Παράδεισο.

Η ιστορία τους ξεκινάει από παλιά μεταξύ 11ο και 13ο αιώνα στις περιοχές της Περσίας και της Συρίας στις οποίες και παρουσίασε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Ο ιδρυτής των Ναζαρηνών Ισμαηλιτών δημιούργησε μια ομάδα με πολιτική και θρησκευτική χροιά. Η εν λόγω ομάδα ήταν ξακουστή για τις δολοφονίες των αντιπάλων της που ήταν γεμάτες σκοπιμότητα και καλύπτονταν από το θρησκευτικό πέπλο. Το έτος 1094 ο Χασάν-ε-Σαμπάχ δεν δεχόταν τον νεοφερμένο Fatamid, χαλίφη του Καΐρου και μαζί με άλλους Ισμαηλίτες ήρθε σε σύγκρουση με τον ίδιο αλλά και με τους επερχόμενους χαλίφηδες του Καΐρου καθώς και με τους Αβασίδες χαλίφηδες της Βαγδάτης. Η σύγκρουση που δημιουργήθηκε έφτασε στο αποκορύφωμα όταν ο Χασάν και οι οπαδοί του, αναγνώρισαν ως χαλίφη τον εξόριστο και μεγαλύτερο αδελφό του Fatamid, τον Ναζάρ από τον οποίο και προέκυψε το όνομα Ναζαρηνοί.

Έκτοτε πολλοί θρύλοι άρχισαν να υφαίνονται με το πέρασμα των αιώνων. Τότε οι Ναζαρηνοί Ισμαηλίτες έκαναν ενέργειες τρομοκρατικές αφήνοντας πίσω πολλά θύματα’ ανάμεσα τους και πρόσωπα υψηλά ιστάμενα (πολιτικοί, στρατηγοί) του Αβασιδικού Χαλιφάτου, το σημερινό Ιράκ. Το έτος 1090 ο Χασάν με τους οπαδούς του έκαναν κατάληψη σ’ ένα φρούριο μεγίστης στρατηγικής σημασίας, που βρισκόταν σ’ ένα ύψωμα και ονομαζόταν Αλαμούτ κοντά στο Κάσβιν το σημερινό Ιράν.   Έπειτα, το φρούριο αποτέλεσε «βάση ισχύος» στο οποίο ο Χασάν το διεύθυνε ως μέγας διδάσκαλος και ταγός της ομάδας ενώ είχε δημιουργήσει μια σειρά οχυρών σε ολόκληρη την περιοχή του Ιράν και του Ιράκ.

Ο ίδιος ο Χασάν ακόμη και στα αντίπαλα στρατόπεδα είχε δικούς του ανθρώπους που εργάζονταν άλλοτε ως πληροφοριοδότες, ως προβοκάτορες ακόμη και ως στασιαστές τους οποίους και χρησιμοποιούσε οργανωμένα. Δύο Αβασίδες χαλίφηδες νικήθηκαν από τον Χασάν όπως και το Σουλτανάτο των Σελτζούκων που έκαναν απόπειρα να καταλάβουν το φρούριο του Αλαμούτ, προσφέροντας ένα σημαντικό πλεονέκτημα «προβαδίσματος» στον Χασάν. Κατά τον 12ο αιώνα, ήθελε να κινηθεί επεκτατικά με κατεύθυνση την Συρία και έτσι η οργάνωση πραγματοποιούσε πολιορκίες σε άλλα φρούρια και κάστρα που βρίσκονταν στα βουνά An- Nusayriyh. Μια σημαντική κατάκτηση αποτέλεσε και το φρούριο Masyaf. Από το εν λόγω φρούριο που αρκετοί το αποκαλούσαν «Απόρθητο» ο θρυλικός και αδίστακτος Ρασίντ-Αντ-ντιν διεύθυνε ένα φαινομενικά ανεξάρτητο κράτος Ασασίνων, το οποίο διαφοροποιούνταν από εκείνο που βρισκόταν στο Αλαμούτ. Από το απλησίαστο φρούριο έκανε αρκετές μη επιτυχημένες απόπειρες δολοφονίας ενάντια στον Ayyubid των Σαλαντίν. Μάλιστα λέγεται πως σύναψε συμφωνία με άκρα μυστικότητα και από τότε δεν απειλήθηκε ξανά η ζωή του.

Οι θρύλοι που περιτριγυρίζουν το όνομα του Ρασίντ-Αντ-ντιν έχουν αποτελέσει την βάση για τις ιστορίες που φαίνονται να συνδέονται με τον «Γέρο του Βουνού». Ίσως και να πρόκειται για μια λανθασμένη ερμηνεία της αραβικής φράσης shaykh al-jabal που αυτούσια σημαίνει «ο αρχηγός του βουνού».

Στις περιοχές αυτές οι «χριστιανοί ηγεμόνες» έβλεπαν τους Ασασίνους ως θανάσιμο κίνδυνο για τους ίδιους και ήρθαν σε συμφωνία μ’ αυτούς, πληρώνοντας ετήσια φορολογία με αντάλλαγμα την προστασία τους. Μόνο οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες αρνήθηκαν την συγκεκριμένη συμφωνία’ μάλιστα όταν περιήλθαν δύο μεγάλες εκτάσεις γης στη νότια Συρία, που γειτόνευαν με το οχυρό των Ασασίνων, τότε ήταν οι Ασασίνοι που κατέβαλαν εισφορά στους Ναΐτες και Ιωαννίτες. Για ενάμιση αιώνα, καθιέρωσαν καθεστώς φόβου στην Μέση Ανατολή. Μεταξύ των θυμάτων ήταν θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες όπως (Νιζάμ αλ-Μουλκ (Σελτζούκος βεζίρης, 1092), (Ιμπν αλ-Χασάμπ (Καδής του Χαλεπιού, 1123), (Αμπού Σαάντ αλ-Χαραουί (Καδής, 1124), (Πορσουκί (Εμίρης του Χαλεπιού και της Μοσούλης, 1126).

Πληροφορίες, ιστορίες και θρύλοι που σχετίζονται με τους Ασασίνους μας δίδονται από τους Σταυροφόρους κατά την επιστροφή τους στην Ευρώπη προς το τέλος του 12ου αιώνα. Όμως, όσο περίεργο και αν ακουστεί, η βασική πηγή πληροφοριών γι’ αυτούς είναι ο Μάρκο Πόλο, ο οποίος στις απαρχές του 14ου αιώνα ανέφερε θρύλους των Ασασίνων γεμίζοντας το, με στοιχεία δικά του καθώς και το μοναδικό λογοτεχνικό του τρόπο, συντάσσοντας ένα μυθιστόρημα βασισμένο σ’ αυτά, το έτος 1430, αποτελώντας για 400 χρόνια την κατεξοχήν αξιόπιστη πηγή. Ενδεχομένως, η έλλειψη πληροφοριών να πηγάζει από την λεηλασία των Μογγόλων, το (1256-1257) υπό την ηγεσία του Ουλαγκού Χαν, με την κατάκτηση του φρουρίου Αλαμούτ, κατά την οποία οι βιβλιοθήκες των Ασασίνων καταστράφηκαν ολοσχερώς δίχως να αφήσουν καμιά επιπλέον πληροφορία γι’ αυτούς.

Επί του παρόντος, αναφορές για τους Ασασίνους έχουμε και σε διάφορα βιβλία όπως του Ουμπέρτο Έκο- Το εκκρεμές του Φουκώ, του Πέτερ Μπέρλινγκ- Τα παιδιά του Γκράαλ και του Νταν Μπράουν- Πεφωτισμένοι, όπου ο δολοφόνος των Παπών είναι ένας Ασασίνος. Ακόμη τους συναντάμε και σ’ ένα video game, το Assassins Creed’ όπου ο κεντρικός ρόλος δηλαδή ο εκάστοτε παίκτης δείχνει να εναντιώνεται στους Ιππότες του Ναού.

Κάπου ανάμεσα στους καυτούς κόκκους της ερήμου, η ύπαρξη των Ασασίνων, που έγραψαν την δική τους Ιστορία, αποτελούν ακούσια, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Μέσης Ανατολής και των υπαρχόντων κρατών. Η «οξεία» θρησκευτική διαμάχη που διεξάγονταν κάποτε φαίνεται πως εξακολουθεί να μαίνεται ακόμη και σήμερα από τους σύγχρονους συνεχιστές των Ασασίνων’ Μια «θρησκευτική βεντέτα» η οποία είναι αμφίβολη πότε θα λάβει τέλος.

Άννα Κβάσνιακ, Δημοσιογράφος