Freespace (ελεύθερος χώρος). Με τον τίτλο αυτό άνοιξε τις πύλες της στις 26 Μαΐου η 16η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής, στην οποία συμμετέχουν 63 χώρες και θα διαρκέσει έως τις 25 Νοεμβρίου στο Arsenale και σε άλλους χώρους στη Βενετία. Οι Yvonne Farrell και Shelley McNamara, το αρχιτεκτονικό δίδυμο από την Ιρλανδία που υλοποιεί αρχιτεκτονικά οράματα εστιασμένα στην υλικότητα του χώρου και του φωτός και έχει λάβει σημαντικές διακρίσεις και βραβεία σε όλο τον κόσμο, κλήθηκαν να αναλάβουν τη διοργάνωση της φετινής εκδήλωσης. Με τη λέξη Freespace θέλουν να επικαλεστούν τη γενναιοδωρία και τον ανθρωπισμό, να ανανεώσουν τους τρόπους σκέψης και αντίληψης του κόσμου και να δώσουν έμφαση, όπως ανακοίνωσαν, «στον ρόλο της αρχιτεκτονικής στη χωρογραφία της καθημερινής ζωής».

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Μπιενάλε Paolo Baratta, η φετινή διοργάνωση «επικεντρώνεται στο ζήτημα του χώρου, της ποιότητας του χώρου, του ανοιχτού και ελεύθερου χώρου, προκειμένου να προωθηθεί η ΄επιθυμία΄ της αρχιτεκτονικής». Η αρχιτεκτονική, ιδωμένη ως σκέψη που εφαρμόζεται στον χώρο που ζούμε, εξετάζεται από την άποψη της ποιότητας του χώρου, δημόσιου, ιδιωτικού και αστικού. Παράλληλα, αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο συνεργάστηκαν για μήνες για την σύνταξη και έκδοση του μανιφέστο του «Freespace», το οποίο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την εξεύρεση συνοχής μέσα την ποικιλομορφία της μεγάλης κλίμακας έκθεσης.

Όπως τονίζουν στο μανιφέστο οι δύο επιμελήτριες, μία από τις κύριες αποστολές της αρχιτεκτονικής είναι «να προσφέρει ελεύθερους και συμπληρωματικούς χώρους, οι οποίοι μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν», και υπογραμμίζεται η ικανότητά της να αντιμετωπίζει τις ανέκφραστες επιθυμίες του ξένου εν αντιθέσει με την αυστηρά εμπορική χρήση της. Οι αρχιτέκτονες που συμμετέχουν, εκμεταλλευόμενοι την ευελιξία και την πολυμορφικότητα των νέων οικοδομικών υλικών, αλλά και μέσα από βίντεο, μακέτες, τρισδιάστατες αναπαραστάσεις και κτιριακές εγκαταστάσεις, κατορθώνουν να προσδώσουν στα κτίρια μια πλαστικότητα εφάμιλλη της γλυπτικής, προσεγγίζοντας έτσι την έννοια του κτιρίου ως έργο τέχνης μεγάλης κλίμακας.

Κατά μήκος της απέραντης διαδρομής που συνδέει το Arsenale με το Giardini, το όραμα των επιμελητριών για την αρχιτεκτονική ξεδιπλώνεται ως μια απάντηση στα κακώς κείμενα της εποχής, στη ματαιοδοξία του θεάματος και την ισοπέδωση του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου. Η γενικότερη εικόνα αντηχεί ως μια ωδή στη χαρά όπου, ανάμεσα στην κύρια έκθεση και τα εθνικά περίπτερα, η αρχιτεκτονική επιβάλλεται ως το μόνο κατοικήσιμο βάθρο ενός άλλου δυνατού κόσμου.

Η Ελλάδα συμμετέχει με το έργο που επιμελήθηκαν η Χριστίνα Αργυρού και ο Ryan Neiheiser με τίτλο «Η Σχολή των Αθηνών». Ειδικότερα, παρουσιάζονται ακαδημαϊκοί κοινοί χώροι, ξεκινώντας από την Ακαδημία του Πλάτωνα μέχρι τα σύγχρονα πανεπιστημιακά σχέδια, με σκοπό να αναδειχθεί η σημασία τους για τη λειτουργία και εξέλιξη του ακαδημαϊκού θεσμού. Διαμορφώνοντας το ελληνικό περίπτερο σε ένα κλιμακωτό αμφιθέατρο όπου στήνονται τρισδιάστατες αναπαραστάσεις και μακέτες γνωστών ακαδημαϊκών κτιρίων εμφανίζουν τον χώρο ως μία «Αγορά», δηλαδή έναν χώρο συμβίωσης αλλά και ελεύθερης ανταλλαγής απόψεων και ιδεών, όπως ακριβώς ήταν στην αρχαιότητα.

Κατά την εναρκτήρια εκδήλωση τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα ο Βρετανός αρχιτέκτονας, ιστορικός και ακαδημαϊκός Kenneth Frampton, το έργο του οποίου έχει εμπνεύσει γενιές αρχιτεκτόνων. Το πρώτο βραβείο απέσπασε το περίπτερο της Ελβετίας, καθώς άγγιξε με πρωτοτυπία το θέμα της αντιμετώπισης ζητημάτων κλίμακας στον οικιακό χώρο.

Γιούλα Τσιλογιάννη, Αρχαιολόγος