Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, με δεδομένη την παγκόσμια οικονομική ύφεση, την πολιτική αστάθεια, την διάδοση της μισαλλοδοξίας και του προπαγανδισμού, την έναρξη του Β΄ Π.Π. ήδη σε κάποιες χώρες της Ευρώπης και την προβλεπόμενη ένταξη και της Ελλάδας σε αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο, η τότε κυβέρνηση είχε δείξει τον προβληματισμό της για την διάσωση των αρχαιοτήτων σε περίπτωση που θα γίνονταν αεροπορικές επιδρομές. Τότε λοιπόν, εξεδόθη εντολή με τίτλο «Γενικαί Τεχνικαί Οδηγίαι για την Προστασία των Αρχαίων των Διαφόρων Μουσείων από τους εναέριους κινδύνους».

Σύμφωνα με αυτές, διατυπώνονταν δύο τρόποι προστασίας αυτών. Ο πρώτος θα γινόταν με το κλείσιμο των αγαλμάτων μέσα σε ξύλινο πλαίσιο, το οποίο στη συνέχεια έμπαινε μέσα σε σάκους γεμάτους με άμμο. Στον δε δεύτερο, ο οποίος κατέστη προτιμητέος, έπρεπε να ασφαλιστούν τα αγάλματα και να θαφτούν στο πάτωμα των αιθουσών των μουσείων ή στην αυλή τους ή σε αυλές και υπόγεια δημόσιων και ιδρυμάτων. Μάλιστα, τα  αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν σε επενδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα όρυγμα, σε οριζόντια θέση, να καλυφτούν με αδρανή υλικά και να σφραγιστεί το όρυγμα με πλάκα τσιμέντου. Τα χάλκινα και τα πήλινα έπρεπε να τυλιχτούν με πισσόχαρτο ή κερόχαρτο, για να αντιμετωπιστεί η πιθανή φθορά από υγρασία και να μπουν σε ασφαλή κιβώτια.

 Την δύσκολη εργασία προσπάθησαν να διεκπεραιώσουν με μόχθο οι υπεύθυνοι των μουσείων, αρχαιολόγοι αλλά και εθελοντές οι οποίοι δεν είχαν σπουδάσει αρχαιολογία. Η διαδικασία της διάσωσης των γλυπτών και των έργων τέχνης και ξεκινούσε νωρίς το πρωί και τελείωνε τα ξημερώματα σε καθημερινή βάση, πράγμα που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το δύσκολο έργο της διατήρησης ατόφιων των αρχαίων έργων δίχως να υποστούν φθορές και θραύσεις.

Μετά το τέλος του ολέθριου πολέμου και λίγο πριν να ξεκινήσει ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, η καθημαγμένη Ελλάδα προσπάθησε να μαζέψει τα κομμάτια της και ν’ ανασυσταθεί.Έτσι λοιπόν οι ιθύνοντες προχώρησαν στην άμεση καταγραφή των απωλειών του πολιτιστικού αποθέματος της χώρας. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν περιλαμβάνονται στην έκδοση του βιβλίου Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας με τίτλο «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής»-Αθήναι 1946, η οποία εκπονήθηκε από τους αείμνηστους αρχαιολόγους Χ. Καρούζο, Μ. Καλλιγά, Ι. Μηλιάδη, Γ. Ανδρουτσόπουλο και Ν. Ζαφειρόπουλο. Μέσα σε αυτό γίνεται εκτενής αναφορά των κλοπών που υπέστησαν τα πολιτιστικά αγαθά καθώς και των παράνομων ανασκαφών, ακούσιων και εκούσιων καταστροφών και λεηλασιών κινητών και ακινήτων αρχαιοτήτων ανά την Ελληνική Επικράτεια στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αμέσως μετά την καταγραφή και την οργάνωση, οι αρμόδιοι προέβησαν αμέσως στην αναζήτηση των κλαπέντων αρχαίων σε ολόκληρη την γηραιά Ήπειρο με την αποστολή κορυφαίων Ελλήνων αρχαιολόγων. Ως προς την τύχη των μνημείων αναφέρεται ότι πολλά από αυτά που βρέθηκαν επαναπατρίστηκαν, άλλα πάλι δεν εντοπίστηκαν ποτέ καθώς πιθανότατα δεν σώθηκαν, ενώ κάποια επέστρεψαν πολλά χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα.

 Σημειώνεται ότι τόσο  η εγχώρια όσο και η διεθνής κοινή γνώμη έδειξαν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στο θέμα της επιστροφής των  πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλα αυτά, η μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα, αλλά και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου αποτέλεσαν ανασταλτικές παραμέτρους που εσκεμμένα αποδυνάμωσαν την θεσμική μνήμη και δημιούργησαν ασάφειες .Σε αυτές προστίθεται και η έλλειψη σχεδίων, φωτογραφιών ή και απλών περιγραφών των παρανόμως εξαχθέντων τότε πολιτιστικών αγαθών της Ελλάδος. Έτσι σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχουν τελείως ακριβή και τεκμηριωμένα στοιχεία από τα οποία μάλιστα να προκύπτουν και οι απαιτούμενες νομικές αξιώσεις και διεκδικήσεις για την χώρα μας.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος