Οι Amish είναι μια θρησκευτική κοινότητα ανθρώπων που ακολουθούν μια παραδοσιακή χριστιανική- προτεσταντική θρησκεία και προέρχονται από την περιοχή της Γερμανίας που συνορεύει με την Ελβετία. Κατοικούν κυρίως στις ΗΠΑ και ειδικότερα σε ποσοστό 15%, στη χώρα του Λάνκαστερ της πολιτείας της Πενσυλβάνια. Μολαταύτα, υπάρχουν Amish στην πολιτεία του Οχάιο των ΗΠΑ, στην πολιτεία Ιντιάνα των ΗΠΑ καθώς και στον Καναδά. Ακόμη, οι Amish είναι γνωστοί κυρίως για τρία πράγματα: α) τον απλό τρόπο ζωής τους, β) το λιτό και παραδοσιακό ντύσιμο και γ) την αποφυγή ενασχόλησης με την μοντέρνα τεχνολογία.

Ως προς το ντύσιμό τους, πρέπει να αναφερθεί ότι τα ενδύματά τους είναι χειροποίητα και αντισυμβατικά. Οι άρρενες φορούν συνήθως μαύρα καπέλα με μεγάλο γείσο, σκουρόχρωμα κοστούμια, πανωφόρια κομμένα σε ίσια γραμμή με γιακάδες, χυτά παντελόνια με τιράντες, σκουρόχρωμες μπλούζες, μαύρες κάλτσες και μαύρα υποδήματα. Οι μπλούζες τους μπορούν να φαρδύνουν με κλασικά κουμπιά, αλλά τα παλτό και τα φανελάκια τους μπορούν να φαρδύνουν με γάντζους και τρύπες. Ακόμη, οι άρρενες αφήνουν γενειάδα μετά τον γάμο τους, αλλά απαγορεύεται να αφήσουν μουστάκι. Οι γυναίκες και οι κοπέλες συνήθως φοράνε  παλιομοδίτικα καπέλα, μακριά φορέματα και κάπες στους ώμους, εσάρπες, μαύρα καλσόν και μαύρα υποδήματα. Οι κάπες και οι ποδιές τους δένουν με ίσιες παραμάνες ή σούστες. Οι γυναίκες ποτέ δεν κόβουν τα μαλλιά τους, τα οποία πιάνουν σε κότσο, ενώ δεν επιτρέπεται να φοράνε κοσμήματα και αξεσουάρ.

Οι Amish μετανάστευσαν στη Πενσυλβάνια στις αρχές του 18ου αιώνα εξαιτίας των θρησκευτικών διώξεων που υπέστησαν και συνεχίζουν να διατηρούν τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής από τότε μέχρι και σήμερα. Η κοινότητα αυτή δημιουργήθηκε έπειτα από μια απόσχιση που έγινε στα τέλη του 17ου αιώνα από την Εκκλησία των Αναβαπτιστών από ακόλουθους του Jakob Amman, ενός Ελβετού  Προτεστάντη υπουργού που πίστευε ότι οι οπαδοί του θα έπρεπε να «συμμορφωθούν με την διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων Του για την Σωτηρία του κόσμου» στη καθημερινή τους ζωή.  Η ονομασία τους προέρχεται από τον ιδρυτή τους.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι οι Amish δεν αποτελούν μια ενιαία κοινότητα. Διαφοροποιούνται, καθώς υπάρχουν τέσσερις ομάδες, οι οποίες στα αγγλικά φέρουν τις ονομασίες:  «Old Order», «New Order», «Beachy Amish» και «Amish Mennonites», ενώ καθεμιά από αυτές έχει υποκατηγορίες και διαφορετικούς κανόνες μέσα σε αυτήν.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ζωή των Amish θεμελιώνεται στη «Προσταγή» («Ordnung» στα γερμανικά). Η «Προσταγή» βέβαια διαφέρει από κοινότητα σε κοινότητα και αποτελεί τον τρόπο ζωής των ατόμων της κοινότητας. Πιο συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι οι Amish αρνούνται να έχουν πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια, όπως αντίθετα πράττουν οι υπόλοιποι κάτοικοι των πολιτειών που δεν ανήκουν στη κοινότητα. Προτιμάνε να χρησιμοποιήσουν την ηλιακή ή την αιολική ενέργεια ή ακόμη μια γεννήτρια για επιχείρηση. Επίσης, αρνούνται να οδηγήσουν αυτοκίνητα, ενώ εάν έχουν μια δουλειά ή υποχρέωση που απέχει πολλά χιλιόμετρα από τον τόπο διαμονής τους, θα επιλέξουν να εκμισθώσουν ένα τρακτέρ ή φορτηγό, αλλά με την προϋπόθεση θα το οδηγήσει κάποιος που δεν ανήκει στους Amish. Τριγυρνάνε με άλογα, ενώ απαγορεύεται να χρησιμοποιήσουν smartphones, ραδιόφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλεοράσεις.

Η γλώσσα που μιλούν αποτελεί μια διάλεκτο της αρχαίας γερμανικής που ονομάζεται «Δανέζικα Πενσυλβανίας». Είναι μια διάλεκτος που προέρχεται από την περιοχή της Γερμανίας που συνορεύει με την Ελβετία, διαφέρει πάρα πολύ από την γερμανική γλώσσα ως προς την προφορά της και την οποία μετέφεραν μαζί τους στην Αμερική. Η διάλεκτος αυτή έχει υποστεί μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου, καθώς σε αυτήν προστέθηκαν και αγγλικές λέξεις που αναμείχθηκαν με αυτήν.

Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι πράγμα μη κοινωνικά αποδεκτό καθώς πιστεύεται ότι μπορεί να οδηγήσει στη κοινωνική απομόνωση και στην αποκάλυψη «των μυστικών» της κοινότητας προς τα έξω. Έχουν τα δικά τους σχολεία και συνήθως φοιτάνε σε ένα σχολείο μέχρι τα 14 έτη τους, σύμφωνα και με έναν κανόνα που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Η εκπαίδευση γίνεται τόσο στην αγγλική, όσο και στην δική τους διάλεκτο.

Οι Amish εκτιμάνε τον αγροτικό τρόπο ζωής, την χειρωνακτική εργασία και ζουν κάτω από το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό και αν δεν καταφέρουν να υπακούσουν σε αυτό, στιγματίζονται. Επίσης, απαγορεύεται το να βγάζουν φωτογραφίες επειδή η ενέργεια αυτή μπορεί να καλλιεργήσει την προσωπική ματαιοδοξία που αντιβαίνει στη χριστιανική αρχή της απαγόρευσης της αλαζονείας και της φιλαυτίας (« hochmut» στη διάλεκτό τους). Στη προσπάθειά τους να διατηρήσουν όλα αυτά τα στοιχεία, προστατεύουν πολύ την ιδιωτικότητά τους, αποφεύγουν να συναστρέφονται με ξένους προκειμένου να μην επηρεαστούν σε θρησκευτικό και πολιτιστικό επίπεδο και εν τέλει αφομοιωθούν.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά μέσο όρο ο πληθυσμός τους συνεχώς αυξάνεται, καθώς κάθε οικογένεια έχει 8 παιδιά που σημαίνει ότι χρειάζονται πολλά χρήματα για την ανατροφή τόσων πολλών παιδιών. Σύμφωνα με το «Young Center for Anabaptist» και το  «Pietist Studies at Elizabethtown College in Lancaster, Pa.» ο πληθυσμός τους έχει αυξηθεί από τους 5.000 το έτος 1920, σχεδόν στις 300.000 σήμερα, ενώ το μεγαλύτερο κύμα αύξησης του πληθυσμού τους έγινε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Σύμφωνα με το «Young Center for Anabaptist» υπολογίζεται ότι το έτος 1984 ο αριθμός των Amish ανερχόταν στους 84.000, πράγμα που σημαίνει ότι ο αριθμός τους τριπλασιάστηκε μέσα σε περίπου σαράντα χρόνια. Η αύξηση του αριθμού των μελών της κάθε οικογένειας δεν είναι τυχαία, καθώς οι Amish πιστεύουν ότι οι πολυπληθείς οικογένειες είναι ευλογία από τον Θεό, ενώ ο μεγάλος αριθμός τέκνων παρέχει εργατικό δυναμικό για τις οικογενειακές επιχειρήσεις.

Η πιο σημαντική όψη της κοινωνικής ζωής των Amish είναι η «Rumspringa» που σημαίνει «τρέχω τριγύρω» στη διάλεκτό τους. Χρονικά αποτελεί την στιγμή κατά την οποία οι έφηβοι Amish ξεκινάνε να κοινωνικοποιούνται, γνωρίζοντας φίλους και κυρίως άτομα του αντίθετου φύλου, με τα οποία συχνάζουν στη περιοχή τα σαββατοκύριακα. Οι γνωριμίες αυτές καταλήγουν σε γάμο. Η χρονική αυτή περίοδος είναι όμως σημαντική για τη νεολαία των Amish σχετικά με το αν θα αποφασίσει να βαπτιστεί και να ακολουθήσει την χριστιανική κοινότητα (πράγμα που συμβαίνει μεταξύ των 18 και 21 ετών) ή θα εγκαταλείψει την κοινότητα των Amish. Μολαταύτα, τα περισσότερα παιδιά σε ποσοστό 95-100% συνεχίζουν να παραμένουν πιστοί Amish και μετά την ενηλικίωσή τους.

Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι οι Amish ασχολούνται με το εμπόριο, όπως είναι η κατοχή καταστημάτων διαφόρων εμπορικών ειδών, η ξυλουργική, η διακόσμηση εσωτερικών χώρων, η κατασκευή στεγών για τα σπίτια και το χτίσιμο στάβλων και αχυρώνων. Κάποιοι μόνο ασχολούνται με την γεωργία, μολονότι διαβιούν μέσα στη φύση και στη βλάστηση και ο αριθμός αυτός ανέρχεται κυρίως στο ποσοστό 30%.

 Όσον αφορά την φορολόγησή τους πρέπει να σημειωθεί ότι φορολογούνται ανάλογα με τα εισοδήματά τους. Σύμφωνα και πάλι με το «Young Center for Anabaptist» αναφέρεται ότι πληρώνουν κανονικά όλους τους φόρους, όπως φόρους εισοδήματος, ιδιοκτησίας, περιουσίας, εμπορίας ειδών, επιχειρήσεων, αλλά και σχολείων.  Για την ακρίβεια, πολλοί από αυτούς πληρώνουν τους φόρους για τα σχολεία εις διπλούν, τόσο για τα δημόσια όσο και για τα δικά τους ιδιωτικά σχολεία. Παρόλα αυτά, δεν πληρώνουν, ούτε δικαιούνται να επιλέξουν την  κοινωνική ασφάλιση, καθώς από το 1965 έχουν εξαιρεθεί από αυτήν με απόφαση του Κογκρέσου, επειδή οι ίδιοι θεωρούνται σαν μια μορφή εμπορικής ασφάλισης.

Αντιθέτως, οι Amish πιστεύουν ότι τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας οφείλουν να αλληβοηθούνται στη κάλυψη τόσο των ψυχικών, όσο και των υλικών τους αναγκών. Για τον ίδιο δε λόγο, κάποιοι από αυτούς έχουν εξαιρεθεί από το δικαίωμα χορήγησης εργατικής αποζημίωσης. Επιπλέον, οι Amish έχουν εξαιρεθεί και από την στρατιωτική υπηρεσία εξαιτίας της πίστης τους στη «μη-αντίσταση» (υποταγή), που είναι μια επιλογή που κάνουν στο πλαίσιο της ειρήνης. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι στην ιδεολογία τους η «μη-αντίσταση» (υποταγή) δεν απαντά μόνο στον πόλεμο, αλλά και στις νομικές αντιδικίες (ακόμη και στην έναρξη ενός διαζυγίου) και στη πολιτική.

Και είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί μολονότι αποτελούν ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού των ΗΠΑ και ζουν μέσα στην Αμερική που αποτελεί το σημερινό παγκόσμιο κέντρο στο οποίο πραγματοποιούνται όλες οι επιστημονικές, ερευνητικές και τεχνολογικές εξελίξεις, όλες οι αλλαγές στη παγκόσμια μόδα, στον κινηματογράφο και στον πολιτισμό, καταφέρνουν μέχρι και σήμερα να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα ήθη και τα έθιμά τους και να ακολουθήσουν έναν τρόπο ζωής εκ διαμέτρου αντίθετο με την πλειονότητα του αμερικανικού πληθυσμού.

Άννα Παυλίδου, Νομικός – Δημοσιογράφος