Ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους της ιστορίας, είναι αυτός που πρόδωσε τον Ιησού Χριστό, αυτός που παρουσιάζεται ως αχάριστος για τη συμπεριφορά του, αυτός που έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα προς αποφυγή, που το όνομά του συνδυάζεται με τη προδοσία και τον δόλο, δεν είναι άλλος από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη.

Τι θα γινόταν όμως αν εμφανιζόταν μία θεωρία, η οποία θα ανέτρεπε τα δεδομένα ολόκληρης της ανθρωπότητας από τη μια στιγμή στην άλλη;

Δύο χιλιάδες χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, βρέθηκε στην Αίγυπτο ένα αρχαίο Ευαγγέλιο, το οποίο διηγείται μια διαφορετική ιστορία από αυτή που είναι ήδη γνωστή. Σε αυτή την ιστορία γίνεται αντιστροφή της προδοσίας του Ιησού Χριστού από τον Ιούδα. Στο συγκεκριμένο Ευαγγέλιο δηλαδή ο Ιούδας, παρουσιάζεται ως ήρωας ενώ ο Ιησούς Χριστός ως οργανωτής της ίδιας του της σταύρωσης.

Οι έρευνες από τους ειδικούς συνεχίζονται, για να αποκαλυφθεί αν τελικά το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» είναι ένα ακόμα αιρετικό έγγραφο το οποίο πρέπει να μείνει στην αφάνεια ή αν αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία θα αλλάξουν για πάντα την κοινή γνώμη για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Στην αρχαιότητα, είναι γνωστό πως τα Ευαγγέλια, δεν ήταν μόνο τέσσερα όπως σήμερα, αλλά ποίκιλαν σε αριθμό. Οι άνθρωποι τότε, μαζεύονταν σε κοινούς χώρους και άκουγαν με ευλάβεια κάποια διήγηση η οποία αναφέρονταν στη ζωή του Ιησού Χριστού. Τα ευαγγέλια αυτά διαβάζονταν από τους «γνωστικούς». Οι γνωστικοί ήταν μυστικοί, δηλαδή ήταν μερικοί από τους πρώτους χριστιανούς, οι οποίοι πίστευαν πως μπορούσαν να έχουν άμεση πρόσβαση στα θεία.

Η λέξη γνωστικός προέρχεται από την ελληνική λέξη γνώση, η οποία όμως δεν αναφέρεται στη τυπική γνώση, δηλαδή σ’ αυτή που αποκτά κανείς μέσω της εκπαίδευσης, αλλά αναφέρεται στην οξυδέρκεια και στη διαίσθηση.

Οι γνωστικοί έγραψαν πολλά έργα αναφερόμενοι στη ζωή του Ιησού Χριστού τα οποία διακατέχονται από αφηρημένο και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Το αγαπημένο έργο των σοφιστών ήταν το Ευαγγέλιο του Θωμά.

Οι γνωστικοί χαρακτηρίστηκαν ως άνθρωποι με λάθος απόψεις και καταπολεμήθηκαν σκληρά από τους Πατέρες της εκκλησίας, καθώς μία από τις δυσκολίες που δημιούργησαν οι γνωστική στην πρώιμη ακόμα εκκλησία ήταν το ότι οι γνωστικοί (οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν «χριστιανοί») δεν είχαν ανάγκη να συμβουλεύονται και να επιτηρούνται από τους ιερείς και τους επισκόπους, αφού πίστευαν τη δική τους διαίσθηση.

Αυτό όμως δεν ήταν το μοναδικό γεγονός που ενοχλούσε τους πατέρες της εκκλησίας, όμως η πεποίθηση των γνωστικών πως το σώμα αποτελούσε τη φυλακή του θείου σπινθήρα και για τον λόγο αυτό πίστευαν πως ο θάνατος του Ιησού Χριστού ήταν ευχάριστο γεγονός και έτσι για εκείνους ο Ιούδας ήταν ένας «ήρωας» που βοήθησε στην ελευθέρωση του θείου σπινθήρα του Χριστού. Έχοντας ως θεμέλια αυτά τα γεγονότα, οι ειδικοί πιστεύουν πως το Ευαγγέλιο του Ιούδα είναι γραμμένο από γνωστικούς.

Συγκεκριμένα, με βάση αυτή την ιδεολογία στο Ευαγγέλιο του Ιούδα περιγράφεται μια μέρα, που ο Ιησούς Χριστός βρισκόταν με τους μαθητές του στην Ιουδαία, όταν βρήκε τους τελευταίους, να κάθονται ευλαβικά πριν δειπνήσουν και να προσεύχονται Εκείνος γέλασε.

Τότε οι μαθητές τον ρώτησαν «Κύριε, γιατί γελάς με την προσευχή μας της ευχαριστίας;»

Εκείνος αποκρίθηκε «Δεν γελάω με εσάς. Εσείς δεν κάνετε αυτό εξαιτίας του θελήματός σας, αλλά επειδή είναι αυτό, διαμέσου του οποίου ο Θεός θα σας δοξάσει.»

Η χαρακτηριστικές όμως φράσεις του Ευαγγελίου είναι οι εξής: Λέει ο Ιησούς Χριστός στον Ιούδα: «Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει».

Ο Ιούδας τότε στον Χριστό: «Γνωρίζω ποιος είσαι και από πού έρχεσαι. Κατάγεσαι από τον αθάνατο κόσμο του Μπάρμπελο. Και είμαι ανάξιος να προφέρω το όνομα του ενός που σε έχει στείλει.»

Ο Ιησούς, στην ερώτηση του Ιούδα: «Γιατί με ξεχώρισες για αυτή τη γενεά;» απάντησε: «Εγώ μπορώ να σε διδάξω για τα μυστήρια, που κανένα πρόσωπο δεν έχει ποτέ δει. Γιατί εκεί υπάρχει ένας μέγας και απεριόριστος κόσμος, που την έκστασή του δεν έχει δει καμία γενεά αγγέλων, στον οποίο υπάρχει ένα μεγάλο αόρατο Πνεύμα. Που κανένα μάτι αγγέλου δεν έχει δει ποτέ, καμία σκέψη της καρδιάς δεν έχει ποτέ κατανοήσει και ουδέποτε αποκλήθηκε με κάποιο όνομα»

Για τους γνωστικούς ο Δημιουργός δεν έπρεπε να λατρεύεται, παρά μόνο ο αληθινός Θεός, ο οποίος κατανοεί τους πάντες και τα πάντα, Αυτός μόνο δέχονταν πως ήταν ιερός.

Ο Ειρηναίος επίσκοπος της Λυόν, μαρτυρεί την υπάρξη του ευαγγελίου στην πραγματεία του Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, κοινώς γνωστή ως Κατά των Αιρέσεων. Μολονότι φαίνεται ότι γράφτηκε αρχικά στην Ελληνική περίπου το 180, σώζεται μόνον η λατινική μετάφραση του 4ου αιώνα. Σε παραρτήματα της πραγματείας του σχετικά με τους «Γνωστικούς» και άλλους πιστούς του γνωστικισμού, τους επονομαζόμενους «οφίτες» της ύστερης χριστιανικής παράδοσης, ο Ειρηναίος φαίνεται πως τους θεωρεί ως έναν από τους ποικίλους κλάδους των Γνωστικών. Συνοψίζει κάποια από τα κηρύγματά τους ως εξής:

Κι άλλοι λέγουν ότι ο Κάιν προερχόταν από τον ανώτερο κόσμο της απόλυτης δύναμης και ομολογούν ότι ο Ησαύ, ο Κορέ, οι Σοδομίτες και όλα τα παρόμοια πρόσωπα είναι ίδια με αυτούς. Για αυτόν το λόγο τους μίσησε ο δημιουργός τους, παρόλο που κανένας τους δεν υπέστη ζημία. Γιατί η Σοφία ξαναπήρε από αυτούς ό,τι της ανήκε. Και ο Ιούδας, ο προδότης, τα γνώριζε πολύ καλά όλα αυτά, όπως λέγεται και μόνον εκείνος είχε πληροφορηθεί την αλήθεια, όπως κανένας άλλος, φέροντας έτσι εις πέρας το μυστήριο της προδοσίας. Εξαυτού, όλα τα πράγματα, επίγεια και επουράνια, οδηγήθηκαν στη διάλυση. Και παρουσιάζουν ένα πλαστούργημα για αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αποκαλούν «Το ευαγγέλιο του Ιούδα»

Σύμφωνα με τον Ειρηναίο, η συγκεκριμένη γνωστική ομάδα στοχεύει στην επανεξέταση των εβραϊκών και χριστιανικών απόψεων περί θείας σωτηρίας. Ήρωες των εβραϊκών Γραφών όπως ο Ησαύ, ο Κορέ και οι Σοδομίτες -σκοτεινές φυσιογνωμίες από την οπτική γωνία της ορθόδοξης χριστιανικής και άλλων παραδόσεων- χαρακτηρίζονται ως υπηρέτες της «υπέρτατης απόλυτης δύναμης». Αυτή η δύναμη, που αντιπροσωπεύεται από τη γνωστική εικόνα της Σοφίας, δεν ταυτίζεται με το δημιουργό Θεό της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, ο οποίος αποκαλείται ο «δημιουργός τους». Σε αυτή την επανεξέταση φαίνεται πως περιλαμβανόταν και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Σύμφωνα με τα κείμενα του κώδικα θεωρείται ξεχωριστός από τους μαθητές2, που κατείχε τη γνώση «σχετικά με αυτά τα πράγματα». Συνεπώς, η πράξη του παρουσιάζεται ως ένα «μυστήριο» που οδηγεί στη διάλυση όλων των επίγειων και των επουράνιων πραγμάτων, δηλαδή όλων των έργων του «δημιουργού» ή του κυβερνήτη αυτού του κόσμου.

 

Κλεοπάτρα Καρδολάμα, Δημοσιογράφος