Α.ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 1927 (1927-1935)

Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της Ελλάδας να ανασυγκροτηθεί μετά το μέγα πλήγμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ήταν μια προσπάθεια δύσκολη, καθώς νέα δεδομένα είχαν προσδώσει στα χρόνια προβλήματά της ιδιαίτερη οξύτητα.

Στο κοινωνικό πεδίο, η άφιξη ενάμισι εκατομμυρίου εξαθλιωμένων, στην πλειονότητά τους προσφύγων από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, επέβαλε την άσκηση μιας φιλόδοξης όσο και επίμονης κρατικής πολιτικής για την ένταξή τους σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο το οποίο είχαν εξαναγκασθεί να εγκαταλείψουν. Στο πεδίο αυτό, η πολιτική που ακολούθησαν όλες οι  κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου, απέδωσε αναμφισβήτητους καρπούς, αφού, με την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης και την συστηματική αρωγή, το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων, λιγότερο από 20 χρόνια μετά την Καταστροφή, χωρίς ασφαλώς να έχει οριστικά επιλυθεί, δεν ετίθετο με τη δραματική οξύτητα που είχε μετά το 1922.

Στο οικονομικό πεδίο, εξ άλλου, ο ελληνικός Μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από την πρώτη συστηματική προσπάθεια εκβιομηχάνισης. Και εδώ, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης, οι οποίες έγιναν αισθητές στη χώρα μας στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, το κράτος, με τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς τη βιομηχανία, τη δασμολογική προστασία που παρείχε και τη διαμεσολάβησή του στην κατανομή των άδηλων πόρων, δημιούργησε, όπως γράφει ο Ν. Μουζέλης, «συνθήκες θερμοκηπίου», κάτω από τις οποίες το βιομηχανικό κεφάλαιο μπόρεσε να αναπτυχθεί με ρυθμούς μοναδικούς για τα δεδομένα του Μεσοπολέμου.

Στο ιδεολογικό πεδίο, η Μικρασιατική Καταστροφή και η οριστική εγκατάλειψη της Μεγάλης Ιδέας δημιούργησαν ένα κενό και μια κρίση ταυτότητας, καθώς η χώρα, παρά την πρωτόγνωρη συνοχή-εθνική και θρησκευτική-που απέκτησε με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την πρωτοφανή συγκέντρωση του ελληνισμού στο ελλαδικό κράτος, άρχισε να αναζητεί νέους στόχους. [Σε αντίθεση με την σημερινή εποχή, κατά την οποία, την Ελλάδα έχουν κυριολεκτικά κατακλύσει αθρόα κύματα λαθρομεταναστών από διάφορες χώρες του μουσουλμανικού κόσμου με το πρόσχημα ότι είναι πρόσφυγες και τα οποία προστατεύονται από τις ΜΚΟ που πλουτίζουν παράνομα σε βάρος της πατρίδας μας. Την ίδια δε στιγμή ορισμένοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και θολοκουλτουριάρηδες  έχουν το θράσος να παρομοιάζουν τους Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους πρόσφυγες του 1922, προγόνους αρκετών εξ ημών που ήρθαν στην Ελλάδα με διμερή συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για την ανταλλαγή των πληθυσμών, με τους λαθρομετανάστες που έρχονται από διάφορες μουσουλμανικές χώρες, όπως για παράδειγμα, από την Αλγερία και το Κονγκό, παίζοντας ταυτόχρονα με τη νοημοσύνη μας, την στιγμή που έχουν εξασφαλίσει για τους εαυτούς τους ένα άνετο βιοτικό επίπεδο  και προσπαθώντας να μας επιβάλουν την μόνιμη παραμονή των ανθρώπων αυτών στην χώρα μας, χαρακτηρίζοντας τους ακόμη και ως επενδυτές(!).] Το κενό στόχων και οραμάτων επέτεινε η παράταση του Εθνικού Διχασμού και ο χαρακτηριστικός δισταγμός των κυρίαρχων τάξεων να υπερβούν παρωχημένες αντιπαλότητες και να αναλάβουν σοβαρές πρωτοβουλίες για δημοκρατία με περισσότερη δικαιοσύνη.

Περαιτέρω, στο πολιτικό πεδίο, την Ελλάδα του Μεσοπολέμου σημάδεψε καταλυτικά ο Εθνικός Διχασμός που γνώρισε στιγμές μεγάλης οξύτητας. Η πολιτική διχοτόμηση της ελληνικής κοινωνίας σε «βενιζελικούς» και «αντιβενιζελικούς» δεν ευνόησε την απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτεύματος καθώς και οι δύο παρατάξεις προκειμένου να ελέγξουν, να κατακτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία δεν δίστασαν να παραβούν τους «κανόνες του παιχνιδιού», με αποτέλεσμα, οι συνταγματικοί θεσμοί να χάσουν ένα μεγάλο μέρος από την παραδοσιακή νομιμοποίησή τους. Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την μετάθεση του επίκεντρου της πολιτικής διαπάλης από τα άμεσα και ζωτικά προβλήματα του τόπου στο δευτερεύον αυτό καθ’ αυτό ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος (βασιλευόμενη ή αβασίλευτη δημοκρατία), ο Εθνικός Διχασμός λειτούργησε αποπροσανατολιστικά (πράγμα που δεν έχει πάψει να ισχύει και σήμερα, εάν προβεί κάποιος σε μια ιστορική αναλογία της τότε κρατούσας εποχής με την σύγχρονη).

Εν συντομία είναι σημαντικό το να γίνει μια αναφορά και στη διεθνή συγκυρία. Την ευφορία της πρώτης μεταπολεμικής διετίας 1918-1920 και την διάχυτη αισιοδοξία ότι θα εγκαθιδρυθεί μια νέα τάξη πραγμάτων στις διεθνείς σχέσεις, την οποία εξέφραζε και η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών (1920), ακολούθησε μια περίοδος απανωτών κρίσεων στο εσωτερικό τόσο των νικητών, όσο και των ηττημένων. Οι κρίσεις αυτές ήταν τόσο βαθιές, ώστε οδήγησαν στην επιβολή δικτατορικών καθεστώτων σε απροσδόκητα μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών. Την αργή επιβολή του φασισμού στην Ιταλία (1922-1925) ακολούθησε η θεαματική άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία (1933) και η κατάλυση των κοινοβουλευτικών θεσμών σε μια σειρά από χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, ενώ φασιστοειδή καθεστώτα επιβλήθηκαν και σε όλες τις βαλκανικές χώρες.

Τέλος, η Οκτωβριανή Επανάσταση και η επιβολή του σοβιετικού καθεστώτος στην άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία των τσάρων, πέρα από τη σημασία της αυτή καθ’ αυτήν για τη διαμόρφωση του διεθνούς συσχετισμού, άσκησε τεράστια επίδραση στο εργατικό κίνημα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς έδειξε ότι υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό. Έτσι, τα επιτεύγματα της Σοβιετικής Ένωσης μυθοποιήθηκαν και απέκτησαν αξία συμβόλου για τους εργαζόμενους στις καπιταλιστικές χώρες, οι οποίοι βρήκαν για πρώτη φορά ένα πρότυπο και ένα μέτρο σύγκρισης για τον δικό τους πολιτικό αγώνα. Προς τούτο ίδρυσαν κομμουνιστικά κόμματα-είτε εξ υπαρχής (όπως στην Ελλάδα), είτε διασπώντας τα προϋπάρχοντα σοσιαλιστικά- πάνω στο λενινιστικό οργανωτικό μοντέλο, τη στρατηγική και τη δράση των οποίων, μετά το 1920, είχε αναλάβει να συντονίζει (και να κατευθύνει) η Κομμουνιστική Διεθνής.

Το Σύνταγμα του 1927 είναι το Σύνταγμα της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και περιελάμβανε 127 άρθρα. Βάση του αποτέλεσε το θνησιγενές Σύνταγμα του 1925-1926, αρκετές από τις διατάξεις του οποίου επαναλάμβανε αυτολεξεί. Σημαντικότερη καινοτομία του, ήταν δίχως άλλο, η καθιέρωση- έναν ακριβώς αιώνα μετά το Σύνταγμα της Τροιζήνας- του θεσμού του αιρετού αρχηγού του κράτους, αντί του κληρονομικού.

     Τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου Συντάγματος θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Καθιέρωνε τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, κατά το πρότυπο των γαλλικών συνταγματικών νόμων του 1875.
  2. Καθιέρωνε το σύστημα των δύο νομοθετικών σωμάτων, της Γερουσίας και της Βουλής, ορίζοντας ωστόσο ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, θα υπερίσχυε η γνώμη της Βουλής.
  3. Το νέο Σύνταγμα καθιέρωνε ρητά το κοινοβουλευτικό σύστημα, ορίζοντας ότι « η κυβέρνησις πρέπει να απολαύη της εμπιστοσύνης της Βουλής» (άρθρο 89).
  4. Ρύθμιζε για πρώτη φορά τον θεσμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης, ο οποίος είχε αναπτυχθεί έως τότε ατύπως.
  5. Απλούστευε τη αναθεωρητική διαδικασία και εισήγε τον θεσμό του προαιρετικού συνταγματικού δημοψηφίσματος (άρθρο 125).
  6. Επανίδρυε ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, κατά το γαλλικό πρότυπο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο αυτή τη φορά άρχισε να λειτουργεί (17.05.1929).
  7. Με ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 5, καθιέρωνε ρητά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος, ίσχυε ως τότε βάσει συνταγματικού εθίμου, που είχε διαμορφωθεί υπό το κράτος των Συνταγμάτων του 1864 και 1911.
  8. Βελτίωνε την προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, όπως μεταξύ άλλων, της ελευθερίας του τύπου (Το άρθρο 16 προέβλεπε ότι τα αδικήματα του τύπου δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθούν αυτόφωρα.) και το απόρρητο των επιστολών (Το άρθρο 18 επεξέτεινε το απόρρητο και στα τηλεφωνήματα και στα τηλεγραφήματα.).
  9. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, καθιέρωνε κοινωνικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22) και την ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης (άρθρο 21), ενώ ταυτόχρονα προστάτευε και τον θεσμό του γάμου (άρθρο 23).

Το Σύνταγμα του 1927 δεν έζησε πολύ. Ο Εθνικός Διχασμός εμπόδισε την απρόσκοπτη εφαρμογή του και προκάλεσε τον άδοξο θάνατό του, οκτώ μόλις χρόνια μετά την ψήφισή του. Οι εντάσεις που αυτός προκάλεσε, σε συνδυασμό με τις άλλες μεγάλες κρίσεις του Μεσοπολέμου, προκάλεσαν σε μια πρώτη φάση συστηματικές παραβιάσεις όχι μόνον του πνεύματος του νέου Συντάγματος, αλλά και του γράμματός του. Οι πιο σημαντικές από τις παραβιάσεις και τις διαστρεβλώσεις του Συντάγματος του 1927 (ορισμένες αποτελούν τα προανακρούσματα για την κατάργησή του, το 1935) ήταν:

Η αντισυνταγματική ενίσχυση της Εκτελεστικής Εξουσίας. Όπως παρατηρεί ο Ν. Αλιβιζάτος: «Τον Κρατικό παρεμβατισμό που οι νέες συνθήκες επέβαλαν, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το Σύνταγμα του 1927 που κατά βάση ακολουθούσε το θεσμικό πρότυπο του φιλελεύθερου κράτους του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική δράση του να είναι οιονεί αναγκαία η παραβίαση του Συντάγματος».

Όπως γράφει το 1934 ο Ελ. Βενιζέλος: «… Τα προβλήματα που εγέννησεν η μεταπολεμική εποχή και η επακολουθήσασα μετά το 1929 παγκόσμιος κρίσις επέβαλαν την ανάμιξιν του κράτους εις την διεύθυνσιν της εθνικής οικονομίας. Διά την διεύθυνσιν αυτήν το κοινοβουλευτικόν κράτος ήτο ήκιστα παρασκευασμένον (…) Η σημερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθεί προς τα καθήκοντά της, διότι είναι ανίσχυρος, ευρισκόμενη υπό την πλήρη εξάρτησιντης νομοθετικής εξουσίας, η οποία επηρεάζεται από την ανάγκη να μη δυσαρεστήση τας διαφόρους εκλογικάς ομάδας διά να μην διακινδυνεύση η επανεκλογή των αποτελούντων αυτήν βουλευτών».]

Η νομοθετική λειτουργία ξέφυγε από τα νομοθετικά σώματα και περιήλθε στην εκτελεστική εξουσία που την άσκησε κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων κυρίως μέσα από την αυτόνομη κυβερνητική νομοθεσία και τη νομοθεσία κατ’ εξουσιοδότηση των Βουλών. Στην Ελλάδα πάντως, πέρα από τις ανάγκες της παρεμβατικής λειτουργίας του κράτους ήταν ο εθνικός διχασμός αυτός που, σε κρίσιμες καμπές της Β΄ Δημοκρατίας, επέβαλε επιλογές και χειρισμούς πολιτικής σκοπιμότητας που διαστρέβλωσαν το πνεύμα του Συντάγματος και υπονόμευσαν το κύρος του πολιτεύματος.

Ενδεικτικά θα πρέπει να αναφερθούν:

α) Η επανειλημμένη εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου για εσωτερικούς λόγους και χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής.

β) Οι μονομερείς κυβερνητικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως πχ. η «πραξικοπηματική» αλλαγή με το ν.δ. της 11ης Ιουλίου 1928 του εκλογικού νόμου προκειμένου να επαναφερθεί από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα.

γ) Ο σχηματισμός της κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου, τον Ιούλιο του 1928 χωρίς ο πρωθυπουργός να διαθέτει την δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας στη Βουλή και με την εκ των προτέρων «συμφωνία» ότι η Βουλή θα διαλυόταν και η κυβέρνησή του δεν θα εμφανιζόταν ενώπιον της λαϊκής αντιπροσωπείας, παρακάμπτοντας έτσι, την αδυναμία συμπράξεως της Γερουσίας, η οποία δεν είχε ακόμα συσταθεί και χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεση της Βουλής, η οποία αναπλήρωνε την Γερουσία στην άσκηση των συνταγματικών της αρμοδιοτήτων.

δ) Τον Ιανουάριο του 1933, ο Ελ. Βενιζέλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, αποσύροντας την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής ομάδας των Φιλελευθέρων, σχημάτισε κυβέρνηση, αλλά δεν εμφανίστηκε στη Βουλή και ζήτησε-και πέτυχε- την πρόωρη διάλυση της Βουλής (η θητεία της έληγε το 1936.).   Την αντισυνταγματικότητα της διάλυσης αυτής απέδειξε με εμπεριστατωμένο άρθρο του στο «Ελεύθερον Βήμα» της 23ης Ιανουαρίου 1933, ο Αλ. Σβώλος.

ε) Το 1932 ανέκυψε ζήτημα αν η τριετής θητεία των γερουσιαστών λήγει μόλις συμπληρωθούν ημερολογιακά τα τρία έτη ή μέχρι να διενεργηθούν βουλευτικές εκλογές. Τα δύο νομοθετικά σώματα διαφώνησαν: Η Βουλή τάχθηκε υπέρ της πρώτης άποψης, η Γερουσία υπέρ της δεύτερης. Σε κοινή συνεδρίαση που έγινε τον Μάιο του 1932 το ζήτημα λύθηκε υπέρ της απόψεως της Γερουσίας. Η απόφαση αυτή που προκλήθηκε από τον Βενιζέλο, κατέληξε σε τροποποίηση με απλό νομοθέτημα συνταγματικής διάταξης και αποτέλεσε, σύμφωνα με τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης και του τύπου «συνταγματικό πραξικόπημα».

 Όπως επισημαίνει ο Ν. Αλιβιζάτος, οι διαστρεβλώσεις του πνεύματος του Συντάγματος ήταν πιο εμφανείς στο πεδίο των ελευθεριών, όπου οι εκάστοτε κυβερνώντες υιοθέτησαν και εφάρμοσαν νομοθετήματα και πρακτικές αμφίβολης συνταγματικότητας. Εδώ, οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού εκδηλώθηκαν με την υιοθέτηση σε μόνιμη βάση νομοθετημάτων και πρακτικών αμφίβολης συνταγματικότητας, τα οποία οι κυβερνώντες εφάρμοζαν εναντίον των πολιτικών αντιπάλων τους.

αα) Προηγήθηκε το περιβόητο νδ. της 24ης Ιουλίου 1924 «περί κατοχυρώσεως του Δημοκρατικού Πολιτεύματος», γνωστό ως «κατοχυρωτικό») με το οποίο η πρώτη κυβέρνηση της Δημοκρατίας θέλησε να τιμωρήσει αμείλικτα κάθε «προσβολή», «δυσφήμιση», «εξύβριση», «αποδοκιμασία» ή «αμφισβήτηση» των «ιδρυτικών του δημοκρατικού πολιτεύματος πράξεων». (Το διάταγμα επικρίθηκε έντονα από τους Καφαντάρη, Σοφούλη, Ζαβιτσιάνο και Μιχαλακόπουλο, αλλά επιδοκιμάστηκε από 260 βουλευτές).

ββ) Θεσμοθετήθηκε σε μόνιμη βάση η διοικητική εκτόπιση πολιτών «υπόπτων» για πράξεις «αντικειμένας εις την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν της χώρας». Ο θεσμός αυτός που αναιρεί τις βάσεις του συνταγματικού φιλελευθερισμού, ριζωμένου στη χώρα από τα χρόνια της παλιγγενεσίας, εισήχθη από τον Πάγκαλο ως μέτρο για την δίωξη των πολιτικών αντιπάλων του (νδ 2.06.1926), αλλά ίσχυσε στη χώρα μας συνεχώς ως το 1974:

Μετά το 1931, το μέτρο της διοικητικής εκτόπισης εφαρμόστηκε σχεδόν αποκλειστικά για την δίωξη στελεχών του ΚΚΕ και της ευρύτερης Αριστεράς. Χιλιάδες πολιτών εκτοπίστηκαν από διοικητικές επιτροπές (και όχι από δικαστήρια), όχι για παράνομες πράξεις τους, αλλά για το φρόνημά τους. Τα μέτρα αυτά δημιούργησαν ένα «κακό προηγούμενο» που διευκόλυνε την εφαρμογή ανάλογων «μεθόδων», όχι μόνο για τους αντιπάλους του πολιτικού καθεστώτος, αλλά και του κοινωνικού συστήματος.

γγ) Το «κατοχυρωτικό» προετοίμασε το έδαφος για το περιβόητο «ιδιώνυμο» (ν.4229/1929) που τιμωρούσε με φυλάκιση όποιον επεδίωκε την «εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσω ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν».

Το αξιοσημείωτο με το νόμο αυτόν που αναιρούσε τα επιτεύγματα του ελληνικού συνταγματισμού στο πεδίο της πνευματικής και πολιτικής ελευθερίας είναι ότι υιοθετήθηκε με πρωτοβουλία της κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου σε μια εποχή όπου όλοι συμφωνούσαν ότι δεν υπάρχει στην Ελλάδα άμεσος και σοβαρός κομμουνιστικός «κίνδυνος» που θα «δικαιολογούσε» την λήψη τέτοιων μέτρων, καθώς το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) είχε περιορισμένη εκλογική απήχηση.

Ο Αλ. Παπαναστασίου άσκησε στην Βουλή δριμύτατη κριτική στην «φιλοσοφία» του «Ιδιώνυμου», εκφράζοντας φόβους που τελικά αποδείχθηκαν βάσιμοι:  Οι ρυθμίσεις του «Ιδιώνυμου» αντί να συντελέσουν στη καταστολή θα ενδυναμώσουν τελικά το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, ενώ θα αγνοήσουν τον μεγάλο κίνδυνο που προέρχεται από τις φασίζουσες ακροδεξιές οργανώσεις της εποχής.

     ΄ Πάντως, την λήψη όλων αυτών των μέτρων εναντίον της Αριστεράς διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό και η συγκεκριμένη πολιτική που ακολούθησε τότε η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. πάνω σ’ ένα πολύ ευαίσθητο εθνικό θέμα, το λεγόμενο «Μακεδονικό» και ιδίως, οι θέσεις περί δημιουργίας «ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους», σε μια εποχή όπου στη Μακεδονία, μετά την εγκατάσταση των προσφύγων, ο ελληνικός πληθυσμός ξεπερνούσε πλέον του 95% του συνολικού πληθυσμού. Τελικά, με διάφορες παραλλαγές, το «Ιδιώνυμο» αποτέλεσε από τότε τον ακρογωνιαίο λίθο της νομοθεσίας για την ασφάλεια του κράτους μέχρι το 1974.Το ΚΚΕ δεν αξιοποίησε τις δημοκρατικές ευαισθησίες που εκφράσθηκαν στη Βουλή κατά την ψήφιση του «Ιδιώνυμου».

Χωρίς τα ιδρυτικά του στελέχη και τους αριστερούς διανοούμενους το ΚΚΕ όχι μόνο δεν κατάφερε να εκφράσει τους στόχους και τα οράματα της εργατικής τάξης, αλλά διήλθε μια περίοδο έντονης εσωκομματικής πάλης και άκρατου δογματισμού σε μια εποχή που τα μέλη του δεν έφθαναν τα 1.500 και ο «Ριζοσπάστης’ δεν ξεπερνούσε τα 3.000 φύλλα σ’ όλη την χώρα.

Β.Η «ΠΡΟΤΑΣΗ» ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ 1932

Στις 21 Μαΐου 1932, ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος θα προβεί στην βαρυσήμαντη δήλωση ότι «εις το μέλλον καλούμενος να αναλάβει την κυβέρνησιν δεν θα δεχθεί παρά μόνον υπό τον όρον ότι θα εγκριθή υπό του Ελληνικού Λαού η μεταρρύθμισις του Συντάγματος». Το Σύνταγμα του 1927 συμπλήρωνε σ’ έναν μήνα, 5 χρόνια εφαρμογής και άρα, δεν υπήρχε πλέον ο χρονικός φραγμός που προέβλεπε η σχετική με την αναθεώρησή του διάταξη για να ξεκινήσει η σχετική διαδικασία της αναθεώρησής του.

Σύμφωνα με τις απόψεις που διατύπωσε στη Βουλή (21.05.1932) ο Ελ. Βενιζέλος, η συνταγματική αναθεώρηση θα είχε ως στόχο την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας κατά τα πρότυπα του Συντάγματος της Βαϊμάρης.Είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο επίμαχο άρθρο επικαλέστηκαν την ίδια μέρα στη βουλή 3 βουλευτές των Φιλελευθέρωνυποβάλλοντας «δήλωση» (η οποία μεταγενέστερα χαρακτηρίστηκε ως «πρόταση» αναθεώρησης) με την οποία δεν δίσταζαν να αξιώνουν «ριζικές λύσεις».

Η «μικτή επί των μεταρρυθμίσεων του Συντάγματος Επιτροπή» που συγκροτήθηκε από την Βουλή (08.06.1932) με πρόταση του Α. Μιχαλακόπουλου και στην οποία μετείχαν μόνο βουλευτές και γερουσιαστές των Φιλελευθέρων ( Ο Αλ. Παπαναστασίου διαφώνησε με την σύσταση της επιτροπής και δεν μετείχε στις εργασίες της.) υπέβαλε (τον Αύγουστο του 1932) πρόταση αναθεώρησης των διατάξεων που αναφέρονταν στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, στις αρμοδιότητες του ΠτΔ, στην εισαγωγή νομοθετικού δημοψηφίσματος κλπ. [..] «Το Σύνταγμα έχρηζε αναθεωρήσεως οπωσδήποτε στο σημείο των «κοινών συνεδριάσεων των δύο νομοθετικών σωμάτων», διότι, όπως είχε η κατάσταση τότε, οι δυνάμεις που είχαν την πλειοψηφία των κοινών συνεδριάσεων μπορούσαν να παρακωλύουν το νομοθετικό έργο κι αν ακόμη ήταν μειοψηφία στη Βουλή, με αποτέλεσμα να καταργούν ουσιαστικά την κυβέρνηση, αντίθετα προς το πνεύμα του Συντάγματος».

 Έχει υποστηριχθεί ότι ο  Ελ. Βενιζέλος επιδίωξε αυτήν την αναθεώρηση, επειδή ήθελε ο ίδιος να εκλεγεί απευθείας από τον λαό στο αξίωμα του ΠτΔ και θεωρούσε ότι με τις περιορισμένες αρμοδιότητες που αναγνώριζε στον ΠτΔ το Σύνταγμα, αν γινόταν ΠτΔ «ή αυτός θα έσκαγε ή το πολίτευμα». Αν ο Βενιζέλος είχε την δυνατότητα να υπερβεί το χρονικό όριο του Συντάγματος και να υποβάλει νωρίτερα την πρόταση, ασφαλώς θα είχε επιτύχει την συνταγματικής μεταρρύθμιση με δεδομένη την παντοδυναμία του και στα δύο νομοθετικά σώματα. Το αναθεωρητικό του διάβημα όμως έμεινε μετέωρο, διότι τον Αύγουστο έληξε η βουλευτική περίοδος. Δεν μπορούσε να μεσολαβήσει δηλ. ούτε το τρίμηνο που το Σύνταγμα απαιτούσε μεταξύ των ξεχωριστών αποφάσεων της Βουλής και της Γερουσίας και της σύγκλησής τους σε Εθνική Συνέλευση κατά το άρθρο 125.

Γ. Η ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ 1935 ΚΑΙ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Η παλινόρθωση της μοναρχίας, με στρατιωτικό πραξικόπημα, το 1935 και η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον επανελθόντα βασιλιά και τον Ιω. Μεταξά, λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, ήταν η «φυσική» κατάληξη της αναβίωσης του Εθνικού Διχασμού στη δεκαετία του 1930. Έτσι, σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου επιβλήθηκαν φασιστικές ή φασίζουσες δικτατορίες, στην Ελλάδα, η κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού οφειλόταν περισσότερο σε πολιτικά παρά σε κοινωνικοοικονομικά αίτια.

Την 1η Μαρτίου 1935 εξερράγη επαναστατικό κίνημα στο ναύσταθμο και σε μερικά σημεία της Αθήνας, καθώς και στον στρατό των συνόρων, από στρατιωτικούς ανήκοντες στο παλιό δημοκρατικό στρατόπεδο, με πρόσχημα την υπεράσπιση της δημοκρατίας που κινδύνευε. Το κίνημα καταστάληκε από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, αλλά προκάλεσε νέο αναβρασμό, νέες δίκες, νέες φυλακίσεις και νέες εκτελέσεις. Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν ο άλλοτε φανατικός βασιλόφρων και πλέον φανατικός δημοκράτης Αναστ. Παπούλας, καθώς και ο στρατηγός Κοιμήσης που διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην επανάσταση του 1922. Ο Ν. Πλαστήρας και ο Ελ. Βενιζέλος καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο, ενώ ο Καφαντάρης και ο Παπαναστασίου σε φυλάκιση με αναστολή.

Η Βουλή διαλύθηκε, η Γερουσία καταργήθηκε και στις εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935 οι Φιλελεύθεροι δήλωσαν αποχή. Ο Ιω. Μεταξάς μιλούσε περί της ανάγκης παλινορθώσεως της βασιλείας ως εγγυήτριας τάξεως και ησυχίας. Ακολούθησε ο Κονδύλης, ο οποίος διακήρυξε ξαφνικά ότι μόνη σωτηρία για την Ελλάδα απομένει η άμεση επαναφορά του βασιλικού πολιτεύματος, ανέλαβε δε σθεναρό αγώνα προς επιστροφή του Γεωργίου. Ο Τσαλδάρης αν και αντιπαθούσε τον θεσμό της βασιλείας, απέκρουε κάθε βίαιη μεταβολή του προβλήματος μέσω δημοψηφίσματος.

Όμως, την 10η Οκτωβρίου 1935, ο αρχηγός του επιτελείου στρατηγός Αλ. Παπάγος και οι αρχηγοί της Αεροπορίας Ρέπας και του Ναυτικού Οικονόμου απαίτησαν με τελεσίγραφο την άμεση λύση και ο Τσαλδάρης παραιτήθηκε. Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κονδύλης, ενώ η Εθνοσυνέλευση μέσω ψηφίσματος κατήργησε την δημοκρατία και επανέφερε τον βασιλιά. Ο πρόεδρος Ζαΐμης παραιτήθηκε και ο Κονδύλης χρίσθηκε αντιβασιλιάς.

Την 3η Νοεμβρίου διενεργήθηκε δημοψήφισμα το οποίο απέβη πανηγυρικά υπέρ της βασιλείας και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ επέστρεψε στην Ελλάδα την 25η Νοεμβρίου 1935, αφού προηγουμένως είχε συμφιλιωθεί και με τον Ελ. Βενιζέλο στο Παρίσι. Ο σχηματισμός κυβέρνησης ανατέθηκε στον Κ. Δεμερτζή, ο οποίος κήρυξε γενική αμνηστία και διενήργησε εκλογές την 26η Ιανουαρίου 1936, αλλά επειδή εκ του αποτελέσματος ήταν αδύνατος ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης, παρέμενε ο ίδιος πρωθυπουργός, αφού προσέλαβε ως αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κατόπιν συστάσεως του Ελ. Βενιζέλου, τον Ιω. Μεταξά. Την 13η Απριλίου του 1936 όμως, πέθανε αιφνίδια ο Κ. Δεμερτζής και την προεδρία της κυβερνήσεως ανέλαβε ο Ιω. Μεταξάς.

   Δ. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΩΝ ΤΟΥ 1935

Πέρα από την επαναφορά της βασιλείας, που είχε καθ’ εαυτή μεγάλη σημασία για τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, τα γεγονότα του 1935 είχαν βαρυσήμαντες επιπτώσεις για το συνταγματικό μέλλον του τόπου.

Πρώτα πρώτα, η ήττα των Βενιζελικών και οι συνακόλουθες εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού και ιδίως, των ενόπλων δυνάμεων, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη μονοκομματική συγκρότηση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης τα χρόνια που ακολούθησαν. Διαφωνίες, τάσεις και αποχρώσεις ασφαλώς εξακολούθησαν να υπάρχουν. Ωστόσο, ήταν δευτερεύουσες μπροστά στα κοινά ιδεολογικά και πολιτικά σημεία αναφοράς που ένωναν τα στελέχη του κρατικού μηχανισμού από τα κατώτερα ως τα ανώτατα κλιμάκια και που, σχηματικά, θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει α) στην προσήλωση στο στέμμα, β) την δυσμενή προκατάληψη προς τα κόμματα, γ) την δυσπιστία προς κάθε είδους εκσυγχρονισμό και τις νέες ιδέες και τέλος, δ) σε έναν διάχυτο αντικοινοβουλευτισμό, ιδιαίτερα έντονο στις τάξεις κυρίως των μόνιμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων.

Από αυτό το πρίσμα, οι εκκαθαρίσεις του 1935 ήταν ποιοτικά διαφορετικές από τις άλλες εκκαθαρίσεις του Μεσοπολέμου και είχαν πολύ πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, γιατί, όσο εκτεταμένες και αν ήταν και εκείνες, οι προηγηθείσες εκκαθαρίσεις δεν είχαν αποκόψει τον κρατικό μηχανισμό από την κοινωνία και τις αντιθέσεις της. Απεναντίας, έως το 1935, τόσο ο δημοσιοϋπαλληλικός κλάδος, όσο και το σώμα των Ελλήνων αξιωματικών αντανακλούσαν λίγο-πολύ την κοινωνία και τις διαιρέσεις της, ήταν Βενιζελικοί και Αντιβενιζελικοί, κάτι που τους εμπόδιζε να διεκδικούν ως ιδιαίτερα κοινωνικά σώματα έναν αυτόνομο πολιτικό ρόλο.

 Αντίθετα, μετά το 1935, άρχισαν να δημιουργούνται οι όροι που επέτρεψαν, ιδίως στις ένοπλες δυνάμεις, να διεκδικήσουν μετά τον πόλεμο μιαν αυτόνομη παρουσία στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου. Τα γεγονότα του 1935, εξάλλου, δημιούργησαν τις συνθήκες μιας σοβούσας συνταγματικής ανασφάλειας. Και τούτο για τρεις τουλάχιστον λόγους:

  1. Η προσφυγή κάθε τόσο στην έκδοση συντακτικών πράξεων δημιούργησε, δίπλα στο τυπικό Σύνταγμα, ένα corpus διατάξεων ίσης τυπικής ισχύος, ένα τύποις παρασύνταγμα, που αφαιρούσε από το Σύνταγμα την ιδιότητα του (μόνου) θεμελιώδους νόμου της πολιτείας.
  2. Οι ίδιες συντακτικές πράξεις και τα άλλα αυθαίρετα μέτρα πρόληψης και καταστολής που υιοθετήθηκαν το 1935, δημιούργησαν ένα πλέγμα διατάξεων αντίθετων κατά περιεχόμενο προς το τυπικό Σύνταγμα, στο πεδίο ιδίως των ελευθεριών, ένα ουσία αντισύνταγμα, που αναιρούσε το φιλελεύθερο περιεχόμενο των εξαγγελιών του τυπικού Συντάγματος.
  3. Η επικρατήσασα συνήθεια της εκτελεστικής εξουσίας-την οποία μάλιστα επικύρωσε η συντακτική πράξη ΚΔ΄/14.05.1935- να αναστέλλει, κατ’ ουσίαν οποτεδήποτε, τις σπουδαιότερες εγγυήσεις των ατομικών δικαιωμάτων για λόγους εσωτερικής ασφάλειας, έθετε σε τελευταία ανάλυση την ισχύ του Συντάγματος «υπό αίρεσιν», μιαν αίρεση, η πλήρωση της οποίας υπαγόταν αποκλειστικά στην κρίση της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς διαδικαστικούς ή άλλους φραγμούς.

Η επικράτηση της τριπλής αυτής συνταγματικής ανασφάλειας οφειλόταν βεβαίως και ήταν άμεση απόρροια των δραματικών γεγονότων του 1935. Όμως, οι επιπτώσεις της για την εσωτερική συνοχή, την εφαρμογή και τη νομιμοποίηση των κοινοβουλευτικών θεσμών ήταν τόσο βαθιές, που ξεπερνούσαν τη συγκυρία του ταραχώδους εκείνου χρόνου και επηρέασαν τις εξελίξεις όχι μόνον των αμέσως επόμενων χρόνων, αλλά και των δεκαετιών.

Ε.Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1936

Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 1936 με πρόταση της κυβέρνησης Μεταξά, ο βασιλιάς εξέδωσε δύο βασιλικά διατάγματα: Με το πρώτο ανέστειλε επ’ αόριστον την ισχύ των εγγυήσεων των σπουδαιότερων ατομικών δικαιωμάτων. Με το δεύτερο, διέλυσε την Γ΄ Αναθεωρητική Βουλή. Τα δύο διατάγματα τα προσυπέγραφαν ο πρωθυπουργός και όλα τα μέλη της κυβέρνησης, εκτός από τρεις υπουργούς που παραιτήθηκαν[..] ( Γ. Μαντζαβίνος, Δημ. Ελευθεριάδης και Αρ. Βαλαωρίτης).

Η αντισυνταγματικότητα και των δύο διαταγμάτων της 4ης Αυγούστου ήταν πρόδηλη: Το μεν πρώτο είχε εκδοθεί βάσει της συντακτικής πράξης ΚΔ΄ της 14ης Μαΐου 1935, η οποία, επέτρεπε την αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος του 1927 και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε παύσει να ισχύει μετά την επαναφορά του Συντάγματος του 1864/1911, στις 10 Οκτωβρίου 1935. Όσο για το δεύτερο, που επικαλείτο μάλιστα ρητά το άρθρο 37 του Συντάγματος του 1911, ήταν αντισυνταγματικό, διότι, εκτός των άλλων, δεν προκήρυσσε εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής, μέσα στις προθεσμίες που έθετε το ίδιο άρθρο. [..]

Αυτοσκοπός- και όχι μέσο για την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου-, η  δικτατορία αποτελούσε για τον Ιω. Μεταξά τον αναγκαίο όρο για την εγκαθίδρυση μιας πειθαρχημένης αυταρχικής πολιτείας, πάνω στο πρότυπο των δικτατορικών καθεστώτων που είχαν επιβληθεί εκείνη την εποχή στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. [..] Όσο για τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου, εξέφραζαν τον συμβιβασμό στον οποίο ο βασιλιάς και δικτάτορας/πρωθυπουργός είχαν καταλήξει, που δεν ήταν άλλος από την προσωρινή κατάργηση του κοινοβουλευτισμού, με μέριμνα να τηρηθούν κάποια προσχήματα νομιμότητας. […] Έτσι, πρώτο μέλημα του βασιλιά ήταν να τηρηθούν κάποια προσχήματα της προδικτατορικής νομιμότητας. Εξ ου και η διατήρηση σε τυπική ισχύ του Συντάγματος του 1911 και οι συχνές αναφορές σε αυτό από τους «θεωρητικούς» της δικτατορίας.

Πιο συγκεκριμένα και πολύ συνοπτικά, σε ό, τι αφορά την οργανωτική συγκρότηση της δικτατορίας και τα θεωρητικά σχήματα που πρότειναν οι ιδεολόγοι της για να την στηρίξουν, ξεχωρίζουν τα εξής σημεία:

  1. Η αποδοχή του πρωταρχικού ρόλου του στέμματος
  2. Η έξαρση της προσωπικότητας του δικτάτορα/ πρωθυπουργού
  3. Η ανάδειξη μιας νέας έννοιας του έθνους ως πηγής των εξουσιών
  4. Η απόπειρα να μεταφυτευθεί στην Ελλάδα η θεωρία του «ολοκληρωτικού κράτους»

       Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε  για να αποκτήσει σταθερές πολιτικές δομές, η   δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εμπειρισμό της.

ΣΤ.Η ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 προσπαθούσε να υπαγάγει τα ατομικά δικαιώματα στα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου, διέθετε ελαστικότητα στην εξαγγελία τους και ως, εκ τούτου, αποσυνταγματοποίηση της νομικής τους προστασίας. Αυτές ήταν οι βασικές αρχές πάνω στις οποίες η δικτατορία της 4ης Αυγούστου θέλησε να θεμελιώσει τις αντιλήψεις της για τις ελευθερίες. [.] Το καθεστώς επιχείρησε να δώσει έτσι ένα «φιλοσοφικό» επίχρισμα στην κατάλυση των ελευθεριών, οπότε κήρυξε κατ’ ουσίαν τον στρατιωτικό νόμο (τυπικά είχε απλώς αναστείλει την προστασία των σπουδαιότερων ατομικών δικαιωμάτων, βάσει της συντακτικής πράξης ΚΔ΄/1936).

    Συνοπτικά αναφέρονται τα εξής:

  1. Η αναστολή των εγγυήσεων των κυριότερων ατομικών δικαιωμάτων έγινε με το πρώτο από τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου, το οποίο είχε εκδοθεί με πρόσχημα της «κομμουνιστική απειλή».
  2. Η αντικατάσταση του «ιδιώνυμου», δηλαδή του ν.4229/1929, με πολύ αυστηρότερες ρυθμίσεις (τους α.ν. 117/1936 και 1075/1938), οι οποίες τιμωρούσαν την άμεση ή έμμεση επιδίωξη «ιδεών», «θεωριών» ή «κοινωνικών, οικονομικών και θρησκευτικών συστημάτων τεινόντων εις την ανατροπήν του κρατούντος εν τη χώρα κοινωνικού καθεστώτος». Περαιτέρω, οι ίδιες ρυθμίσεις ποινικοποιούσαν την έκδοση και κυκλοφορία βιβλίων με ανατρεπτικό περιεχόμενο, αλλά και τη συμμετοχή ακόμη και σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις, «καθ’ άς πρόκειται να αναπτυχθώσιν οπωσδήποτε εκδηλωθώσιν» οι ως άνω ιδέες και συστήματα.
  3. Το άνοιγμα, με τα ίδια νομοθετήματα, «στρατοπέδων συγκέντρωσης», όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν, για τον εγκλεισμό των εκτοπιζομένων, υπό καθεστώς «πειθαρχικής διαβιώσεως». Γνωστότερο από τα στρατόπεδα αυτά ήταν οι φυλακές της Ακροναυπλίας, όπου εκτοπίζονταν τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που συλλαμβάνονταν.
  4. Η καθιέρωση των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων» για τον έλεγχο των πολιτικών πεποιθήσεων των δημόσιων και ορισμένων ιδιωτικών υπαλλήλων, καθώς και των διαβόητων «δηλώσεων μετανοίας», τις οποίες καλούνταν να υπογράψουν οι πολιτικώς «ύποπτοι», προκειμένου να μην απολυθούν από το Δημόσιο, να πάρουν κάποιο πιστοποιητικό, ή (απλώς!) να μην εκτοπισθούν.

Ακόμη, το καθεστώς εφάρμοζε και αστυνομικά μέτρα, όχι μόνο για τον έλεγχο των πολιτών, αλλά και για την προσχώρησή τους- με τη βία ή με απειλή βίας- στην «υπόθεση» της 4ης Αυγούστου. Πιο συγκεκριμένα, η δικτατορία:

  1. Προτιμούσε να μην παραπέμπει σε δίκη τους αντιπάλους της, αλλά να τους εκτοπίζει.
  2. Γενίκευσε την πρακτική των δηλώσεων μετανοίας «υπόπτων» πολιτών.
  3. Συγκρότησε την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ), την οποία ίδρυσε το Νοέμβριο του 1936 και η οποία, μετά το 1939 γιγαντώθηκε, καθώς έγινε υποχρεωτική η εγγραφή σε αυτήν των μαθητών όλων των σχολείων.

Τα βίαια αυτά μέτρα προκάλεσαν βεβαίως δυσαρέσκειες, αλλά την ακολουθήσασα σχεδόν πενταετία επωφελήθηκαν όλες οι τάξεις, αφού ομολογουμένως η δικτατορία του Μεταξά, χωρίς να σχετίζεται με τον φασισμό της Ιταλίας ή το ναζισμό της Γερμανία ή με το καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία και το καθεστώς του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, επιβλήθηκε ως αναγκαίο κακό στην χώρα μας, προϊόν των σχεδόν μόνιμων ανωμαλιών του παρελθόντος και του φόβου για ενδεχόμενο κοινωνικό χάος. 

Λήφθηκαν τότε πολλά κοινωνικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων τάξεων, όπως οι συλλογικές συμβάσεις, η κοινωνική περίθαλψη, η υποχρεωτική άδεια κλπ. Επίσης, εκτελέστηκαν πολλά και σπουδαία παραγωγικά έργα σε όλη την ελληνική επικράτεια, αλλά και έργα παιδαγωγικού χαρακτήρα. Στον Ιω. Μεταξά οφείλεται και η πρώτη συστηματική προσπάθεια για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας από τους Εμμανουήλ Τριανταφυλλίδη και Αχιλλέα Τζαρτζάνου. Το 1938 κυκλοφορήθηκε ο πρώτος τόμος της Γραμματικής του πρώτου, ενώ ο δεύτερος έγραψε το περίφημο Συντακτικό του.

Κυρίως όμως η κυβέρνηση Μεταξά προπαρασκεύασε υλικά και ψυχικά τον ελληνικό λαό για τον πόλεμο και τους εθνικούς θριάμβους κατά την ιταλική επίθεση. Ακόμη, ο Τύπος έμεινε ενωμένος, τα κομματικά πάθη δεν σκότισαν τα πνεύματα και η εθνική ομοψυχία εκδηλώθηκε σε έργα άξια των προαιώνιων παραδόσεων του Ελληνισμού.  Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Μεταξάς, στις στρατιωτικές αποθήκες υπήρχαν εφόδια για 45.000 άνδρες, παλιό και εν πολλοίς άχρηστο πυροβολικό και αεροπλάνα που μετρούνταν στα δάχτυλα των χεριών. Μέσα σε μια τετραετία έγιναν προμήθειες οπλισμού για 200.000 άνδρες, το πυροβολικό εκσυγχρονίσθηκε και η ελληνική αεροπορία είχε καταλάβει αξιόλογη θέση.

Επίσης, κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων είχαν κατασκευασθεί μεγάλα οχυρωματικά έργα, τα οποία με μικρές δυνάμεις απέκλειαν κάθε βουλγαρική επιδρομή.   Επίσης, ο στρατός, μακράν πολιτικών αναμείξεων, απέκτησε άριστο ηθικό. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της η Ελλάδα δεν ήταν τόσο καλά και συστηματικά προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει εχθρική επιδρομή, όσο κατά την έκρηξη του Β΄ΠΠ. Ταυτόχρονα, ο Μεταξάς δραστηριοποιήθηκε για την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και καλής γειτονίας με τα κράτη της Βαλκανικής και υπεγράφησαν αμυντικές συμφωνίες.

Τέλος, την 9η Ιανουαρίου 1939 τελέστηκαν οι γάμοι του διαδόχου Παύλου με την πριγκίπισσα Φρειδερίκη, θυγατέρας του Μεγάλου Δούκα του Μπρούνσβικ και Λούνεμπουρκ Ερνέστου. Συνοπτικά αναφέρεται ότι η πριγκίπισσα Φρειδερίκη, όταν έγινε βασίλισσα, άσκησε με υπόγειο τρόπο  πολύ  έντονο ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας προς όφελός της, κάτι που διαφαίνεται ιδιαίτερα έντονα κατά την διάρκεια του ταραχώδη Εμφυλίου Πολέμου και κατά την δεκαετία του 1960.

Εν κατακλείδι, οι επιτυχίες του Ιω. Μεταξά δεν θα πρέπει να οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα για την φύση του καθεστώτος: Από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα-και με εξαίρεση την βραχύβια δικτατορία του Παγκάλου, το 1925-1926, η οποία καταγράφηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο μάλλον ως γραφική-η 4η Αυγούστου «ήταν το πρώτο καθεστώς στη νεότερη πολιτική μας ιστορία, το οποίο ευθέως και χωρίς περιστροφές, επιδίωξε να καταργήσει τον συνταγματικό φιλελευθερισμό και την δημοκρατία και να οικοδομήσει στη θέση του ένα αυταρχικό πολίτευμα, ολοκληρωτικού χαρακτήρα». [..] Ο θάνατος του Ιω. Μεταξά τον Ιανουάριο του 1941 και κυρίως, η γερμανική εισβολή στα Βαλκάνια, λίγες εβδομάδες αργότερα, έθεσαν τέρμα στην πρώτη και μοναδική απόπειρα της 4ης Αυγούστου να αυτοδεσμευθεί με συνταγματικούς κανόνες, χωρίς οι τελευταίοι να προλάβουν καν να αποτυπωθούν σε νομικό κείμενο, με αρχή, μέση και τέλος.

   Ζ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η δεκαετία του 1930 ήταν πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ιδιαίτερα ταραχώδης και γι’ αυτό πρέπει να εξετάσουμε τα συμβάντα με βάση τις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Βέβαια, διαβάζοντας κάποιος ιστορία και προβαίνοντας σε μια ιστορική αναλογία με την σημερινή εποχή, συνειδητοποιεί ότι και σήμερα έχουν γίνει σημαντικές παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων στην χώρα μας, κατάργηση  των κοινωνικών κεκτημένων και αλλοίωση των θεσμικών εγγυήσεων, ενώ ακόμη υπάρχει μια μορφή έντονου ρατσισμού απέναντι στους ίδιους τους Έλληνες, οι οποίοι αρνούνται την μετατροπή της χώρας τους σε αποθήκη ψυχών διαφόρων εθνοτήτων του μουσουλμανικού κυρίως θρησκεύματος, προκειμένου να αποκομίζουν πληθώρα οικονομικών κερδών οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα μη κυβερνητικές οργανώσεις. Κι όλα αυτά οφείλουν να τα καταγράψουν οι ιστορικοί του μέλλοντος στην ιστορία της Ελλάδας του 21ου αιώνα για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

 

Άννα Παυλίδου, Νομικός – Δημοσιογράφος