Το όνομα «Νεκρά Θάλασσα» μπορεί να εντοπιστεί τουλάχιστον μέχρι την ελληνιστική εποχή (323 έως 30 π.Χ. ). Η Νεκρά Θάλασσα αποτυπώνεται σε βιβλικούς λογαριασμούς που χρονολογούνται στην εποχή του Αβραάμ , του πρώτου από τους Εβραίους πατριάρχες καθώς και στην καταστροφή «Sodom και Gomorrah». Ήταν οι δύο πόλεις κατά μήκος της λίμνης, που σύμφωνα με την εβραϊκή Βίβλο, καταστράφηκαν από τη φωτιά από τον ουρανό λόγω της κακίας τους. 

 Η Νεκρά Θάλασσα ή «Θάλασσα των Σόδομα και Γόμορρα», βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της γης, 394 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσα και ξυπνά μνήμες βιβλικές. Στο βαθύτερο τμήμα της, είναι περίπου 700 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται στην άκρη της ερήμου της Ιουδαίας, μια πολύ ζεστή περιοχή στους πρόποδες του βράχου «Ha-He’etekim». Είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ και αποτελεί σημείο σύνδεσης μεταξύ της ερήμου και της γης στη Μέση Ανατολή.

 Στο βάθος, ατενίζοντας κάποιος επισκέπτης την θέα από την θάλασσα, διακρίνονται τα κατεχόμενα και σε μέρες καθαρής ατμόσφαιρας τα καμπαναριά των εκκλησιών της Ιερουσαλήμ. Σήμερα, στο σημείο όπου πιστεύεται ότι βρίσκεται ο τάφος του Μωυσή, κείτονται τα ερείπια μιας εκκλησίας βασιλικού ρυθμού που χτίστηκε στα τέλη του 4ου αι μ.Χ. και άνθισε ως μοναστήρι 300 χρόνια αργότερα με την έλευση μοναχών από διάφορα μέρη του Βυζαντίου. Οι εργασίες ανασκαφής και αναστήλωσης που άρχισαν το 1933 από Φραγκισκανούς μοναχούς, οι οποίοι αγόρασαν την γύρω προέκταση, έφεραν στην επιφάνεια μωσαϊκά με ελληνικές επιγραφές.

 Η πόλη όμως όπου το Βυζάντιο άφησε το στίγμα του στη Μ. Ανατολή είναι η Μαδηβά. Με 14 εκκλησίες και άλλες 16 που εικάζεται ότι είχε, η Μάνταμπα, σήμερα είναι για τους Χριστιανούς η Ιερουσαλήμ της ανατολικής όχθης του Ιορδάνη. Εδώ μαρτύρησαν χιλιάδες πιστοί ως τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Χριστιανισμό. Μια από τις σημαντικότερες εκκλησίες που σώζεται μέχρι τις μέρες μας, είναι του Αϊ- Γιώργη που κτίστηκε το 550 μ.Χ. επί Ιουστινιανού.

Εδώ βρίσκεται και ο αρχαιότερος τοπογραφικός χάρτης του κόσμου. Ο χάρτης «της Παλαιστίνης ή των Αγίων Τόπων» γραμμένος σε ελληνική γραφή με ονόματα που διακρίνονται, όπως «Ιεριχώ, Αίγυπτος και Παλαιστίνη». Ο χάρτης αποκαλύφθηκε το 1884 από τον αρχιερωμένο Κλέοπα Κικιλίδη. Ήταν τα χρόνια που έφθασαν 2000 περίπου μετανάστες από την πόλη «Αλ Καράκ», δίνοντας και πάλι ζωή στη Μαδηβά, που είχε καταστραφεί από σεισμό το 878 μ.Χ.

Τα χειρόγραφα της Νεκρά Θάλασσας αποτελούν αδιαμφισβήτητα μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα. Ανακαλύφθηκαν σε σπήλαια και σε αρχαία ερείπια της ερήμου της Ιουδαίας. Πρόκειται για μία συλλογή με παραπάνω από 900 ιουδαϊκά χειρόγραφα σε περγαμηνή και πάπυρο γραμμένα στην εβραϊκή, αραμαϊκή και ελληνική γλώσσα. Τα χειρόγραφα αυτά ονομάστηκαν «Χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας» καθώς οι περισσότερες περιοχές ανεύρεσης των χειρόγραφων βρίσκονται στα παράλια της Νεκράς Θάλασσας.

 Τα «Χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας» είναι επίσης γνωστά ως «Χειρόγραφα του Κιρμπέτ Κουμράν (Khirbet Qumran)». Η ονομασία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η κυριότερη και σπουδαιότερη περιοχή ανεύρεσης τους ήταν το Κουμράν. Ωστόσο, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη τα χειρόγραφα αυτά δεν ανακαλύφθηκαν αποκλειστικά στο Κουμράν και στις παραθαλάσσιες περιοχές της Νεκρά Θάλασσας, αλλά και σε άλλες περιοχές, οι οποίες βρίσκονται σε διάφορα σημεία της ερήμου της Ιουδαίας.

Τα χειρόγραφα αυτά, αποτελούν μέρη πιο εκτεταμένων χειρογράφων, τα οποία καταστράφηκαν από φυσικά αίτια ή εξαιτίας ανθρώπινης παρέμβασης, με τα περισσότερα κομμάτια τους να περιέχουν μόνο ελάχιστο κείμενο. Ωστόσο, μικρός αριθμός χειρογράφων παραμένει σε άριστη κατάσταση. Οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να δημιουργήσουν μία συλλογή από 981 διαφορετικά χειρόγραφα που εντοπίστηκαν το 1946-1947, καθώς και το 1956 από έντεκα διαφορετικά σπήλαια. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα σπήλαια του Κουμράν βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τον εβραϊκό οικισμό της ελληνιστικής περιόδου, Χιρμπέτ Κουμράν, στη Δυτική Όχθη. Τα κείμενα αυτά έχουν τεράστια ιστορική, θρησκευτική και γλωσσική σημασία.

Η μεγάλη αυτή ανακάλυψη προήλθε τυχαία την άνοιξη του 1947 από έναν 15χρονο βεδουίνο βοσκό από τη νομαδική φυλή Τααμιρέ. Μια μέρα, λοιπόν, ο νεαρός ονόματι Μωχάμετ Εδ – Διβ , αναζητούσε σε κάποιες άγονες ορεινές περιοχές κοντά στις δυτικές ακτές της Νεκράς Θάλασσας ένα κατσίκι, το οποίο είχε ξεφύγει από το κοπάδι του. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά σε μια οπή η οποία οδηγούσε σε μια σπηλιά στην οποία είχε εισέλθει το κατσίκι. Τότε, ο 15χρονος πέταξε μία πέτρα στη σπηλιά για να φοβίσει το ζώο, ώστε αυτό να βγει έξω κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος, που έμοιαζε με θραύση πήλινων αντικειμένων. Ταραγμένος ειδοποίησε τον ξάδερφό του για να προχωρήσουν μαζί στο εσωτερικό της σπηλιάς.

Εκεί βρήκαν το σπασμένο πήλινο πιθάρι που προκάλεσε τον αρχικό θόρυβο, καθώς και μια σειρά πολλών ακόμη άθραυστων πιθαριών. Το ένα από αυτά τα πιθάρια περιείχε οχτώ κυλίνδρους τυλιγμένους με λινά υφάσματα επιχρισμένα με μια κολλώδη ουσία. Οι βοσκοί, αφού είχαν καταλάβει πως πρόκειται για ευρήματα μεγάλης αξίας, αποφάσισαν να τα πάρουν μαζί τους και να πάνε στη Βηθλεέμ.

Ύστερα από συναντήσεις με αρκετούς εμπόρους, πούλησαν τα πέντε από τα οκτώ στο Συρο-ορθόδοξο Μητροπολίτη Αθανάσιο Γιεσουέ Σαμουέλ για 150 δολάρια και τους υπόλοιπους τρεις κυλίνδρους στον Ε. Κ. Sukenik, στρατηγό και καθηγητή στο εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης Αθανάσιος, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την εβραϊκή γραφή τους και από την αρχαιότητά τους είχε εκτιμήσει την αξία τους, θέλησε να αγοράσει κι άλλα τέτοια χειρόγραφα κι έτσι παρακίνησε τους δύο βεδουίνους για εξερευνήσεις στην περιοχή.

Ακολούθως, όσο οι νεαροί ανακάλυπταν νέα χειρόγραφα και αντικείμενα από το σπήλαιο, τόσο αυξανόταν ο αριθμός των υποψήφιων αγοραστών. Με την ανακήρυξη, όμως, του Ισραήλ ως ανεξάρτητου κράτους στις 14 Μαΐου 1948, το έργο των ανασκαφών πέρασε στα χέρια των ειδικών κι ολοκληρώθηκε στις 3 Μαρτίου του 1952. Τα εν λόγω ευρήματα αφορούν μια χρονική περίοδο άνω των πέντε χιλιετιών και συγκεκριμένα από την 4η χιλιετία π.Χ. ως και τις αρχές της 2ης χιλιετίας μ.Χ.

 Το περιεχόμενο των χειρόγραφων χωρίζεται σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα βιβλικά κείμενα και υπομνήματα, ήτοι αποσπάσματα από βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και το βιβλίο του Ησαΐα και η δεύτερη εξωβιβλικά κείμενα, ήτοι ύμνους και προσευχές, κανονισμούς και απόκρυφα – αποκαλυπτικά.

Τα περισσότερα ,ωστόσο, από τα «Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας» -που συνολικά φτάνουν περίπου τα 100.000- φιλοξενούνται στο Μουσείο του Ισραήλ. Βέβαια 0στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν και χειρόγραφα, τα οποία τιτλοφορούνται ως χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας και βρίσκονται μάλιστα και στο εμπόριο, όμως τονίζεται ότι αυτά είναι πλαστά. Ως προς αυτά τονίζεται ότι οι ακαδημαϊκοί ανέκαθεν αμφισβητούσαν την αυθεντικότητά τους.

 Συνοψίζοντας, η «τυχαία» ανακάλυψη των χειρόγραφων της Νεκράς θάλασσας προσήλωσε για χρόνια τους ειδικούς στην εξερεύνηση της περιοχής και ακολούθως στην έρευνα κι αξιολόγηση των ανακαλύψεων. Αναμφίβολα, η μεγάλη σημασία των χειρόγραφων αυτών, αφορά κατά κύριο λόγο την αναζήτηση του αυθεντικού πρωτότυπου της Παλαιάς Διαθήκης. Σήμερα η Αρχαιολογική Αρχή του Ισραήλ έχει ανεβάσει στο Διαδίκτυο την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη των Χειρόγραφων της Νεκρά Θάλασσας η οποία περιλαμβάνει μια συλλογή από περισσότερα από 5.000 κομμάτια παπύρων σε εξαιρετική ποιότητα και πολύ υψηλή ανάλυση. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται το βιβλίο της «Γένεσης» και το «Δευτερονόμιο», όπου εκεί εμφανίζεται το πιο αρχαίο γραπτό κείμενο των «Δέκα Εντολών».

Άννα Παυλίδου, Νομικός – Δημοσιογράφος