Με τον όρο «μικρασιατική καταστροφή» περιγράφεται περισσότερο η τελευταία φάση της μικρασιατικής εκστρατείας που επήλθε με το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1918-1919, την φυγή της ελληνικής διοίκησης και την υποχώρηση του ελληνικού στρατού. Από τον Μάιο του 1919 έως τον Οκτώβριο του 1922 μεσολάβησαν πολλά σημαντικά πολιτικά, ιστορικά, στρατιωτικά και διπλωματικά γεγονότα κατά την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Προτού όμως να ασχοληθούμε εκτενώς με την μικρασιατική καταστροφή, είναι σημαντικό το να αναφερθούμε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 που είναι ένα κεφάλαιο το οποίο, δυστυχώς, περνιέται στα ψιλά γράμματα. Σαφώς και μέχρι το 1922 μεσολάβησαν μια σειρά από σημαντικά ιστορικά γεγονότα χάρη στα οποία οφείλουμε τα σημερινά γεωγραφικά σύνορα του ελληνικού κράτους, όμως για να μην ξεφύγει η παρούσα έρευνα από το θέμα της μικρασιατικής καταστροφής, θα αναλυθεί μόνο το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ι. Ο ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897

Πρέπει να τονισθεί ότι ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης της χώρας από τον βασιλιά Όθωνα, μέχρι και την μικρασιατική καταστροφή, η χώρα μας αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα το εσωτερικό της. Ειδικότερα, η ευνοιοκρατία τόσο στην πολιτική όσο και στον στρατό, με την ανάμιξη των βασιλέων στα στρατιωτικά ζητήματα, η γραφειοκρατία και ο υπερδανεισμός της χώρας μας είχαν πολύ σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο για την μετέπειτα πορεία των πολιτικών πραγμάτων.

Συν τοις άλλοις, ως προς την εξωτερική πολιτική της χώρας μας, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 είχε με την σειρά του πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, τότε, η κυβέρνηση Δεληγιάννη είχε χάσει πλέον κάθε συναίσθηση της πραγματικότητας. Συνεργαζόταν πλέον απροκάλυπτα με την «Εθνική Εταιρεία», (που αποτελούσε μυστική οργάνωση συγκροτούμενη κυρίως από στρατιωτικούς) η οποία είχε την αφέλεια να φαντάζεται ότι με μερικά αντάρτικά σώματα στο τουρκικό έδαφος θα εξασφάλιζε τη νίκη των Ελλήνων. Ακόμη, είχε γεμίσει με υποσχέσεις τους ψηφοφόρους της και ήταν απίθανο να βρει λύσεις ευνοϊκές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ελλάδα.

Ευθύς ως έγινε γνωστή όμως η εισβολή τριών χιλιάδων περίπου ανταρτών στο τουρκικό έδαφος (συρφετού απειροπολέμων που διασκορπίστηκαν εύκολα), η Υψηλή Πύλη, η οποία ήταν πλέον προετοιμασμένη για τον πόλεμο, τον κήρυξε στις 5 Ιουλίου του 1897. Ο τουρκικός στρατός  εξόρμησε προς τα στενά της Μελούνας, ενώ ο ελληνικός μετά από διήμερη πάλη υποχώρησε.

Η «Εθνική Εταιρεία», η οποία διηύθυνε τα πάντα, από τα παρασκήνια μέχρι την κήρυξη του πολέμου, με την πρώτη αναγγελία ειδήσεων του μετώπου εξαφανίστηκε. Έξαλλοι, οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνοι της κατάστασης, έστρεψαν μύδρους της λαϊκής απόγνωσης προς τα ανάκτορα. Οι διαδηλώσεις στους δρόμους έπαιρναν σαφώς αντιδυναστικό χαρακτήρα, ενώ σημειώνονταν ένοπλες ταραχές και διαρπαγές καταστημάτων. Η κυβέρνηση Δεληγιάννη υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και στις 18 Απριλίου σχημάτισε κυβέρνηση ο Δ. Ράλλης, ο οποίος, ενώ έως εχθές εξωθούσε προς τον πόλεμο και χαρακτήριζε ως εθνική προδοσία την υποχώρηση σε συστάσεις των Δυνάμεων, τώρα εκλιπαρούσε για την επέμβασή τους για την κατάπαυση του πολέμου.

Εν τω μεταξύ, τη νύχτα της 23ης Απριλίου, όλες οι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν προς την Δομοκό. Ο Βόλος καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα, στα χέρια των οποίων περιήλθε ολόκληρη η Θεσσαλία και εάν δεν γινόταν ανακωχή, μέσα σε λίγες μέρες ο τουρκικός στρατός θα εισερχόταν και στην πρωτεύουσα. Ακόμη, οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης άρχισαν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ της Υψηλής Πύλης και Δυνάμεων, χωρίς την συμμετοχή της Ελλάδας, διότι αυτή, από τον πανικό που την διακατείχε, είχε εμπιστευθεί τις τύχες της στις Μ.Δυνάμεις.

Μετά από πολλές συζητήσεις, συμφωνήθηκε να παραδοθεί στην Τουρκία μόνο μία ορεινή, ακατοίκητη, αλλά οχυρή περιοχή γραμμής Ολύμπου και Καμβουνίων και η Ελλάδα θα κατέβαλε στην Τουρκία πολεμική αποζημίωση εκατό εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, οι Δυνάμεις είχαν προβλέψει να διευθετήσουν το ζήτημα κατά τα δικά τους συμφέροντα, θα δανειοδοτούσαν την Ελλάδα και θα την υπέβαλαν σε διεθνή επιτροπή οικονομικού ελέγχου.

Η γνωστοποίηση των όρων της ειρήνης προκάλεσε θύελλα αγανακτήσεως. Οι Δυνάμεις κατηγορούντο ότι πληρώνονταν πολύ ακριβά για την μεσολάβησή τους, αλλά στην πραγματικότητα, η Ελλάδα πλήρωνε με τιμωρητικό τρόπο την παράφρονα αυτή πολιτική του πολέμου. Η κυβέρνηση του Ράλλη καταψηφίστηκε και σχηματίστηκε νέα υπό τον Αλ. Ζαϊμη από το δεληγιαννικό κόμμα. Η νέα κυβέρνηση αποδέχθηκε τους όρους της ειρήνης, οι διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας-Τουρκίας αποκαταστάθηκαν και την 22α Νοεμβρίου 1897 υπογράφηκε η οριστική ειρήνη.

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 λίγο κόντεψε να οδηγήσει στην πλήρη επανακατάκτηση της Ελλάδας από τους Τούρκους. Η σημασία του καταστροφικού αυτού πολέμου ποτέ δε διδάχθηκε σωστά, ούτε ακόμη και στη Σχολή Ευελπίδων. Έτσι, οι περισσότεροι ή τον αγνοούμε ή τον θεωρούμε σαν μικρή λεπτομέρεια της νεώτερης ιστορίας μας.

Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική, διότι: 1) Ουσιαστικά ήταν ο πρώτος ένοπλος αγώνας της Ελλάδας μετά την απελευθέρωσή της. Μέχρι το 1897 μόνο επαναστατικά κινήματα είχαμε στην Κρήτη, Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη. 2) Απέδειξε ότι δεν υπήρχε κανένα επιτελικό σχέδιο, καμία πολεμική προετοιμασία. 3) Ο στρατός μετά την δολοφονία του Καποδίστρια ουδέποτε οργανώθηκε σε σύγχρονη βάση και ουδέποτε αποκολλήθηκε από τν ασφυκτικό κομματικό εναγκαλισμό. 4) Η μικρή προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη, σχετικά με εξοπλισμό και αναδιοργάνωση του στρατού, δεν είχε τα απαιτούμενα αποτελέσματα, γιατί δεν κατόρθωσε ν’ αλλάξει το σύστημα επιλογής των αξιωματικών και τη νοοτροπία τους.

5) Η φλεγόμενη Μακεδονία, από τη δράση των Βουλγάρων κομιτατζίδων αφέθηκε πλέον στην τύχη της. 6)Αποδείχθηκε η ασυγκράτητη και ανεύθυνη πολιτική φαυλότητα, που δε δίστασε να οδηγήσει τη χώρα σε τέτοια περιπέτεια και καταστροφή. 7) Μέχρι τότε, όπως γράφουν και οι ξένοι διπλωμάτες, ο βασιλιάς Γεώργιος ενδιαφερόταν για την διασκέδαση, τις όμορφες γυναίκες, τις μακροχρόνιες διακοπές του στις γαλλικές ακτές και την επίτευξη οικονομικών πλεονεκτημάτων γι’ αυτόν και τα παιδιά του. Έτσι αποκτήθηκε με χαριστικές πράξεις και παραχωρήσεις, προίκες και δωρεές, η περίφημη βασιλική περιουσία.

Στον πόλεμο όμως αυτόν ανέτειλε ένα σκοτεινό αστέρι- ο διάδοχος Κωνσταντίνος-που άρχισε εκεί στη Θεσσαλία σαν Αρχιστράτηγος την καταστροφή και την ολοκλήρωσε το 1922. Όμως, ο πόλεμος αυτός και τα όσα επακολούθησαν, δημιουργούν  για τον λαό μας τους εξής προβληματισμούς: α) Οι πρωταγωνιστές του σ’ οποιοδήποτε άλλο κράτος θα είχαν κρεμαστεί ή εξοριστεί. Ιδού τι συνέβη: Ο βασιλιάς παρέμεινε αγέρωχος στη θέση του. Ο πρωθυπουργός Θ. Δεληγιάννης εξακολούθησε την πολιτική του καριέρα και τον Μάρτιο του 1905 επανεξελέγη πρωθυπουργός. Ο διάδοχος πήγε για λίγα χρόνια διακοπές στη Γερμανία, ολοκλήρωσε την πλήρη αφοσίωση και υποταγή του στον κουνιάδο του Γερμανό Κάιζερ Γουλιέλμο ΙΙ. Επανήλθε δριμύτερος και φυσικά φέρει ευθύνη για την δράση του. Ο Ράλλης αργότερα έγινε πολλές φορές πρωθυπουργός.

Οι ομοιότητες με την σημερινή εποχή είναι παραπάνω από προφανείς, ενδεικτικά αναφέρονται: η επιβολή του ΔΝΤ του 2010, τα δυσβάστακτα μνημόνια, τα σκάνδαλα διαπλοκής, η λασπολογία, η φαυλότητα και οι αλληλοκατηγορίες των κομμάτων, η κομματική διχόνοια, η ευνοιοκρατία στον δημόσιο βίο και σε καίριες κυβερνητικές θέσεις, η διασπάθιση δημοσίου χρήματος, η έξαρση της εγκληματικότητας, η πολύνεκρη τραγωδία στο Μάτι, η Συμφωνία των Πρεσπών, η εξουσιολαγνεία, ο εγωκεντρισμός,ο κυνισμός, και η ιδιοτέλεια των πολιτικών προσώπων, η εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων.

Και απ’ ότι φαίνεται, ούτε και σήμερα έχουμε διδαχθεί από τα λάθη μας. Λειτουργούμε σα να έχουμε ασθενική μνήμη, ξεχνώντας όλα τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν οι πολιτικοί παράγοντες της χώρας μας σε βάρος του ελληνικού λαού. Ακόμη, παρατηρείται ότι μόλις κάποιος πολιτικός αρχίσει να μας γεμίζει με προσδοκίες και μας παρέχει δώρα ή επιδόματα, ξεχνάμε εντελώς τα πολιτικά λάθη του και τον εμπιστευόμαστε ξανά.

IX. ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ ΤΟΥ 1908 ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΙ ΝΕΟΤΟΥΡΚΟΙ

1.ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ

Το 1908 χιλιάδες μορφωμένοι Τούρκοι, αξιωματικοί και δημόσιοι υπάλληλοι εντάχθηκαν στο κίνημα των Νεοτούρκων. Πιο συγκεκριμένα, την εποχή εκείνη είχε γίνει γνωστή η επανάσταση των Νεοτούρκων και όσα κράτη είχαν εκκρεμότητες με την Οθωμανική αυτοκρατορία, έσπευδαν να τις τακτοποιήσουν πριν στερεωθεί το νεοτουρκικό καθεστώς. Η Κρήτη προκάλεσε την οργή των Νεοτούρκων (ενώ δεν είχαν αντιδράσει στις άλλες περιπτώσεις), οι οποίοι απειλούσαν την Ελλάδα με ένα νέο ’97, εάν δεν αποδοκίμαζε ρητά την ένωση. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση των Νεοτούρκων είχε καθαρά στρατιωτικό συνωμοτικό χαρακτήρα και επικεντρώθηκε στην Μακεδονία, όπου ενισχυόταν από Εβραίους και ελευθεροτέκτονες (μασόνους) της Θεσσαλονίκης. Μετά δε από την αποτυχημένη απόπειρα επαναφοράς της απολυταρχίας (31 Μαρτίου 1909), ο Αβδούλ Χαμίτ εκθρονίστηκε και κυριάρχησαν ολοκληρωτικά οι Νεότουρκοι, οι οποίοι για εσωτερική κατανάλωση επεδίωκαν κάποιον εύκολο πολεμικό θρίαμβο και πίστευαν ότι η Ελλάδα προσφερόταν για κάτι τέτοιο.

Το Κίνημα αυτό προβαλλόταν ως κίνημα με (δήθεν!) αντιαπολυταρχικές τάσεις και με μεταρρυθμιστικούς σκοπούς, διαμορφωμένο με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποτίθεται ότι ήταν ένα σύνθετο κίνημα που περιελάμβανε ανθρώπους απ’ όλο το φάσμα των πολιτικών παρατάξεων, τόσο Έλληνες όσο και Αρμένιους. Το κίνημα αυτό φαινόταν ως ένα κίνημα δημοκρατικό που θα οδηγούσε στην αρμονική συμβίωση Ελλήνων, Αρμενίων και Τούρκων στην πάλαι ποτέ Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένα κίνημα απίστευτα ύπουλο που είχε πολύ γρήγορη και εύκολη επικράτηση στο εσωτερικό του. Είχε ακροδεξιές, μιλιταριστικές και ρατσιστικές τάσεις, πράγμα που δυστυχώς δεν μπορούσαν να δουν ούτε οι πολιτικοί της χώρας μας, όπως ο πρωθυπουργός Δ. Ράλλης, ούτε και ο ίδιος ο βασιλιάς, αντιμετωπίζοντάς το με απόλυτη αφέλεια και φθάνοντας στο σημείο μέχρι και να το.. διαφημίζουν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Νεότουρκοι μάλιστα κάλυπταν πολύ με εύσχημο τρόπο τους πραγματικούς τους σκοπούς, προβάλλοντας ως αρχή το αξίωμα «ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη».

Οι ελπίδες των αφελών γρήγορα διαψεύσθηκαν καθώς το κίνημα των Νεοτούρκων είχε ως στόχο την σταδιακή μετεξέλιξη του Πόντου και της Μ. Ασίας σε μια πατρίδα μόνο για τους Τούρκους. Μάλιστα, είναι η πρώτη φορά που μεθοδεύεται ο μαζικός αφανισμός εθνοτήτων που προετοιμάζεται μέσα από ένα άρτια οργανωμένο σχέδιο (πχ. με το να προγράφουν σε καταλόγους τα ονόματα των Ελλήνων, των Εβραίων και των Αρμενίων του Πόντου και της Μ. Ασίας) και το οποίο θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός μονοεθνικού κράτους.

Ακόμη, οι σωβινιστές Νεότουρκοι εφάρμοζαν άμεσα και ταχύτατα το σχέδιο της εθνοκάθαρσης εναντίον των Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου, χρησιμοποιώντας την προσφιλή σε αυτούς μέθοδο της τρομοκρατίας προκειμένου να εκτουρκίσουν τον πληθυσμό. Προκαλούσαν δηλώσεις, σφαγές, λεηλασίες και αιματοχυσίες στα χωριά. Επίσης, επέβαλαν την τουρκική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα στα σχολεία. Όλες αυτές οι αυθαιρεσίες προλόγιζαν μια σκληρή εποχή για τους Έλληνες του Πόντου και της Μ. Ασίας. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι Τούρκοι φθονούσαν απίστευτα τους Έλληνες που είχαν αναπτυχθεί πάρα πολύ στο εμπόριο, στη παιδεία, στις τέχνες και στον πολιτισμό, μολονότι αποτελούσαν μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον. Αντιθέτως, οι Τούρκοι ήταν κυρίως εργάτες και έκαναν…. θελήματα.

Επιπλέον, ως γνωστόν, η Τουρκία στον Α΄ΠΠ τάχθηκε με τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία- Αυστροουγγαρία) και άρα, με τους ηττημένους. Το πολεμικό κλίμα, η απώλεια των Βαλκανίων, ο αλυτρωτισμός, η ανέχεια, η μιζέρια και η ανάγκη των Τούρκων να γίνουν πρόσφυγες τους καλλιεργούσε μέρα με τη μέρα το μίσος εναντίον των Ελλήνων, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την τραγική τους κατάσταση. Έτσι λοιπόν, οι απεγνωσμένοι Τούρκοι οι οποίοι δεν είχαν μορφωτικό επίπεδο και επέρριπταν την ευθύνη της κατάστασής τους αποκλειστικά στους Έλληνες, έγιναν έρμαια των ραδιούργων στρατηγών τους.

Οι τελευταίοι εκμεταλλευόμενοι την συγκυρία, επέτειναν τα ανθελληνικά και μισελληνικά συναισθήματα του τουρκικού όχλου. Ειδικότερα, με τις οδηγίες του Γερμανού αξιωματικού και αρχιστράτηγου του οθωμανικού στρατού Λίμαν Φον Σάντερς, οι Έλληνες αμέσως μπήκαν στο στόχαστρο ενός πολύ καλά μελετημένου σχεδίου εκκαθάρισης. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι οι Τούρκοι δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα τους Γερμανούς, αλλά συμμαχούσαν μαζί τους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Το οξύμωρο είναι εδώ ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε συγγενική σχέση με τον Κάιζερ Γουλιέλμο ΙΙ καθώς είχε παντρευτεί την αδελφή του και ο Κωνσταντίνος ήδη από την εκστρατεία στα Δαρδανέλλια τάχθηκε υπέρ της Γερμανίας στον Α΄ΠΠ, όπως και μέχρι το τέλος του ευρωπαϊκού πολέμου(!)

Οι Τούρκοι προέβησαν σε σκληρά αντίποινα κατά των Ελλήνων Μικρασιατών και Ποντίων, παίρνοντάς τους τις σοδειές και αναγκάζοντάς τους με την βία να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο αριθμός αυτός ανέρχεται στις 130.000, αλλά ο πραγματικός αριθμός ήταν πάνω από 200.000. Άλλωστε, η υφαρπαγή των περιουσιών των Ελλήνων και ο εκφοβισμός τους ήταν συνήθεις τακτικές των Τούρκων. Όσοι Έλληνες δεν γλίτωναν, αναγκάζονταν να δουλέψουν στα τάγματα εργασίας ή αλλιώς, στα τάγματα θανάτου ή να γίνουν αιχμάλωτοι ή να πωληθούν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Μάλιστα, χαρακτηριστική είναι μια προκήρυξη των Τούρκων κατά των Χριστιανών: «Αν πεινούμε και υποφέρουμε εμείς οι Τούρκοι, αιτία είναι οι γκιαούρηδες που στα χέρια τους κρατούν τον πλούτο μας και το εμπόριό μας. Ως πότε θα ανεχόμαστε τις προκλήσεις τους; Μποϋκοτάρετε τα προϊόντα τους. Σταματήστε κάθε δοσοληψία μαζί του;. Τι την θέλετε την φιλία τους;». Κι έτσι ξεκίνησε ένας ανηλεής οικονομικός διωγμός κατά των Ελλήνων.

Ακόμη, μετά την ανακωχή του Μούδρου που έγινε στις 30 Αυγούστου του 2910 και με την οποία κομματιάστηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Ανατολική Θράκη, επέστρεψαν οι εκτοπισμένοι Έλληνες σε άθλια κατάσταση στη Μ. Ασία. Τότε αντίκρισαν τις δηλώσεις των περιουσιών τους και σιγά-σιγά τις ξαναδημιούργησαν.

  1. ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ

Αναφορικά με όλα τα ανωτέρω, καλό είναι να διατυπωθούν και λίγα λόγια για τους πιο σκληρούς Νεότουρκους κατά των Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου. Οι τύραννοι αυτοί ήταν όλοι φανατικοί μισέλληνες, όλως εχθρικοί, απόλυτα ιδιοτελείς, φιλόδοξοι, αριβίστες και ανήθικοι, καθώς πλούτιζαν καταληστεύοντας τις ελληνικές περιουσίες. Πολύ συνοπτικά θα γίνει μια μικρή αναφορά σε αυτούς και ορισμένες πληροφορίες γι΄ αυτούς.

Ένας από αυτούς ήταν ο δεσποτικός Ενβέρ πασάς, ο οποίος ήταν τόσο αλαζόνας και φιλόδοξος που θεωρούσε τον εαυτό του ανώτερο και από τον Ναπολέοντα. Οι έμπιστοι φίλοι του διασκέδαζαν τη μανία του με το Ναπολέοντα (!) Είχε μάλιστα και κεφαλή του Ναπολέοντα, με τον οποίο λέγεται ότι συχνά ο Ενβέρ έκανε μακρές συνομιλίες. Πίστευε ότι δεν ήταν απλά όμοιος με τον Αυτοκράτορα, αλλά ότι ήταν ο ίδιος ο Ναπολέων, ενσαρκωθείς με τον μανδύα ενός Τούρκου αξιωματικού, για να επανασυστήσει την αυτοκρατορία Οσμάν, την πιο μεγάλη αυτοκρατορία του κόσμου.

Κι αυτό οι κόλακες, οι Γερμανοί, οι οποίοι κρυφά γελούσαν με την τρέλα του για να ελέγχουν καλύτερα το ανόητο θύμα του, χειροκροτούσαν τις ιδέες του, ενθάρρυναν τη μωρία του, σε σημείο που την ημέρα που έγινε στρατηγός σε ηλικία 32 χρόνων, απάντησε σ’ ένα φίλο του που τον συνεχάρη για την τόσο ταχεία εξέλιξή του: «Αυτή τη φορά αγαπητέ, έχασα 5 χρόνια, θα έπρεπε να γίνω πασάς τουλάχιστον στα 27 μου χρόνια». Στο σημείο αυτό διαφαίνεται ότι οι ομοιότητες είναι παραπάνω από προφανείς με την δική μας εποχή, κατά την οποία η γερμανική κυβέρνηση έχει βραβεύσει ολόκληρη την ελληνική κυβέρνηση για την τεράστια διπλωματική επιτυχία της Συμφωνίας των Πρεσπών στα Βαλκάνια, την εμπέδωση της ειρήνης και της συμφιλίωσης των λαών (!)

Ένας άλλος τύραννος ήταν ο Ταλαάτ μπέης, ο οποίος ήταν ένας εύκαμπτος και καταχθόνιος χαρακτήρας και ήταν από τους ιδρυτές της Οθωμανικής Εταιρίας για τις Ελευθερίες που συγχωνεύθηκε με την «Ένωση και Πρόοδο», ενώ υπό την δική του διεύθυνση οργανώθηκε και η μυστική οργάνωση «φεντάϊς». Τα μέλη της διέπρατταν πολιτικές δολοφονίες των αντιπάλων τους και είχε παρακλάδια σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Από τα μέλη αυτής και με αρχηγό τον Γιακούπ Κεμίλ, ο Ενβέρ δημιούργησε και άλλη «Ειδική Οργάνωση», που δρούσε στη Μακεδονία, Αίγυπτο, Αφρική, Καύκασο, Τουρκεστάν, σε μέρη δηλαδή και εντός και εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ένας ακόμη τύραννος ήταν ο Τζεμάλ πασάς, ο οποίος ήταν κουρδικής καταγωγής, πολύ πρακτικός, ερωτευμένος με το κέρδος και πολύ φιλόδοξος. Ονομασθείς «Στρατιωτικός Κυβερνήτης Κωνσταντινούπολης» τρομοκρατούσε τον πληθυσμό. Με το πρόσχημα να τιμωρήσει τους δολοφόνους του Μαχμούντ Τσεβέτ πασά, κρέμασε καμία εικοσαριά φιλελεύθερους, μεταξύ των οποίων και τον γαμπρό του σουλτάνου, τον Σαλίχ πασά. Η Επιτροπή σε ανταπόδοση τον διόρισε Υπουργό Ναυτικών.

Ένας ακόμη τύραννος ήταν και ο Ντοκέρ Ναζίμ που ήταν ένας χαρακτήρας μνησίκακος καθώς και ο δημιουργός της εθνικής κίνησης στην Τουρκία. Ήταν ένας αποφασιστικός, φανατικός οπαδός της εξολόθρευσης των χριστιανών και των Ελλήνων ιδιαιτέρως, μη χαρίζοντας παρά εκείνους που ασπάζονται τον μουσουλμανισμό. Εδώ για πρώτη φορά, ο εξόριστος Τούρκος στρατηγός αποκάλυψε για πρώτη φορά τις προθέσεις και τα σχέδια των Νεοτούρκων για γενοκτονία, χρησιμοποιώντας την συγκεκριμένη λέξη στα γαλλικά (extermination).

Τέλος, ένας ακόμη τύραννος ήταν κι ο Βεχίμπ μπέης που ήταν συνταγματάρχης ελληνικής καταγωγής, απ’ αυτούς που ασπάστηκαν τον Μωαμεθανισμό και επιφορτίστηκε να πλάσει το πνεύμα των νέων αξιωματικών της Στρατιωτικής Σχολής προς τις αρχές των Νεοτούρκων. Ονομασθείς Διοικητής Σχολής αυτής, επέδειξε μια τυραννία χωρίς φραγμούς εναντίον των μαθητών, που θα επιθυμούσαν να μείνουν ουδέτεροι. Κι εδώ πρέπει να σχολιαστεί ο εξισλαμισμός του συγκεκριμένου Νεότουρκου που δεν ήταν ο μοναδικός. Η τακτική αυτή ήταν από τις βασικές τακτικές εκτουρκισμού των Ελλήνων και φυσικά δίνει την αδιαμφισβήτητη απάντηση σε όλους όσους ισχυρίζονται ότι «είμαστε παιδιά των Οθωμανών» (!)

III. ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΩΣ «ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ»

Οι Τούρκοι εξαπέλυαν βάρβαρους διωγμούς εναντίον των Ελλήνων του Πόντου. Μια προσφιλής τακτική των Τούρκων ήταν και τα τάγματα εργασίας, γνωστά και ως «αμελέ ταμπουρού». Για την ακρίβεια, ήταν τάγματα θανάτου.

Σε αυτά με το πρόσχημα της επιστράτευσης νέων Ελλήνων ανδρών, οι οποίοι ουδέποτε στην πραγματικότητα έγιναν στρατιώτες και οι οποίοι καλούνταν από τους Τούρκους τσέτηδες διά της βίας και όλως αυθαίρετα δήθεν για ανάκριση, οι Τούρκοι τους ανάγκαζαν να  εργάζονταν πυρετωδώς και κοπιωδώς υπό την επίβλεψη των τσέτηδων αμισθί 18 ώρες την ημέρα κάτω από άθλιες και εξοντωτικές συνθήκες, ενώ οι Τούρκοι τσέτηδες βιαιοπραγούσαν συνεχώς εναντίον τους.

Η δουλειά που προσέφεραν ήταν «εθελοντική» σύμφωνα με τις κυβερνητικές δηλώσεις και ήταν ένα είδος «επιστράτευσης», αλλά στη πραγματικότητα επρόκειτο για απάνθρωπα και σκληρά βασανιστήρια, στα οποία οι Έλληνες του Πόντου και της Μ. Ασίας υφίσταντο τις κακουχίες, την έλλειψη τροφής (τους έδιναν μια νερόβραστη σούπα μια φορά την ημέρα) και την έλλειψη νερού, τις αρρώστιες και μάλιστα τον τύφο. Οι Έλληνες δούλευαν εκεί πραγματικά σαν Σλάβοι και ετοίμαζαν κοινωφελή έργα (γέφυρες και δρόμους). Όσοι μπορούσαν δραπέτευαν στα βουνά και από εκεί ή γίνονταν αντάρτες ή κρύβονταν μέσα σε αποθήκες, ντουλάπες και δωμάτια μέσα στα σπίτια με περαιτέρω σκοπό να φύγουν από τον Πόντο και την Μ.Ασία, ενώ άλλοι δωροδοκούσαν τους τσέτηδες προκειμένου να αποφύγουν τα αμελέ ταμπουρού. Αυτό το τίμημα ονομαζόταν «μπαξίσι» και μολονότι οι Έλληνες το κατέβαλαν, οι Τούρκοι επανέρχονταν μετά από λίγο καιρό με εκβιασμούς και απειλές. Η τακτική αυτή βρισκόταν μέσα στις προτεραιότητες της ημερήσιας διάταξης των τσέτηδων.

Σύμφωνα με μια μαρτυρία ενός επιζήσαντα από τα τάγματα εργασίας που κατάφερε να διαφύγει και να γλιτώσει, του Αντώνη Σουβατζή, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μας έδωσαν ψωμί και σταφίδα. Μόλις φάγαμε ψωμί και σταφίδα τρελαθήκαμε για νερό, εγώ κρατήθηκα, δεν έφαγα. Οι σκοποί μας δήλωσαν πως θα πιούμε νερό. Εκεί βρισκόταν μιας χαβούζας (=μια δεξαμενή που γεμίζει βρομόνερα) που πέφτουν από το εργοστάσιο πετρέλαια, λάδια και ζεστό νερό. Μόλις ακούστηκε η διαταγή, οι πρώτοι που πήγαν να πιουν, σκάσανε γιατί πέσαν οι άλλοι από πάνω με την ορμή και με τη λαχτάρα για νερό. Θα’ ταν ως 30 άνθρωποι. Το πρωί με την ανατολή του ήλιου μας ’βάλαν κατά τετράδας και μας πήγανε μέσα στη Μαγνησιά. Μόλις μπήκαμε μέσα, μας επιτεθήκανε οι Τούρκοι με ξύλα, με σίδερα, με ό,τι βρίσκανε μπροστά τους. Όλοι σχεδόν οι μεγάλης ηλικίας πέθαναν από την κακοπάθεια. Πολλοί μείναν  και επί τόπου».

Όσοι Έλληνες προέβαλαν αντίσταση, επιστρατεύθηκαν βίαια, δένοντάς τους ανά δύο άτομα με αλυσίδες, σύμφωνα με το εξοντωτικό σχέδιο των Τούρκων. Η ταλαιπωρία άρχιζε με την μεταφορά, την πείνα και την κακοποίηση και όπως αναφέρθηκε, πολλοί ήταν αυτοί που δεν άντεχαν και πέθαιναν στον δρόμο». Υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 Έλληνες εξοντώθηκαν στα τάγματα θανάτου.

 

  1. IV. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ Μ.ΑΣΙΑ- Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΘΡΝΗ ΣΤΙΣ 2 ΜΑΙΟΥ ΤΟΥ 1919

Η Τουρκία έχανε οριστικώς κάθε κυριαρχία επί της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αραβίας για τις οποίες λάμβανε εντολή διοικήσεως και βαθμηδόν συγκροτούσε κράτη υπό την κηδεμονία της η Αγγλία. Για την Συρία, η εντολή ανατέθηκε στην Γαλλία, ενώ η Ιταλία ήγειρε απαιτήσεις για τα παράλια της Μικράς Ασίας, αλλά επικρατούσε διαφωνία μεταξύ των Δυνάμεων. Εν τω μεταξύ εξερράγη το κεμαλικό κίνημα, που δημιούργησε εθνικιστικό αναβρασμό σε όλη την Τουρκία, προς εκδίωξη των συμμάχων. Συγχρόνως, φανατικά τουρκικά στίφη κατεδίωκαν του Έλληνες της Μικράς Ασίας, από τους οποίους άλλοι κατασφάζονταν και άλλοι μετακινούνταν βίαια στο εσωτερικό.

Στις 2 Μαΐου του 1919 το συμβούλιο των συμμάχων, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έδωσε την άδεια στην Ελλάδα, μετά τις διαβεβαιώσεις του Βενιζέλου ότι θα επιτύχει και δυνάμεις του ελληνικού στρατού εστάλησαν ως εντολοδόχοι των συμμάχων στην Σμύρνη, όπου έγιναν δεκτές με απερίγραπτο ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσω τακτικών επιχειρήσεων του στρατού αποκαταστάθηκε η τάξη και στο Αϊδίνιο, όπου τουρκικά σώματα κατάσφαζαν τους Έλληνες.

Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και στην Ανατολική Θράκη έγινε για την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης προκειμένου να προστατευθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μ.Ασίας από την ανεξέλεγκτη τουρκική αυθαιρεσία των Νεοτούρκων. Ταυτόχρονα, η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη αποτελούσε και ένα σημαντικότατο βήμα στην υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας που ήταν μια από τις γραμμές τις εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας μέχρι την επέλευση της μικρασιατικής καταστροφής και της Γενοκτονίας των Μικρασιατών, των Ποντίων και των Θρακών της Ανατολικής Θράκης.

Οι Έλληνες της Μ. Ασίας υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό με επευφημίες και ζητωκραυγές, θεωρώντας τους Έλληνες στρατιώτες ως απελευθερωτές. Αντιθέτως, οι Τούρκοι αντέδρασαν κι άρχισαν να ξεσηκώνονται, στέλνοντας υπομνήματα σε όλο τον ισλαμικό κόσμο, όπως στην Αφρική και στα βάθη της Μ. Ασίας. Τότε, την επομένη της απόβασης, ο συνταγματάρχης του ελληνικού διοικητικού  εκστρατευτικού σώματος Ν. Ζαφειρίου, έγραψε και κοινοποίησε προκήρυξη προς όλους τους κατοίκους της Σμύρνης ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκεύματος, λέγοντας ότι: « Η κατοχή αυτή σκοπόν έχει την εξασφάλισιν των πληθυσμών και την προστασίαν εν γένει της εννόμου τάξεως».

Κι εδώ πρέπει να σημειωθεί το εξής, πράγμα που μας τονίζει και η ιστορικός και απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελευθερία Δούλαλα: «Κάποιοι ισχυρίζονται με τρόπο υπόγειο και προπαγανδιστικό ότι οι Έλληνες στρατιώτες στη Μ.Ασίας προέβησαν σε αυθαιρεσίες κατά των Τούρκων. Στην πραγματικότητα όμως, ο ελληνικός στρατός καθ’ όλη την διάρκεια της εκεί παραμονής του επέδειξε άψογη και υποδειγματική συμπεριφορά απέναντι σε όλους τους κατοίκους της Μ. Ασίας, ανεξάρτητα από την εθνικότητα , το θρήσκευμα ή το φύλο τους. Αντιθέτως, οι Τούρκοι αυθαιρετούσαν συνεχώς εναντίον των Ελλήνων, πράγμα που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι δύο εύζωνες Έλληνες που εκτελέστηκαν με εντολή του Βενιζέλου και του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου ως υπαίτιοι από ελληνικής πλευράς στα  αιματηρά επεισόδια που έγιναν τις πρώτες μέρες της άφιξης του ελληνικού στρατού, τιμωρήθηκαν προς παραδειγματισμό των υπολοίπων και ταυτόχρονα, απαντούσαν στα πυρά των Τούρκων. Οι Τούρκοι που συνελήφθησαν όμως, μολονότι ορκίστηκαν ότι δεν θα πολεμήσουν ξανά εναντίον των Ελλήνων και αφέθηκαν ελεύθεροι, παρέβηκαν τον όρκο τους και αμέσως μετά ενώθηκαν με τον στρατό του Κεμάλ, μπαίνοντας στη Σμύρνη ξανά και καταστρέφοντάς την».

Ακόμη, δεν πρέπει να λησμονηθεί το γεγονός ότι οι Βαλκανικοί πόλεμοι ήταν ακόμη νωποί, η Τουρκία είχε ταχθεί με το πλευρό των ηττημένων υφιστάμενη όλες τις συνέπειες με την προσφυγοποίηση των Τούρκων. Όλη αυτή η κατάσταση, η δυστυχία και η απογοήτευση των Τούρκων σε συνδυασμό με την άνοδο του κινήματος των Νεοτούρκων και την ύπουλη δράση και έντονη επιρροή τους στο απογοητευμένο πλήθος, οδήγησαν στην εντατικοποίηση των επιχειρήσεων εθνοκάθαρσης κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων της Μ. Ασίας και του Πόντου.

Εν τω μεταξύ, ο Κεμάλ κήρυξε έκπτωτο τον σουλτάνο, ήλθε σε συμφωνία με του Ρώσους μπολσεβίκους από τους οποίους προμηθεύτηκε και πολεμικό υλικό και ετοίμαζε στρατεύματα για να εκδιώξει τους Έλληνες από την Σμύρνη, τους Γάλλους από την Συρία και τους συμμάχους από την Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος ζήτησε κοινές επιχειρήσεις με τους συμμάχους, αλλά οι τελευταίοι δεν συμφώνησαν λόγω αντιδράσεως κυρίως της Ιταλίας, έδωσαν όμως την άδεια στην Ελλάδα, αλλά «υπό δική της ευθύνη να ενεργήσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις πέραν των ορίων της εντολής που είχε λάβει αρχικά». Και πράγματι, ο ελληνικός στρατός με αρχιστράτηγο τον Λ. Παρασκευόπουλο, προήλασε ορμητικά και εξεδίωξε τους κεμαλικούς προς τη Νικομήδεια, προξενώντας τον θαυμασμό των συμμάχων, αλλά και την ενίσχυση του Βενιζέλου για την οριστική ειρήνη.

  1. V. Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ

Την 28η Ιουλίου/10η Αυγούστου του 1920, στο δημαρχείο των Σεβρών, που ήταν προάστιο  των Παρισίων, υπογράφηκε η συνθήκη μεταξύ των συμμάχων και Τουρκίας, η οποία έλαβε το όνομα «Συνθήκη των Σεβρών». Γι’ αυτής παραχωρήθηκε η περιοχή της Θράκης μέχρι της γραμμή Αίνου-Μηδείας και οι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος στην Ελλάδα. Η περιοχή της Σμύρνης θα έμενε υπό την ονομαστική κυριαρχία του σουλτάνου, αλλά με ελληνική διοίκηση και Έλληνα ύπατο αρμοστή. Ακόμη, την Συνθήκη αυτή μπορεί να την δέχθηκε ο σουλτάνος, αλλά δεν την δέχονταν με τίποτε οι εθνικιστές Νεότουρκοι.

Μετά την παρέλευση της οριζόμενης πενταετίας, θα ήταν δυνατόν, έπειτα από δημοψήφισμα, να περιέλθει οριστικά στην Ελλάδα ή θα αποφάσιζε η τοπική συνέλευση εάν η περιοχή θα ενσωματωνόταν στο ελληνικό κράτος. Συγχρόνως, υπεγράφη ελληνοϊταλική συμφωνία για την παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, πλην της Ρόδου, η οποία θα έμενε αυτόνομη επί δεκαπενταετία, οπότε θα ήταν δυνατόν να δοθεί κατόπιν ευνοϊκού δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, εάν η Αγγλία δεχόταν να παραχωρήσει την Κύπρος, ενώ το ίδιο ίσχυε και για το Καστελόριζο.

Με άλλη ταυτόχρονη συνθήκη, η Δυτική Θράκη (τρίγωνο Ξάνθης-Δεδέαγατς,δηλ. Αλεξανδρούπολη), την οποία η συνθήκη του Νεϊγύ δεν αφαιρούσε ρητά από την Βουλγαρία, παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Η Τουρκία αναλάμβανε την υποχρέωση προστασίας των επί των εδαφών της μειονοτήτων, όπως αντίστοιχα και η Ελλάδα. Έτσι, η συνθήκη των Σεβρών δημιουργούσε ένα μεγάλο ελληνικό κράτος, κυρίαρχο του Αιγαίου, την περίφημη βενιζελική Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών’. Και αυτό κυρίως επιτεύχθηκε χάρη στο πολιτικό δαιμόνιο του Βενιζέλου, ο οποίος έχρηζε του θαυμασμού και της ευγνωμοσύνης ολόκληρου του έθνους.

  1. VI. ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΙΝ ΑΠΌ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1920

Δυστυχώς, η εσωτερική κατάσταση στην Ελλάδα κατά την περίοδο της απουσίας του Βενιζέλου είχε επιδεινωθεί. Οι συνεργάτες του, εξαιτίας και της εκδικητικότητάς του, αντί να αρθούν στο ύψος των μεγάλων και ιστορικών εκείνων στιγμών και να επιδείξουν μεγαλοψυχία, συνέχιζαν με διαρκώς μεγαλύτερη ένταση τις καταδιώξεις, τις δίκες τις φυλακίσεις και τους εκτοπισμούς. Η ελεεινή αυτή κατάσταση κρατούσε τα πνεύματα σε αναβρασμό και πολλοί Έλληνες αδιαφορούσαν για τις εθνικές επιτυχίες του Βενιζέλου και σκέφτονταν πώς θα ανατρέψουν τον «τύραννο». Κάποιοι μάλιστα σκέφτονταν και την φυσική του εξόντωση με κάθε μέσο.

Και πράγματι, το βράδυ της 30ης Ιουλίου 1920, στον σιδηροδρομικό σταθμό των Παρισίων, δύο νεαροί απότακτοι φιλοβασιλικοί αξιωματικοί του ελληνικού στρατού αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο. Η απόπειρα απέτυχε, αλλά όταν έγινε γνωστή στην πρωτεύουσα, προκάλεσε έξαψη και αναβρασμό. Ακόμη και η ίδια η κυβέρνηση με καυστικά ανακοινωθέντα και δηλώσεις εξώθησε τον όχλο σε διαδηλώσεις, κακοποιήσεις πολιτών, εμπρησμούς και διαρπαγές κατοικιών αντιπάλων. Τότε, από αυτό το ιδιαίτερο σώμα ασφαλείας, το οποίο ενεργούσε ανεξέλεγκτες συλλήψεις, συνελήφθη και δολοφονήθηκε με τρόπο ο Ίωνας Δραγούμης, γιος του άλλοτε πρωθυπουργού Στεφάνου Δραγούμη, πολιτευτής επιφανής ο ίδιος, συγγραφέας και λόγιος μεγάλης πνευματικής και εθνικής πνοής που είχε μάλιστα προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες κατά τον Μακεδονικό αγώνα.

Στις 17 Αυγούστου του 1920, ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, όπου οι οπαδοί του τού επεφύλαξαν αποθεωτική αποδοχή. Η Βουλή εξέδωσε και αυτή ψήφισμα εθνικής ευγνωμοσύνης μέσω του οποίου τον ανακήρυσσε ως «Άξιο της Ελλάδας, ευεργέτη και σωτήρα της πατρίδας». Η Βουλή όμως αυτή δεν εκπροσωπούσε την λαϊκή θέληση. Η αντιπολίτευση ζητούσε εκλογές, κάτι που ο Βενιζέλος θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει. Άλλωστε κατά τους αγώνες του στις διαπραγματεύσεις, πολλοί υπαινίσσονταν ότι δεν εκπροσωπούσε την θέληση του ελληνικού λαού. Έπρεπε, λοιπόν, να προχωρήσει στη διεξαγωγή εκλογών. Την 10η Σεπτεμβρίου, η Βουλή διαλύθηκε και οι νέες εκλογές ορίστηκαν αρχικά για τις 25 Οκτωβρίου, αλλά στη συνέχεια αναβλήθηκαν για μία εβδομάδα, επειδή μεσολάβησε απρόοπτο σοβαρότατο γεγονός.

VII. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1920

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, παρά τις ύβρεις κατά του πατέρα του, συνεργάστηκε ειλικρινά για το καλό του τόπου με το βενιζελικό καθεστώς και γι’ αυτό ο Βενιζέλος αισθανόταν προς αυτόν ευγνωμοσύνη και συμπάθεια. Ο Αλέξανδρος είχε παντρευτεί την Ελληνίδα Ασπασία Μάνου που ήταν κόρη υπασπιστή του πατέρα του. Όμως, στις 12 Οκτωβρίου του 1920, ο Αλέξανδρος πέθανε στα ανάκτορα του Τατοϊου εξαιτίας μολύνσεως από δάγκωμα πιθήκου. Η κυβέρνηση καταταράχθηκε για τις συνέπειες και ο Βενιζέλος βρισκόταν σε αμηχανία για το επόμενο βήμα του. Τότε, συγκάλεσε την ήδη διαλυθείσα Βουλή, η οποία εξέλεξε και όρκισε αντιβασιλιά τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Όμως, η ενωμένη αντιπολίτευση έθεσε το θέμα της επανόδου του Κωνσταντίνου και ζήτησε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε, λέγοντας ότι οι εκλογές θα κρίνουν και το θέμα αυτό.

Οι εκλογές διεξήχθησαν την 1η  Νοεμβρίου του 1920 και το αποτέλεσμα υπήρξε συντριπτικό για το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Η επιτυχία της συνθήκης των Σεβρών δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει την δυσφορία του εκλογικού σώματος εξαιτίας των επεμβάσεων των Δυτικών δυνάμεων στα εσωτερικά της Ελλάδας, της βίαιης εκθρόνισης του αγαπητότατου, λόγω της δόξας των Βαλκανικών πολέμων, Κωνσταντίνου και των καταδιώξεων των πολιτών εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρχαν Έλληνες, οι οποίοι είχαν στρατευθεί από το 1912 για να λάβουν μέρους στους Βαλκανικούς Πολέμους και υπηρετούσαν ακόμα στον στρατό, παρότι ο Ευρωπαϊκός πόλεμος είχε τελειώσει. Η αντιβενιζελική προπαγάνδα είχε εστιασθεί στην γρήγορη επιστροφή των στρατευμένων στις εστίες τους και στην ειρήνη, ενώ η βενιζελική τακτική της αποβιβάσεως στη Σμύρνη, προμήνυε την συνέχιση του πολέμου. Η αντίθεση μεταξύ φιλελεύθερων βενιζελικών και βασιλικών κωνσταντινικών, ήταν μια ακόμα αιτία της ήττας μετά τον ανέλπιστο θάνατο του βασιλέως Αλεξάνδρου.

Τέλος, η μακροχρόνια απουσία του Βενιζέλου στις διασκέψεις στην Ευρώπη, η σκληροπυρηνική πολιτική των κομματικών υπαξιωματικών στην Αθήνα και η πολύ καλά οργανωμένη αντιπολίτευση, επέφεραν την πτώση του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

  1. IX. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
  2. Η ΕΠΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Μόλις έγινε γνωστό το αποτέλεσμα των εκλογών, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και την επομένη έφυγε κρυφά από την Ελλάδα για το Παρίσι. Ο ναύαρχος Κουντουριώτης άφησε την αντιβασιλεία, ενώ την θέση του πήρε η βασιλομήτωρ Όλγα, η οποία είχε επιστρέψει στην Ελλάδα κατά την επιθανάτια αγωνία του Αλέξανδρου. Ο γηραιός πολιτικός Ιωάννης Ράλλης σχημάτισε κυβέρνηση. Στη συνέχεια, διεξήχθη δημοψήφισμα για την επάνοδο ή όχι του Κωνσταντίνου, το οποίο απέβη μια πανηγυρική εκδήλωση υπέρ του βασιλιά. Άλλωστε, οι βενιζελικοί απείχαν από αυτό. Οι εξελίξεις αυτές όμως υπήρξαν καταλυτικές για την εχθρική συμπεριφορά των συμμάχων προς τους Έλληνες.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επανήλθε στην Ελλάδα στις 6 Δεκεμβρίου του 1920 και έγινε δεκτός με απερίγραπτες εκδηλώσεις χαράς και συγκινητικά δείγματα λατρείας εκ μέρους του βασιλόφρονος ελληνικού λαού. Αλλά, οι χθεσινοί νικητές διαιρέθηκαν σε πολλές κοινοβουλευτικές ομάδες. Πλειοψηφία είχε τότε το ονομαζόμενο ως «Λαϊκό Κόμμα» το οποίο ήταν ως τότε το όνομα ων εθνικοφρόνων, του οποίου Πρόεδρος ήταν ο Δημήτριος Γούναρης.

Η νέα κυβέρνηση του Δ. Ράλλη αρχικά και του Δημητρίου Γούναρη αργότερα, είχε να αντιμετωπίσει τεράστια προβλήματα, με κυριότερο αυτό της Μικρασίας. Παρότι προσπάθησε να διατηρήσει τις ισορροπίες με τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, αυτό στάθηκε αδύνατον, λόγων της καχυποψίας των τελευταίων.

Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ήξεραν πολύ καλά τον Βενιζέλο και τις φιλοαντατικές (και κυρίως φιοβρετανικές) του θέσεις, αλλά, δεν θα μπορούσαν να εμπιστευθούν τον γερμανόφιλο Κωνσταντίνο, ούτε την κυβέρνηση που τον υποστήριξε. Ο Γούναρης απέτυχε παταγωδώς να λάβει δάνειο από το εξωτερικό και δεν κατάφερε να διατηρήσει την οικονομική και διπλωματική υποστήριξη των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και των ΗΠΑ, πράγμα που τελικά οδήγησε αναπόφευκτα στην Μικρασιατική «καταστροφή».  Στις 22 Ιανουαρίου του 1921,[13] ο Δημήτριος Ράλλης αναγκάστηκε να παραιτηθεί και τότε σχημάτισε κυβέρνηση ο Νικόλαος Καλογερόπουλος με την υποστήριξη του Γούναρη.

  1. Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, ΤΩΝ ΗΠΑ, ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Μετά την αλλαγή του καθεστώτος, οι σύμμαχοι μετέβαλαν τις διαθέσεις απέναντι της Ελλάδας. Την 26η Φεβρουαρίου του 1921, η Γαλλία συνήψε συμφωνία και αναγνώρισε το επαναστατικό καθεστώς του Κεμάλ και τα στρατεύματά της αποσύρθηκαν από την Κιλικία, ενώ στερεώθηκαν στην Συρία. Αμέσως δε άρχισε την αποστολή πολεμικού υλικού προς ενίσχυση του Κεμάλ και για την συντριβή των Ελλήνων. Αλλά και η Ιταλία άρχισε να ενισχύει το κεμαλικό καθεστώς στον αγώνα του εναντίον των Ελλήνων.

Α) Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ

Η Αγγλία, η οποία είχε εναρμονίσει τη νέα πολιτική της μέσα από την Συνθήκη των Σεβρών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, έμενε απρόθυμη να εκμεταλλευθεί έναν τελικό τυχόν θρίαμβο του ελληνικού στρατού, χωρίς όμως να προσφέρει και κάτι. Η Αγγλία ήταν η κυριότερη δύναμη που επενεργούσε στην περιοχή, έχοντας μεγάλα συμφέροντα. Η αγγλική ηγεσία με αρχηγό τον Λόυδ Τζωρτζ ήταν φιλελληνική, όσο ο Βενιζέλος κυβερνούσε την Ελλάδα και φυσικά, όσο αυτό εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα. Οι Βρετανοί απογοητεύτηκαν με την επάνοδο του Κωνσταντίνου, ακριβώς γιατί φοβήθηκαν ότι μία κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στα βρετανικά συμφέροντα στην Τουρκία, μια που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε πολιτικά καταρρεύσει και η Ελλάδα είχε γίνει προς στιγμήν (μέχρι το Νοέμβριο του 1920), ο προασπιστής των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή.

Οι Βρετανοί έπρεπε να διαφυλάξουν με κάθε τρόπο την απρόσκοπτη και ασφαλή διέλευση των προϊόντων από την Ινδία (μέσω του σιδηροδρομικού δικτύου) καθώς και την παροχή πετρελαίου από την Μοσούλη (Βόρειο Ιράκ) και αντιστρόφως βιομηχανικών προϊόντων από την Αγγλία προς την Ανατολή. Η βρετανική πολιτική, επομένως, εστιαζόταν στον πλήρη έλεγχο της περιοχής του Αιγαίου, της Τουρκία, της Μέσης Ανατολής, του Σουέζ και την Ανατολικής Μεσογείου. Η Αγγλία έφθασε μάλιστα στο σημείο να είναι έτοιμη να συγκρουσθεί με τους εθνικιστές Τούρκους του Κεμάλ το 1922 (κρίση του Τσανάκ), όταν οι τελευταίοι, αφού είχαν νικήσει τους Έλληνες, προχώρησαν να καταλάβουν τα στενά που ήταν υπό την κατοχή των Βρετανών.

Η βρετανική πολιτική την περίοδο 1920-1922 εκτελούσε σε παλινδρομικές κινήσεις, οι Βρετανοί υποστήριζαν οποιονδήποτε θα παρεμπόδιζε τις άλλες δυνάμεις να έχουν πρόσβαση στην περιοχή, χωρίς όμως να φανεί ότι αυτή ήταν και η πολιτική τους, διότι αυτόματα θα έφερνε σε ανοιχτή σύγκρουση τους συμμάχους. Έτσι, κρατώντας μια στάση δυσπιστίας εναντίον των Ελλήνων, βοήθησαν τελικά την ισχυροποίηση του Μουσταφά Κεμάλ και των εθνικιστών στην Τουρκία.

Β) Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

Η επόμενη δύναμη που εξασκούσε μεγάλη επιρροή στην περιοχή, ήταν η Γαλλία. Όλο τον 18ο αιώνα και μέχρι το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, το 1815, η Γαλλία υπήρξε η κυρίαρχη εμπορικά και πολιτικά δύναμη επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον 19ο αιώνα όμως και μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815) αντικαταστάθηκε από την Αγγλία. Η πάγια, επομένως, γαλλική πολιτική για την Ανατολική Μεσόγειο συνίστατο στην προσπάθεια των Γάλλων να ξαναποκτήσουν σαν διπλωματική επιρροή στην περιοχή. Έτσι, η Γαλλία έγινε το αντιστάθμισμα της βρετανικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Γαλλική διπλωματία δραστηριοποιήθηκε, όταν οι βενιζελικοί έχασαν τις εκλογές του 1920. Τότε, οι Γάλλοι θεώρησαν ότι αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή για να επέμβουν. Βέβαια, μια ανοιχτή διπλωματική αντίθεση με την Αγγλία θα έφερνε σε ρήξη τις δύο Ευρωπαϊκές δυνάμεις και γι’ αυτόν τον λόγο, η Γαλλική παρέμβαση την περίοδο 1920-1922 ήταν στην αρχή αργή και διερευνητική.

Το πρώτο ουσιαστικό βήμα έγινε τον Οκτώβριο του 1921, όταν οι Γάλλοι και ο Κεμάλ υπέγραψαν συμφωνία για να μην επιτραπεί σε γαλλικές εταιρείες να αναλάβουν την εξόρυξη μετάλλων στην Τουρκία. Η Γαλλική δυσαρέσκεια για την επάνοδο του Κωνσταντίνου και η προοπτική καλών σχέσεων μεταξύ των Γάλλων και των Τούρκων , από την μία πλευρά, και η διπλωματική αντίθεση Αγγλίας-Γαλλίας, από την άλλη, συνέτειναν στην εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους Γάλλους και στην προσκόλλησή τους στην ανερχόμενη Τουρκία του Κεμάλ.

Γ) Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ

Η τρίτη μεγάλη δύναμη που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εγκατάλειψη της Ελλάδας στην τύχη της την περίοδο 1920-1922 ήταν οι ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, είχε ήδη διακηρύξει τις Αμερικανικές θέσεις στα Δεκατέσσερα Σημεία του, πριν καν αρχίσει το Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι (1918). Στο 12ο σημείο αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι: «The Turkish portions of the present Ottoman Empire, should be assured a secure sovereignty, but the other nationalities which are now under Turkish rule, should be assured as an undoubted security of life and an absolutely unmolested opportunity of autonomous development, and the Dardanelles should be permanently opened as a free passage to the ships and commerce of all nations under international guarantees».

Με άλλα λόγια, οι Αμερικανοί ήταν υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας και της αορίστου αυτονομίας των άλλων εθνοτήτων που ζούσαν στα Βαλκάνια, καθώς και υπέρ της ελευθέρας διελεύσεως πλοίων από τα Στενά. Δεν διαφαινόταν πουθενά δηλαδή, η παραμικρή ελπίδα ότι θα επέτρεπαν στους Έλληνες να έχουν υπό την κατοχή τους μέρος της Μικράς Ασίας, πόσο μάλλον την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Βέβαια, όταν ο Γουίλσον ηττήθηκε στις Αμερικανές εκλογές του 1920 χωρίς να έχει καταφέρει να αποσπάσει από το Κογκρέσο την επικύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, οι ΗΠΑ επέστρεψαν στην πολιτική του Απομονωτισμού.

Σύμφωνα με αυτήν την πολιτική, οι ΗΠΑ δεν θα αναμειγνύονταν στα ευρωπαϊκά ζητήματα, όπως και οι Ευρωπαίοι δεν θα είχαν λόγο σε ό,τι αφορούσε την Αμερικανική Ήπειρο. Η πολιτική αυτή που είχε αρχίσει με το Δόγμα Μονρόε το 1835, διήρκεσε σχεδόν μέχρι την είσοδο της Αμερικής στον Β΄ΠΠ το 1941.

Η θέση της Αμερικής σε σχέση με την Ελλάδα, ήταν μια στάση δυσπιστίας, όταν οι Αμερικανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον βασιλέα Κωνσταντίνο και την κυβέρνηση Γούναρη και επιμονής στον διακανονισμό των πολεμικών χρεών του Α΄ΠΠ της χώρας μας προς τις ΗΠΑ. Έτσι, οι Αμερικανοί κράτησαν μια στάση ουδετερότητας, η οποία και την Ελλάδα έβλαψε με την άρνηση παροχής νέων δανείων και βοήθησε έμμεσα την κεμαλική Τουρκία.

Δ) Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ

Η τέταρτη δύναμη της εποχής, η Ιταλία, είχε ίδιες βλέψεις στην Μικρά Ασία. Οι Ιταλοί άργησαν να εισέλθουν στον Α΄ΠΠ, διότι ήθελαν να σιγουρευτούν ότι βρίσκονται στην πλευρά των νικητών. Οι Ιταλοί ήθελαν να συμμετάσχουν στο παιχνίδι του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και η συμμαχία τους με τις δυνάμεις της Entente Cordiale απέβλεπε σε εδαφικά οφέλη υπέρ της Ιταλίας.

Οι Ιταλοί αποβίβασαν δυνάμεις στην Αττάλεια, στη Νότια Μ. Ασία και άρχισαν να προελαύνουν προς την Σμύρνη. Οι άλλες δυνάμεις τότε χρησιμοποίησαν τους Έλληνες ως αντίβαρο στην ιταλική στρατιωτική παρουσία στην Τουρκία. Τελικά, οι Ιταλοί υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν από την Μ.Ασία και έλαβαν ως ανταμοιβή για την συμμετοχή τους στον πόλεμο τα Δωδεκάνησα.

Δ) Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική, είναι η συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας στο παιχνίδι των δυνάμεων στη Μεσόγειο. Το όνειρο των Ρώσων από τις αρχές του 18ου αιώνα ήταν να γίνει η Μαύρη Θάλασσα Ρωσική λίμνη και να μπορούν τα ρωσικά πλοία να διέρχονται τα στενά των Δαρδανελλίων προς το Αιγαίου και την Μεσόγειο ελεύθερα.

Οι Ρώσοι ήταν πολύ δυσαρεστημένοι με την Συνθήκη των Σεβρών, η οποία επέτρεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα όλων των πλοίων από το Αιγαίο προς την Μαύρη Θάλασσα και αντίθετα. Αυτό το γεγονός έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ρωσίας από το Νότο, αλλά και μετέτρεπε την Μαύρη Θάλασσα σε διεθνή λίμνη, πράγμα που δεν εξυπηρετούσε καθόλου τα Σοβιετικά συμφέροντα. Η νέα Σοβιετική ηγεσία υπό τον Βλαδίμηρο Λένιν είδε στο πρόσωπο του Κεμάλ τον αναντικατάστατο φίλο που θα βοηθούσε στην προώθηση των ρωσικών ζητημάτων στο Αιγαίο και την Μαύρη Θάλασσα.

Οι Ρώσοι ήλπιζαν, επιπλέον, ότι μέσω του Κεμάλ θα εμπόδιζαν την περαιτέρω διείσδυση των Άγγλων και των Γάλλων στην Ανατολή. Έτσι, τροφοδότησαν τον Κεμάλ με χρυσό και όπλα με σκοπό να ισχυροποιήσουν την θέση του στην Τουρκία, εκδιώκοντας τους φιλο-δυτικούς Έλληνες και εγκαθιστώντας, όπως ήλπιζαν, μια φιλοσοβιετική κυβέρνηση.

Ως προς τον Κεμάλ, η παράδοση πολεμικού υλικού από τους μπολσεβίκους της Ρωσίας και η απροκάλυπτη ενίσχυση από τους Γάλλους και τους Ιταλούς του έδωσαν τόση δύναμη, ώστε να εμφανίζεται πλέον όχι ως αρχηγός επαναστατικού κινήματος, αλλά ως εκπρόσωπος ενός νέου και υπολογίσιμου τουρκικού κράτους.

Όσο βέβαια και αν προσπαθούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα ήταν δυνατόν οι Τούρκοι να ανασυγκροτηθούν και να αντιπαλέψουν απέναντι σε έναν εμπειροπόλεμο ελληνικό στρατό, αν δεν διέθεταν το πλεονέκτημα δύο καθοριστικών παραγόντων: χρόνο και έναν ικανότατο αρχηγό, τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο παράγοντας «χρόνος» δόθηκε στους Τούρκους, όταν οι Σύμμαχοι χρειάσθηκαν δύο περίπου χρόνια συζητήσεων, μετά την συνθηκολόγηση της Γερμανίας το 1918 για να καταλήξουν στην Συνθήκη των Σεβρών το 1920.

Πιστεύεται ότι αυτή η περίοδος ήταν καθοριστική για την ανασυγκρότηση του τουρκικού στρατού από τον Κεμάλ και την εθνικιστική του προπαγάνδα. Ο ίδιος ο Κεμάλ θεωρείται ο ικανότερος Τούρκος πολιτικός από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν  του Μεγαλοπρεπούς τον 16ο αιώνα και φυσικά θεμελιωτής της σύγχρονης Τουρκίας. Οι συγκυρίες, επομένως, που συνέργησαν για την μικρασιατική καταστροφή το 1922 ήταν πολλές και ποικίλες.

Η Ελλάδα περιήλθε σε δύσκολη θέση καθώς, ή θα έπρεπε να εγκαταλείψει την Μικρά Ασία και να στρέψει όλες της τις δυνάμεις στην άμυνα της Θράκης, όπου επιτέλους και μία υποχώρηση δεν θα συνιστούσε πανωλεθρία, ή να συνέχιζε μόνη τον πόλεμο της Μ. Ασίας με την ελπίδα της συντριβής του Κεμάλ ή του εξαναγκασμού του σε συμβιβαστική λύση. Κανείς όμως δεν τάχθηκε υπέρ της πρώτης λύσης με τον κίνδυνο να θεωρηθεί προδότης. Μόνο ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος με τον έκτακτο στρατιωτικό του νου είχε μαντέψει το τραγικό τέλος και είχε προτείνει την εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας. Όμως, ο Μεταξάς δεν ήταν ακόμη βουλευτής και δεν είχε πολιτική επιρροή.

Η ελληνική κυβέρνηση της περιόδου 1920-1922 δεν στάθηκε ικανή να κατανοήσει πού θα κατευθυνόταν η χώρα με την πολιτική που ακολουθούσε. Τα πολιτικά και στρατιωτικά λάθη της ελληνικής ηγεσίας ήταν μία από τις αιτίες που οδήγησαν στην ελληνική ήττα. Ο κυριότερος λόγος ίσως, όμως, ήταν η αντιπαλότητα και τα συγκρουόμενα συμφέροντα της Αγγλικής, Γαλλικής, Αμερικανικής, Ιταλικής και Ρωσικής πολιτικής στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και η ταχύτητα με την οποία ανασυγκροτήθηκε ο τουρκικός στρατός από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Έπειτα από την σύναψη μυστικών συμφωνιών αποχώρησης από την Μ. Ασία μεταξύ της Γαλλίας και της Ιταλίας με την Τουρκία, αυτές απαγκιστρώθηκαν. Επίσης, η Αγγλία και η Γαλλία πάγωσαν τα δάνεια προς την Ελλάδα και της παρείχαν μόνο διπλωματική υποστήριξη.  Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο θάνατος, οι κακουχίες και η προσφυγιά ενάμιση περίπου εκατομμυρίου Ελλήνων που ζούσαν στην Μ. Ασία μέχρι τον Αύγουστο του 1922.

  1. X. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ Μ.ΑΣΙΑΣ, ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ (1921-1922)

Την 26η Μαρτίου του 1921, ο Δημήτριος Γούναρης σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση, κήρυξε αμέσως τον στρατιωτικό νόμο, κάλεσε ηλικίες προς ενίσχυση του μετώπου και αποφασίστηκε η διεξαγωγή κεραυνοβόλας προέλασης του ελληνικού στρατού προς το εσωτερικό.  Ο Δημήτριος Γούναρης αποφάσισε να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Μ. Ασία με την παρότρυνση των Άγγλων, οι οποίοι εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τα δικά τους συμφέροντα. Αρχιστράτηγος είχαν ορισθεί ο Αντ. Παπούλας, ενώ Ύπατος αρμοστής διατηρήθηκε ο Αριστείδης Στεργιάδης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση προεκλογικά δεσμευόταν ότι θα παύσει τον μικρασιατικό πόλεμο και ότι θα φέρει πίσω στην Ελλάδα τους στρατιώτες που έλειπαν για πολλούς μήνες μακριά από τις οικογένειές τους. Όμως και παρά το γεγονός ότι ο Γούναρης δεν τήρησε τον λόγο του, η κατάσταση πλέον είχε πάρει άλλη τροπή και η συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων ήταν μονόδρομος. Μάλιστα, στις 16.04.1921 ο ίδιος ο Γούναρης έφθασε στη Σμύρνη, συνοδευόμενος από τον υπουργό επί των στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη.

Ακόμη, στις 29.05.1921 κατά την οποία συμπληρώθηκαν 468 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο οποίος συμμετείχε σε ευρεία στρατιωτική σύσκεψη, της οποίας στόχοι ήταν η κατάληψη της Άγκυρας, που ήταν η στρατιωτική βάση του Κεμάλ και η συνακόλουθη καταστροφή του ανεφοδιασμού του τουρκικού στρατού που θα οδηγούσαν στην συνθηκολόγηση του Κεμάλ. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ορίστηκε μάλιστα και αρχιστράτηγος του εκεί ελληνικού στρατού, αντικαθιστώντας εν μέρει τον Αντ. Παπούλα. Επειδή όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, την άνοιξη του 1921 αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Εν τω μεταξύ, οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει το Αφιόν Καραχισάρ, ενώ την 27η Ιουνίου 1921 άρχισε η μεγάλη ελληνική επίθεση. Ο ελληνικός στρατός κατόπιν σκληρότατων μαχών, κατέλαβε την Κιουτάχεια, το Εσκί Σεχίρ (Δορύλαιο) και προήλασε ακάθεκτος προς το εσωτερικό. Οι Άγγλοι από την πλευρά τους αρνήθηκαν να συνεχίσουν να βοηθούν τον ελληνικό στρατό για να μην προκαλέσουν την γαλλική κυβέρνηση, ενώ την ίδια στιγμή, η Τουρκία λάμβανε σημαντική στρατιωτική και χρηματική βοήθεια από τους Ρώσους.

Την 4η Αυγούστου έφθασε στον Σαγγάριο ποταμό, όπου διεξήχθη φοβερή και πολύνεκρη πολυήμερη μάχη. Τελικά οι ταλαιπωρημένοι Έλληνες συνέτριψαν την λυσσώδη αντίσταση των Τούρκων, αλλά δεν κρίθηκε σκόπιμο να προελάσουν περαιτέρω λόγω ελλείψεως εφοδίων και εφεδρειών και κατέλαβαν θέσεις σε οχυρά σημεία εντεύθεν του Σαγγαρίου, καθηλώθηκαν δε εκεί.

Αν και κυρίαρχος ήδη ο ελληνικός στρατός 100.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων Μικρασιατικού εδάφους, κατάντησε να σκέφτεται όχι πώς θα διατηρήσει έστω, σπιθαμή από το έδαφος αυτό, αλλά πώς θα το εγκατέλειπε με εύσχημο τρόπο και χωρίς εθνικές συμφορές. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν σχεδόν κι έναν ολόκληρο χρόνο πολύ μακριά από την Ελλάδα, αποτελούμενος από φιλομοναρχικούς αρχιστρατήγους, εκ των οποίων κάποιοι ήταν άπειροι. Αυτοί δεν μπορούσαν να συντονίσουν σωστά την στρατηγική που οι στρατιώτες θα ακολουθούσαν και έτσι οι τελευταίοι πολεμούσαν χωρίς στόχο.  Οι αρχιστράτηγοι δεν  οργάνωναν τις περιοχές που κατακτούσαν, δεν φρόντιζαν να τις διατηρήσουν και να τις δυναμώσουν, αλλά προχωρούσαν στα βάθη της Μ. Ασίας, πολεμώντας μέσα στις κακουχίες και χωρίς να ανεφοδιάζονται.

Η κεμαλική Τουρκία απαιτούσε όχι μόνο την Μ.Ασία, αλλά και την Θράκη και επί πλέον πληρωμή αποζημίωσης από την Ελλάδα. Προ της απογνώσεως, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να καταλάβει, από την πλευρά της Θράκης, την Κωνσταντινούπολη, ώστε να εκβιάσει μια εθνικά αποδεκτή λύση. Προς τούτο, ένα τμήμα ελληνικού στρατού μεταφέρθηκε στην Θράκη. Οι σύμμαχοι όμως δεν αντέδρασαν, η δε Γαλλία άρχισε ήδη να λαμβάνει πολεμικά μέτρα.

Η Ελλάδα είχε φθάσει και προ οικονομικού βαράθρου, κατέφυγε δε σε αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο με την διχοτόμηση του χαρτονομίσματος. Την 3η Μαΐου του 1922 παραιτήθηκε η κυβέρνηση Γούναρη, ενώ η κυβέρνηση Ν.Στρατού που την διαδέχθηκε, καταψηφίστηκε στην Βουλή. Σχηματίστηκε τότε κυβέρνηση του Π. Πρωτοπαπαδάκη  από τους επιτελείς Λαϊκού Κόμματος, με συμμετοχή του Γούναρη και του Στρατού. Ο αρχιστράτηγος Παπούλας αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χατζηανέστη.

Την 13η Αυγούστου του 1922 άρχισε πάλι η μεγάλη επίθεση του κεμαλικού στρατού κατά του καταπονημένου και δίχως ηθικό ελληνικού στρατού. Το βάρος της επίθεσης στράφηκε προς το Τουλούρ Μπουνάρ, όπου μετά από κραταιά αντίσταση, ο ελληνικός στρατός υποχώρησε άτακτα. Έπειτα, ακολούθησε πλήρης διαρροή του μετώπου και γενική υποχώρηση προς τα παράλια, ενώ μεγάλα τμήματα του ελληνικού στρατού αιχμαλωτίστηκαν.

Ο ελληνικός στρατός μολονότι κατάφερε να διασπάσει τις δύο πρώτες αμυντικές ζώνες των Τούρκων, δεν κατάφερε να διασπάσει και την τρίτη, λόγω της λυσσαλέας αντίστασης των Τούρκων που συνειδητοποιούσαν ότι θα έχαναν την πάλαι ποτέ Οθωμανική αυτοκρατορία. Σύμφωνα με τους γεωγράφους του Κεμάλ, ο Κεμάλ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει, αλλά τελικά αναθάρρησε και συνέχισε τον ανεφοδιασμό, την στρατολόγηση νέων ανδρών που συνέρρεαν στις τάξεις του, αλλά και την σύναψη μυστικών συμφωνιών με τους Κούρδους αυτονομιστές και τη νεοσύστατη ΕΣΣΔ, πράγμα διόλου τυχαίο, καθώς οι Μπολσεβίκοι εξασφάλισαν τον έλεγχο των περιοχών που θα τους απέδιδε ο Κεμάλ, μετά από ενδεχόμενη επικράτησή του επί των Ελλήνων, μη ξεχνώντας εκείνοι παράλληλα την προηγηθείσα συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ κατά την εκστρατεία της στην Ουκρανία και την Κριμαία, θεωρώντας ότι η χώρα τους δεχόταν κι εκείνη επίθεση από τις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», καθώς έτσι «έβλεπαν και την Ελλάδα».

Μετά την εγκατάσταση του ελληνικού στρατού σε ενεργητική άμυνα στη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια- Αφιόν Καραχισάρ επί έναν ολόκληρο χρόνο, μετά την συντριβή του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο ποταμό, οι Τούρκοι απέρριψαν την πρόταση της Αντάντ για την σύναψη ειρήνης, ενώ απαίτησαν την συνθηκολόγηση και την αποχώρηση της ελληνικής στρατιάς. Μέσα σε όλα αυτά, η διάρρηξη του ελληνικού μετώπου και η οπισθοχώρησή του ήταν λογικά επακόλουθα. Όπως αναφέρθηκε, οι Έλληνες στρατιώτες βρίσκονταν σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον, ενώ επικρατούσε απόλυτη ασυνεννοησία ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας που πολεμούσε στην Μ. Ασία, 100 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα. Οι δε Τούρκοι, όπως αναφέρθηκε, έχοντας την μυστική στήριξη όλων των Μ. Δυνάμεων και ιδιαίτερα των Ρώσων, λυσσαλέα αντιστάθηκαν και υπερασπίστηκαν την μετέπειτα πρωτεύουσα της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Εν μέσω γενικής συγχύσεως, η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και τον σχηματισμό νέας ανέλαβε ο Ν. Τριανταφυλλόπουλος. Όμως, η κατάσταση στη Σμύρνη ήταν τραγική. Τα περισσότερα τμήματα του ελληνικού στρατού, που κατόρθωσαν να φθάσουν εγκαίρως στα παράλια, μεταφέρθηκαν με επειγόντως σταλέντα πλοία στις γειτονικές νήσους, αφήνοντας ανυπεράσπιστους του Μικρασιάτες στο έλεος των Τούρκων.

 

  1. XI. Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ- Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ
  2. Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ Μ.ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1921 είχαν εγκαταλείψει την Μ. Ασία και τα τελευταία τμήματα στρατού, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους Έλληνες της Μ. Ασίας στο έλεος των Τούρκων. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι οι ελληνικές αρχές της Μ.Ασίας μέχρι την επέλευση των τραγικών γεγονότων διαβεβαίωναν τους Έλληνες κατοίκους της Μ. Ασίας ότι δεν υπήρχε κίνδυνος και λόγος ανησυχίας (!) Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές αρχές φρόντισαν κρυφά τη νύχτα να φύγουν από την Μ. Ασία και να σωθούν.

Μάλιστα, η απάντηση του ύπατου Αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην νομάρχη και διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου όταν του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει από την  Μ. Ασία, ήταν η εξής: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί, αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα». Ως προς τον Αριστείδη Στεργιάδη πρέπει να αναφερθούν ορισμένα πράγματα: Σύμφωνα με την κρατούσα και ορθή άποψη θεωρείται ως ο βασικός υπεύθυνος για τον αιφνιδιασμό των Ελλήνων. Ήταν Κρητικός, έμπιστος φίλος του Βενιζέλου και ήταν ένας σκληρός χαρακτήρας. Υποστήριζε τους Τούρκους και τασσόταν εναντίον των Ελλήνων, πράγμα που τον καθιστούσε αντιπαθή στους Έλληνες. Σύμφωνα με ένα περιστατικό, έδωσε εντολή να τουφεκίσουν έναν λοχία, επειδή δήθεν δεν φέρθηκε καλά στους Τούρκους, μέσα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και στη συνέχεια, διέταξε την ταφή του μέσα στο γήπεδο.

Ακόμη, όσοι επέζησαν από την τραγωδία και στη συνέχεια οι απόγονοί τους τον χαρακτηρίζουν ως έναν άνθρωπο «κακό, θεότρελο, παράφρονα που έδιωχνε τους Έλληνες και δεν δίστασε να χειροδικεί και εναντίον τους». Σύμφωνα με ένα άλλο περιστατικό, κάποτε συγκρούστηκε με τον μητροπολίτη Χρυσόστομο Σμύρνης όταν ο τελευταίος του ζήτησε να επιστρατευτούν όλοι οι εξορισθέντες εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί στη Κωνσταντινούπολη για να πλαισιώσουν τον ελληνικό στρατό και να ενισχύσουν την άμυνα της Ελλάδας. Τότε ο Στεργιάδης τον έπιασε από τα γένια και βιαιοπράγησε εναντίον του.

Πριν να γίνουν τα τραγικά γεγονότα, διαβεβαίωνε κυρίως τους οικονομικά επιφανείς πολίτες ότι δεν θα πάθουν τίποτε, ενώ πρόλαβε να διαφύγει κρυφά στο Παρίσι με ασφάλεια. Το δε προσωπικό στην αρμοστεία δεν είπε τίποτε. Ο Στεργιάδης κρύφτηκε στη Γαλλία γιατί πολύ απλά δεν τολμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να αντιμετωπίσει τις οδυνηρές συνέπειες.

Σύμφωνα με μια ακόμη γνώμη που φυσικά δεν είναι η κρατούσα και είναι αρκετά μεταγενέστερη χρονικά, λέγεται ότι ο Στεργιάδης δεν είχε σαφείς εντολές από την κυβέρνηση της Ελλάδας. Παρόλα αυτά, η φιλοτουρκική στάση του από την στιγμή που ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στην Σμύρνη και συμπεριφερόταν άψογα τόσο απέναντι στους Τούρκους, όσο και απέναντι στους Αρμένιους και στους Εβραίους που ζούσαν στην Μ. Ασία σε συνδυασμό με την αντιθέτως κρατήσασες ανεξέλεγκτες αυθαιρεσίες των Τούρκων, συνηγορούν αυστηρά υπέρ της πρώτης γνώμης. Ο Στεργιάδης ουδέποτε λογοδότησε, ούτε ζήτησε συγγνώμη κι έτσι, η ιστορία είναι αυτή που αποκαθιστά την δικαιοσύνη.

  1. Η ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ Μ.ΑΣΙΑΣ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ,ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ ΤΟΥ ΣΤΥΛΟΒΑΤΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Η «ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ» ΚΑΙ ΤΑ ΦΡΙΚΤΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΥΠΕΣΤΗΣΑΝ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΓΛΙΤΩΣΟΥΝ
  2. A. ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ

Όσον αφορά τους ελληνικούς πληθυσμούς, έμειναν στην διάθεση των αποθηριωμένων τουρκικών στιφών και ξετυλίχθηκαν σκηνές απερίγραπτης θηριωδίας και βαρβαρότητας. Οι ελληνικές συνοικίες της Σμύρνης πυρπολήθηκαν, άνδρες δε, γυναίκες και παιδιά, περιπλανωμένοι σε έξαλλη κατάσταση, κατασφάζονταν κατά χιλιάδες ενώπιον ξένων προξένων. Η προκυμαία και η θάλασσα σκεπάστηκαν από πτώματα.

Ακόμη, ο φλογερός πατριώτης μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος που ήταν πραγματικά ένας πολύ καλός άνθρωπος σύμφωνα με τις μαρτυρίες των διασωθέντων, είχε την ευκαιρία να σωθεί, αλλά δεν το έκανε. Πιο συγκεκριμένα, όταν προσέφυγε στο Γαλλικό Προξενείο εκλιπαρώντας για βοήθεια, ένα αγγλικό άγημα προσφέρθηκε να τον παραλάβει για να τον σώσει. Εκείνος όμως αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον ελληνικό λαό της Σμύρνης και να γλιτώσει τον εαυτό του.

Επίσης, όταν ο καϊμακάμης της Σμύρνης του ζήτησε να του φέρει έναν κατάλογο που θα κατέγραφε όλα τα ονόματα των δημογερόντων προκειμένου να τους φονεύσει, εκείνος αρνήθηκε να το πράξει, γιατί δεν μπορούσε να κάνει μια τόσο μεγάλη αμαρτία, όπως είπε. Αντιθέτως, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης βλέποντας το κακό να έρχεται, απευθύνθηκε στους ψαράδες και σε όσους διέθεταν μεγάλες βάρκες και τους ζητούσε να πάρουν μαζί τους Έλληνες κατοίκους για να τους σώσουν από την επερχόμενη καταστροφή.

Στις 27 Αυγούστου του 1922 μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο Νουρεντίν πασάς που τον μισούσε θανάσιμα, λόγω της προσπάθειάς του να σώσει τους Έλληνες, τον κατηγόρησε όλως αυθαίρετα με την κατηγορία της προδοσίας απέναντι στην Τουρκία και στη συνέχεια του έδειξε τον μαινόμενο όχλο. Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη Τ. Χόρτον: «Οι Τούρκοι βιαιοπράγησαν επάνω του, του ξερίζωσαν τη γενειάδα, τον χτυπούσαν με ρόπαλα και με μαχαιριές, ωσότου πέθανε». Σύμφωνα με τον πολεμικό ανταποκριτή Κώστα Μισαηλίδη αναφέρεται ότι: «το κεφάλι του με βγαλμένα τα μάτια, κομμένα τα αυτιά και τη γλώσσα το έμπηξαν στην πατερίτσα του και η πομπή μαινόμενη από βλασφημίες και σαρκασμό, το περιέφερε στους τουρκομαχαλάδες». Θυσιάστηκε, κατακρεουργήθηκε και η σορός του μέχρι και σήμερα θεωρείται αβέβαιη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο ως Ιερομάρτυρα. H μνήμη του «Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ Αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή» εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Σεπτέμβριος).

 

  1. B. ΤΑ ΦΡΙΚΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ Μ.ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΣΤΑΣΗ» ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και την αποχώρησή του από την Μ.Ασία, οι Τούρκοι αμέσως ξεκίνησαν να διαπράττουν απίστευτης έντασης και έκτασης βιαιοπραγίες και θηριωδίες. Καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και κυρίως τη νύχτα εισέβαλαν μέσα στα σπίτια οι τσέτες στρατιώτες (= ο άτακτος στρατός του Κεμάλ) και διέπραττε αγριότητες και πλιάτσικα. Δολοφονούσαν κυρίως τους άνδρες ηλικίας 18-45 ετών, βιαιοπραγούσαν κατά βρεφών, γερόντων, βίαζαν νέες κοπέλες, καταλήστευαν τις περιουσίες, πυρπολούσαν τις εκκλησίες βάζοντας μέσα και κόσμο, τα νοσοκομεία και τα σχολεία, δρώντας με απάνθρωπο και κτηνώδη τρόπο.

Η διαστροφή των Τούρκων τσέτηδων δεν είχε όρια. Έσφαζαν, ρήμαζαν και λεηλατούσαν όποιον και ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους και  έπειτα ποδοπατούσαν με τα άλογά τους τα πτώματά τους για να εξαφανίσουν τελείως το ελληνικό στοιχείο στη Μ. Ασία. Ο κύριος στόχος των Τούρκων ήταν ο ανδρικός πληθυσμός και γι’ αυτό όσοι προσπαθούσαν να σωθούν, έβαζαν ασβέστη στα γένια τους. Οι δε κοπέλες για να γλιτώσουν τον βιασμό, ή προτιμούσαν να πνιγούν μέσα στη θάλασσα, ή κρύβονταν μέσα στα μνήματα ή έκαναν ό,τι μπορούσαν για να φαίνονται γριές και άσχημες. Μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου του 1922 υπολογίζεται ότι σφαγιάστηκαν 100.000 Χριστιανοί. Όσοι γλίτωναν, ή οδηγιόντουσαν στα τάγματα εργασίας, ή στις πορείες θανάτου στα βάθη της Ανατολής, ή  γίνονταν αιχμάλωτοι πωλούνταν ως σκλάβοι σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Μέσα σε τρεις ημέρες είχαν προκαλέσει απίστευτες λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι τσέτηδες προετοίμαζαν τον εμπρησμό της Σμύρνης κουβαλώντας τους καζοτενεκέδες και τους κουβάδες με το πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον αμερικανό πρέσβη των ΗΠΑ  Τ. Χόρτον αναφέρεται ότι: «Το πυρ ετέθη υπό των Τούρκων εκ προθέσεως διά να εξαλείψη τα άπτα ίχνη των σφαγών, των λεηλασιών, των ατιμώσεων και των άλλων θηριωδιών». Μάλιστα, σύμφωνα με μια επιστολή του Ελ. Βενιζέλου στον Οικουμενικό Πατριάρχη που χρονολογείται στις 21 Σεπτεμβρίου του 1922, ο Ελ. Βενιζέλος είχε προβλέψει την καταστροφή της Σμύρνης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι « η γη θα εκραγεί μόλις επιστρέψει ο μικρασιατικός στρατός στην Ελλάδα μετά το ναυάγιο των εθνικών ονείρων».  Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι κάποιοι Τούρκοι που έμεναν πολλά χρόνια ειρηνικά με τους Έλληνες της Μ. Ασίας, βοήθησαν τους Έλληνες να σωθούν, κρύβοντάς τους μέσα στα σπίτια τους.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί μια άκρως προπαγανδιστική, ψευδή και ατιμωτική άποψη που προβάλλουν οι Τούρκοι. Ισχυρίζονται ότι οι Έλληνες φεύγοντας-  θαρρείς και έφευγαν ηθελημένα (!)- έκαιγαν την Σμύρνη! Τότε, όμως οι Έλληνες δεν θα έκαιγαν τις ελληνικές συνοικίες, αλλά τις τουρκικές.

 

Γ. Η ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗ  ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Οι κυνηγημένοι Έλληνες της Μ. Ασίας και των γύρω περιοχών, άφησαν όλες τις περιουσίες τους στα χέρια των Τούρκων και το μόνο που προσπαθούσαν να κάνουν, ήταν να σωθούν από τις άγριες διαθέσεις των τσέτηδων. Οι Τούρκοι έτρεχαν μανιωδώς επάνω από τον κόσμο με τα άλογά τους για να σφάξουν ακόμη περισσότερους. Είχε μάλιστα τόσα πολλά πτώματα που δεν μπορούσε κάποιος να περπατήσει.  Οι Έλληνες της Μ. Ασίας έφθαναν στο ασφυκτικά γεμάτο κόσμο λιμάνι της Σμύρνης όπου έμεναν επί ώρες όρθιοι, εξοντωμένοι από την δίψα και την πείνα, βλέποντας μπροστά τους να διαδραματίζονται φρικτά γεγονότα. Τα μικρά πλεούμενα που ήταν και τα μόνα που έσωσαν όσους έσωσαν, αναποδογυρίζονταν από τους ανθρώπους επιβιβάζονταν σε αυτά.

Αντιθέτως, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, μολονότι είχαν ελλιμενίσει εκεί τα  μεγάλα πλοία τους παρακολουθούσαν κυριολεκτικά «απλοί παρατηρητές» τα γεγονότα, εκτελώντας τις εντολές των Μ. Δυνάμεων, χωρίς να προσφέρουν στους Έλληνες της Μ. Ασίας την παραμικρή βοήθεια. Μάλιστα, ή τους χτυπούσαν, ή τους έκοβαν τα χέρια, ή τους έριχναν ζεματιστό νερό  ή τους πετούσαν μέσα στην θάλασσα. Η θάλασσα είχε γεμίσει από πτώματα…. Όσοι επέζησαν έχουν διηγηθεί τις τραγικές στιγμές που έζησαν και την απάνθρωπη στάση που έδειξαν απέναντί τους οι Μ.Δυνάμεις. Άλλωστε, τους Δυτικούς δεν τους πείραζαν οι Τούρκοι τσέτηδες, εκτός από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις που υπήρξαν.

Σύμφωνα με μια δήλωση του ανταποκριτή των ΝΥΤ στην οποία αναφέρεται μια πολύ σημαντική μαρτυρία της γνωστής Αμερικανίδας γιατρού Τ. Έλιοτ που είχε υπηρετήσει σε νοσοκομεία της εγγύς Ανατολής επί πολλά έτη, καταγράφεται ότι εκείνη περιέθαλψε εκατοντάδες βιασμένες από τους Τούρκους Χριστιανές κοπέλες και άκουσε αμέτρητες άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Δεν είδε όμως ποτέ ούτε μία Τουρκάλα σε αντίστοιχη κατάσταση.

Τέλος, σύμφωνα με την δήλωση του Αμερικανού πρέσβη των ΗΠΑ Τ. Χόρτον αναφέρεται ότι: «Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από την Σμύρνη, ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι ανήκα στο ανθρώπινο γένος».

 

ΧΙΙ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1922, Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1922 ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ

Την 11η Σεπτεμβρίου εξερράγη επαναστατικό κίνημα υπό την αρχηγία των συνταγματαρχών Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά και του αντιπλοιάρχου Δ. Φωκά. Όλα τα στρατεύματα, τα οποία είχαν καταφύγει σε Χίο και Λέσβο, καθώς και ο στόλος υπό το ναύαρχο Αλ. Χατζηκυριάκου, προσχώρησαν στο κίνημα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, περίλυπος για τα γεγονότα της Μ. Ασίας, παραιτήθηκε και αυθημερόν (14η Σεπτεμβρίου) ορκίστηκε βασιλιάς ο Γεώργιος Β΄, διάδοχος δε ανακηρύχθηκε ο γιος του Παύλος. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τα λοιπά μέλη της οικογένειας εγκαταστάθηκε στο Παλέρμο, όπου και πέθανε καταπονημένος από βαθύτατη θλίψη την 29 Δεκεμβρίου του 1922.

Σχηματίστηκε η κυβέρνηση με υποθετικό πρόεδρο τον Αλ. Ζαΐμη, ο οποίος απουσίαζε και δεν απάντησε καν αν δέχεται ή όχι και αντιπρόεδρο τον Σωτ. Κροκιδά. Στη κυβέρνηση αυτή, η επανάσταση ανέθεσε την οργάνωση της άμυνας των συνόρων της Θράκης και την περίθαλψη των προσφύγων. Η προστασία των ελληνικών συμφερόντων στο εξωτερικό ανατέθηκε αμέσως στον Ελ. Βενιζέλο.

Εν τω μεταξύ, ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε την Θράκη και την 28η Αυγούστου 1922 υπεγράφη πρωτόκολλο μεταξύ συμμαχικών δυνάμεων και Τούρκων, με το οποίο η Ανατολική Θράκη θα παραδιδόταν στην κεμαλική Τουρκία. Διαχωριστική γραμμή Ελλάδας- Τουρκίας ορίστηκε ο Έβρος ποταμός.

Στις 5 Σεπτεμβρίου, η επανάσταση είχε εκδώσει διάγγελμα μέσω του οποίου στιγμάτιζε τους ενόχους της εθνικής καταστροφής και λίγο αργότερα συστήθηκε στρατιωτικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκαν οι ήδη φυλακισμένοι Δ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλτατζής, Ν. Θεοτόκης, Γ. Χατζηανέστης, Μ. Γούδας και Ξ. Στρατηγός. Η δίκη διεξήχθη στην αίθουσα της παλαιάς Βουλής και διήρκεσε επί δύο εβδομάδες, με παμψηφεί απόφαση δεν, καταδικάστηκαν σε θάνατο οι έξι πρώτοι και σε ισόβια δεσμά οι δύο τελευταίοι. Η θανατική εκτέλεση έγινε την 15η/28η Νοεμβρίου 1922 και προκάλεσε αλγεινή εντύπωση.

Όσον αφορά το Ν. Στράτο, οποίος είχε διατελέσει στο παρελθόν υπουργός Ναυτικών, ο Ελ. Βενιζέλος είχε πει ότι: «Όταν ένας υπουργός, την επομένη της παραιτήσεώς του προδίδει δημόσια απόρρητα του κράτους, μην περιμένετε τα ξένα κράτη να έχουν εμπιστοσύνην ή εκτίμησιν εις μιαν τοιαύτην Κυβέρνησιν ή μιαν τοιαύτην χώραν». Τα λεγόμενά του είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ άλλοτε και έχουν πλήρη εφαρμογή στην σύγχρονη ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας που, δυστυχώς, έχει αμαυρωθεί με την όλως επαίσχυντη Συμφωνία των Πρεσπών!

  1. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

Λίγο πριν από την εκτέλεση, η κυβέρνηση Κροκιδά παραιτήθηκε και σχημάτισε νέα, ο έως τότε αρχηγός της επαναστάσεως Στ. Γονατάς, την δε αρχηγία ανέλαβε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Την 7η Σεπτεμβρίου 1922 άρχισαν στην Λωζάννη οι διαπραγματεύσεις για την ελληνοτουρκική ειρήνη. Την Άγκυρα του Κεμάλ, η οποία είχε επιτύχει την ενότητα του τουρκικού κράτους, αντιπροσώπευσε ο Ισμέτ πασάς και την Ελλάδα ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αυτοί αντιλήφθηκαν το παιχνίδι των συμμάχων , οι οποίοι απέβλεπαν βεβαίως στην διευθέτηση των πραγμάτων σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον και κατόπιν  μυστικής συναντήσεως κατέληξαν σε απ’ ευθείας συμφωνία, την οποία ανακοίνωσαν στη συνέχεια στους συμμάχου, προκαλώντας τους δυσάρεστη έκπληξη.

Στις 24 Ιουλίου 192 υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάνης, στην ομώνυμη πόλη της Ελβετίας, τερματίζοντας τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, αλλά και σβήνοντας το όνειρο της «Μεγάλης Ελλάδας».  Η Ανατολική Θράκη περιήλθε στην Τουρκία, η Ίμβρος και η Τένεδος ομοίως, αλλά με διοικητική αυτονομία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη υπό διεθνή εγγύηση.

 ΧΙΙΙ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Υπολογίζονται σε 300.000 οι Έλληνες που σφαγιάστηκαν τότε στην Σμύρνη και στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Οι υπόλοιποι ρίφθηκαν στην θάλασσα, όπου καταδιώκονταν με μαχαίρια και προσπαθούσαν να σωθούν με κάθε τρόπο. Ακόμη, 1.500.000 άνθρωποι οδηγήθηκαν στην προσφυγοποίησή τους στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία.  Σύμφωνα μάλιστα με το υπόμνημα του Βενιζέλου στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, στη Μ. Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες, 731.000 στη Θράκη και στη Κωνσταντινούπολη, 350.000 στη Τραπεζούντα, και στα Αδάνα 70.000.

Συνολικά ζούσαν στη Μ. Ασία 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% πληθυσμού, ήταν μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον και παρόλα αυτά είχε την μεγαλύτερη ανάπτυξη στον οικονομικό και εμπορικό τομέα, ενώ κατάφερε να διατηρήσει επί αιώνες αναλλοίωτη την πολιτιστική του κληρονομιά. Διέθετε 2.177 σχολεία με 177.505 μαθητές και  4.596 δασκάλους καθώς και 2.232 εκκλησίες. Ο  μικρασιατικός Ελληνισμός ξεριζώθηκε απάνθρωπα, φρικτά και βασανιστικά από τις πατρογονικές του εστίες, στις οποίες είχε ζήσει και μεγαλουργήσει επί τρεις χιλιετίες.

 

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος