Εκτός από τα κοινά σύνορα που μοιράζονται, η Ελλάδα και η Αλβανία συνεργάζονται σε πολλούς τομείς. Κάποιοι από αυτούς είναι στην οικονομία, στον πολιτισμό, στον τουρισμό και στην ενέργεια. Άλλωστε η Ελλάδα με την Ιταλία είναι οι μεγαλύτεροι επενδυτές στην Αλβανία. Οι σχέσεις των δύο χωρών αποκαταστάθηκαν μετά το 1971. Έκτοτε απολαύουν συνεργασία υπό την αιγίδα διεθνών οργανισμών, καθώς η Ελλάδα αποτελεί μια από τις χώρες που υποστήριξαν την είσοδο της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ (2009) αλλά και την προοπτική της ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι σχέσεις των δύο χωρών χαρακτηρίζονται καλές με βραχυπρόθεσμες περιόδους έντασης. Τα ζητήματα όπως η χάραξη της ΑΟΖ, η ανησυχία της «Μεγάλης Αλβανίας» και το ζήτημα των Τσάμηδων το οποίο προβάλλεται με έντονη προκλητικότητα, είναι προβλήματα στα οποία δεν έχει βρεθεί μια τελική λύση και συνεπώς γίνονται η αφορμή στη ρήξη των σχέσεων.

Η ανεπιτυχής οριοθέτηση της ΑΟΖ

Μετά τις επιτυχημένες συμφωνίες της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, η Αθήνα βάζει στο τραπέζι νέες συζητήσεις με την Αλβανία αποσκοπώντας σε μια συμφωνία για την χάραξη των θαλάσσιων ζωνών. Είναι ένα ζήτημα το οποίο αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ανοιχτό μέτωπο. Στις 27 Απριλίου του 2009, με Πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και Υπουργό Εξωτερικών την Ντόρα Μπακογιάννη υπογράφτηκε συμφωνία με την Αλβανία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

Ένα χρόνο αργότερα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας κατόπιν αίτησης του Σοσιαλιστικού Κόμματος έκρινε άκυρη τη συμφωνία διότι υποστηρίχθηκε ότι μέσω αυτής καταπατούνται τα αλβανικά συμφέροντα. Η συμφωνία βγήκε στην επιφάνεια μετά τη λήξη της προθεσμίας (2018) της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρίας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ) για τα δικαιώματα ερευνών στη περιοχή του Ιουνίου. Η επανεξέταση μιας νέας συμφωνίας αποτελεί ύψιστης σημασίας όχι μόνο για μελλοντικές έρευνες που θα θέλουν να ξεκινήσουν οι δύο χώρες αλλά και για να καταχωρήσει η Ελλάδα τα δικαιώματα της στη Μεσόγειο απέναντι στις τουρκικές προκλητικότητες.

ΑΟΖ Ελλάδας-Αλβανίας

Ο ουτοπικός κίνδυνος της «Μεγάλης Αλβανίας»

Η ιδέα της «Μεγάλης Αλβανίας» αποσκοπούσε στην ένωση των Αλβανών οι οποίοι κατοικούσαν εκτός των τότε νεοσύστατων αλβανικών συνόρων. Διαδόθηκε περισσότερο στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ως προπαγάνδα για την επέκταση των Ιταλών στα Βαλκάνια. Με τη λήξη του πολέμου σταμάτησε και το όνειρο της επέκτασης των αλβανικών συνόρων. Ωστόσο, κάθε φορά που γίνεται αναφορά σε αυτό το εθνικιστικό σχέδιο δημιουργούνται τριβές με τις γειτονικές χώρες καθώς διεκδικεί την ένωση με το Κόσσοβο, περιοχές της νότιας Σερβίας, της Βόρειας Μακεδονίας, του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας. Συγκεκριμένα οι ελληνικές περιοχές που διεκδικούνται είναι η Θεσπρωτία, τα Ιωάννινα, η Πρέβεζα, η Κέρκυρα, η Καστοριά και η Φλώρινα.

Οι συχνές αναφορές των πολιτικών αρχηγών στην πραγματοποίηση του σχεδίου δεν αποτελούν πολιτική γραμμή των κομμάτων, αλλά πρόκειται για πολιτική προπαγάνδα με σκοπό την προσέλκυση περισσότερων ψηφοφόρων.  Η «Μεγάλη Αλβανία» είναι ένα σχέδιο που αφορούσε μια περίοδο του παρελθόντος και αδυνατεί να γίνει πραγματικότητα. Η αλλαγή των συνόρων θα προκαλέσει εμπόλεμες συγκρούσεις και η Αλβανία με τη εξωτερική της πολιτική επιδιώκει τη βελτίωση των σχέσεων με άλλες χώρες. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Εντι Ράμα, έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν έχει βλέψεις για διεκδίκηση  περιοχών εκτός συνόρων.

Το ζήτημα των Τσάμηδων

Το ζήτημα των Αλβανών είναι η αναγνώριση των μειονοτήτων και ο σεβασμός των δικαιωμάτων τους. Η απαρχή του ζητήματος ξεκίνησε με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913. Το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμανικών μειονοτήτων ήταν οι Τσάμηδες. Εξαιτίας του ιδιόρρυθμου καθεστώτος που υπήρχε, οι Τσάμηδες έχασαν τα κτήματα τους και ξεκίνησαν οι αντιδράσεις προς το ελληνικό κράτος. Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Τσάμηδες δεν συμπεριελήφθησαν ενώ η συνεχής δυσαρέσκεια δεν σταμάτησε. Μετά το 1925 πολλοί μικροϊδιοκτήτες έχασαν την ιδιοκτησία τους και δεν έλαβαν τις αποζημιώσεις που ζητούσαν.

Όλη αυτή η δυσαρέσκεια εκφράστηκε μέσω κυμάτων βίας από τις δύο πλευρές και το αποκορύφωμα ήρθε με τη συνεργασία κάποιων Τσάμηδων με τις Δυνάμεις του Άξονα. Το 1943-1944 οι δυνάμεις των ΕΔΕΣ ξεκίνησαν εκκαθαρίσεις του Τσάμικου πληθυσμού και την εκδίωξη τους πίσω στην Αλβανία. Πολλοί έχασαν την περιουσία τους καθώς ποτέ δεν τους επήλθε αποζημίωση.

Ανά καιρούς υπάρχουν έντονες προκλητικές δηλώσεις που αφορούν τις αποζημιώσεις από την ελληνική πλευρά. Βέβαια, το ζήτημα σχετίζεται με το εσωτερικό της χώρας και η αλβανική κυβέρνηση δεν το συμπεριλαμβάνει στην επίσημη πολιτική ατζέντα της. Οι διαμαρτυρίες που υπάρχουν διεξάγονται από το Κόμμα των Τσάμηδων ζητώντας πίσω τις διεκδικήσεις τους. Το θέμα είχε λυθεί στο δικαστήριο του Στρασβούργου με την απόφαση ότι οι Τσάμηδες δεν έχουν δικαίωμα στις ιδιοκτησίες τους. Αυτό που ζητούν κατά κύριο λόγο είναι η αναγνώριση των γεγονότων και η ηθική δικαίωση. Πίσω όμως από την έξαρση της προπαγάνδας κρύβεται η αύξηση των ψήφων του κόμματος.

Εν κατακλείδι, οι προπαγάνδες που αναπτύσσονται σε περιόδους κρίσεων δεν επιδιώκουν καμία αλλαγή συνόρων. Η Αλβανία ως μελλοντική υποψήφια χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει καλύτερες σχέσεις με τις γείτονες χώρες, διότι η ανάπτυξη τέτοιων μεγαλοϊδεατισμών δεν συμβάλουν στην σταθεροποίηση των δημοκρατικών της θεσμών.  Και η ελληνική και η αλβανική πλευρά επιδιώκουν βελτίωση των σχέσεων τους και παράλληλα των συνεργασιών τους, αφότου κλείσουν τις ανοιχτές υποθέσεις. Κύριο μέλημα τους είναι ο σεβασμός των μειονοτήτων τους.

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος