Στη σύγχρονη εποχή της παραχάραξης της ανεκτίμητης αξίας ιστορίας του τόπου μας, του πολιτικού αμοραλισμού, της εσκεμμένης πολιτικά αθρόας προσέλευσης προσφύγων και λαθρομεταναστών στην χώρα μας, της οικονομικής κρίσης, της αποβλάκωσης από τα social media και από τα ΜΜΕ, της πολιτισμικής παρακμής και της «εθνικής λήθης» είναι απαραίτητη η μελέτη της ιστορίας μας. Στην παρούσα έρευνα θα γίνει μελέτη και αναφορά στο φρικτό έγκλημα της Γενοκτονίας των Ποντίων, ενός εγκλήματος που μέχρι και σήμερα δεν έχει αναγνωριστεί από την Τουρκία.

1. Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Με τον όρο «ΠΟΝΤΟΣ» προσδιορίζεται η γεωγραφική περιοχή της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας, που εκτείνεται προς βορρά έως το παράλιο τμήμα της μικρασιατικής χερσονήσου, προς νότο μέχρι την Καππαδοκία, ανατολικά μέχρι την Κολχίδα και δυτικά έως την Παφλαγονία. Τα διοικητικά όρια του Πόντου μεταβάλλονταν στο πέρασμα των αιώνων.

Ο ιστορικός Πόντος οριοθετούνταν από την περιοχή του Σοχούμ στα ανατολικά και της Σινώπης στα δυτικά. Ωστόσο, την εποχή των Μιθριδατιδών περιελάμβανε επίσης την Παφλαγονία, καθώς και τμήμα της Καππαδοκίας, ενώ στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών τα όριά του ήταν από τον ποταμό Φάση έως την Αμισό. Στη μυθολογία, ο Πόντος συνδέεται με τον μύθο της αργοναυτικής εκστρατείας. Ακόμη, ο Προμηθέας δεσμώτης ήταν δεμένος στον Καύκασο, ενώ η ελληνική αποικία της πόλης της Σινώπης κατοικήθηκε για πρώτη φορά από ανθρώπους της Μιλήτου. Ο Πόντος βέβαια αποτέλεσε τον τόπο όπου δημιουργήθηκαν όλες οι ελληνικές αποικίες λόγω της πλούσιας περιοχής σε βλάστηση και καρποφορία.

Ο «άξενος» πόντος έγινε τελικά «Εύξεινος», δηλαδή φιλόξενος, ενώ το λιμάνι της Τραπεζούντας διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στον εμπορικό τομέα, καθώς συνέδεε την Δύση με την Ανατολή και οδηγούσε στον δρόμο του μεταξιού. Ακόμη, ο Πόντος αναπτύχθηκε και κατά τα ρωμαϊκά χρόνια κατά τα οποία επικράτησε ο Χριστιανισμός, χάρη στον οποίο δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την ανάπτυξη του ελληνισμού του Πόντου. Έτσι λοιπόν, την εποχή εκείνη επικράτησε τόσο ο Χριστιανισμός, όσο και η ελληνική γλώσσα.

Ο Πόντος τέμνεται κατά μήκος από την οροσειρά του Παρυάδρου, φυσική προέκταση της οροσειράς του Καυκάσου, που τον χωρίζει από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Οι ακτές του, από το άκρο του Βοσπόρου μέχρι την Κολχίδα, είναι κατάσπαρτες από πολλές και μεγάλες παραθαλάσσιες πόλεις. Ο Πόντος διαρρέεται επίσης από πολυάριθμα ορμητικά ποτάμια, τα οποία δημιουργούν στο διάβα τους εύφορες καλλιεργήσιμες κοιλάδες. Συγκεκριμένα, τον Άλυ, το μεγαλύτερο ποταμό της Μικράς Ασίας, τον Ίρι, το Λύκαστο, το Θερμώδοντα, στις όχθες του οποίου ζούσαν οι Αμαζόνες, το Δαφνοπόταμο και τον Όφι, δυτικά της Τραπεζούντας.

2. Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Στις 26 Αυγούστου του 1071 οι Σελτζούκοι Τούρκοι νίκησαν στην μάχη του Ματζικέρτ τους Βυζαντινούς και από τότε άρχισε μια εποχή δύσκολη για τους Χριστιανούς. Το ισλάμ διαδόθηκε στις χριστιανικές περιοχές και οι Τούρκοι μέσα από την θρησκευτική διαμάχη του Τζιχάντ επιβλήθηκαν εδαφικά, απέκτησαν εξουσίες, λάφυρα και έρχονταν συνέχεια σε σύγκρουση με τους χριστιανούς. Επέβαλαν πολύ υψηλή φορολογία στους χριστιανούς τους οποίους θεωρούσαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ωστόσο ως σημαντική πηγή πλούτου για το οθωμανικό κράτος. Προέβαιναν σε βιαιότητες και έκαναν παιδομάζωμα προκειμένου να εξισλαμίσουν τα μικρά παιδιά.
Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι Σταυροφορίες προκειμένου να περιοριστεί η οθωμανική δύναμη και ο εξισλαμισμός των χριστιανών υπηκόων. Κατά την Δ΄ Σταυροφορία όμως κατά την οποία έγινε η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, του ορόσημου της Δύσης και Ανατολής, η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας προσπάθησε να ισχυροποιηθεί. Επί αυτοκρατορίας του Αλέξιου και του Δαυίδ Κομνηνού, η Τραπεζούντα απέκτησε αυτόνομη οικονομική, πνευματική και πολιτισμική δραστηριότητα λόγω και των στενών σχέσεων που διατηρούσε με την Κωνσταντινούπολη.

3. Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΤΟΝ 15Ο ΑΙΩΝΑ Μ.Χ.

Το 1461 ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής κατέλυσε την Αυτοκρατορία του Πόντου. Η πτώση και του τελευταίου ελεύθερου ελληνικού χώρου κατέστησε την Ανατολή ταυτόσημη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετατρέποντας τον Εύξεινο Πόντο σε κλειστή μουσουλμανική θάλασσα. Χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι προσφυγοποιήθηκαν ή κατέφυγαν σε ορεινές περιοχές, προκειμένου να ξεφύγουν από την εκδικητικότητα των Οθωμανών στρατιωτών, καθώς και των ατάκτων. Αρκετοί Πόντιοι μετοίκησαν επίσης στη γειτονική μεσημβρινή εστία, προσβλέποντας σε απελευθέρωση και στη συνέχεια σε επιστροφή στην πατρίδα τους.

Δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς το σύνολο του χριστιανικού ελληνικού πληθυσμού του Πόντου στη διάρκεια της μακράς οθωμανικής κυριαρχίας. Κι αυτό, αφενός, επειδή οι δημογραφικοί δείκτες μεταβάλλονταν συνεχώς, εξαιτίας πολλών παραγόντων, όπως ήταν οι μεταναστεύσεις και οι εξωμοσίες, αφετέρου, διότι τα διαθέσιμα απογραφικά δεδομένα είναι εξ ορισμού αποσπασματικά και αμφιλεγόμενα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 1520, οι Έλληνες του Πόντου έφταναν τα 180.000 άτομα. Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα, ο πληθυσμός αυξήθηκε και άλλο, οπότε ακολούθησε καθοδική πορεία έως το 1855, κυρίως της τρομοκρατίας των ντερεμπέηδων και της αποδημίας του πληθυσμού λόγω της οικονομικής καχεξίας. Φαίνεται, επίσης, πως στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Έλληνες στη γη του Πόντου πρέπει να ανέρχονταν σε λίγο παραπάνω από 400.000 άτομα, ενώ την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφταναν τα 500.000 άτομα.

Η περίοδος της οθωμανικής αυτοκρατορίας οδήγησε σε διοικητική αναδιάρθρωση στην περιοχή του Πόντου. Το βιλαέτι Τραπεζούντας, για παράδειγμα, αποτελούνταν από εννέα καζάδες: Τραπεζούντας, Τζεβιζλίκ, Σουρμένων, Ακτσέ Αμπάτ, Βάκφι Κεμπίρ, Κοράλλων, Τριπόλεως, Κερασούντας και Κοτυώρων. Από τις τραγικότερες σελίδες στην ποντιακή ιστορία είναι το φαινόμενο των μαζικών υποχρεωτικών εξισλαμισμών. Αμέτρητες αρχειακές μαρτυρίες καταγράφουν το φαινόμενο της εξωμοσίας, που οδήγησε σε συρρίκνωση τον ελληνισμό της περιοχής. Επρόκειτο για συνήθη πρακτική των οθωμανικών αρχών τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα σε συνοριακούς τόπους ή σε τόπους από τους οποίους διέρχονταν μεγάλες οδικές αρτηρίες. Στενά συνυφασμένο με το φαινόμενο των εξισλαμισμών ήταν και το ζήτημα του κρυπτοχριστιανισμού, δηλαδή της φαινομενικής προσχώρησης στο μωαμεθανισμό, με ταυτόχρονη, αλλά κρυφή διατήρηση των χριστιανικών πιστεύω.

3. Ο ΠΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ-ΑΡΧΕΣ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ Μ.Χ.
Ι. ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΑΤΤΙ ΧΟΥΜΑΓΙΟΥΝ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Η περίοδος των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων μετά το 1876 και οι συνακόλουθες θρησκευτικές ελευθερίες που δόθηκαν με το Χάττι Χουμαγιούν, οδήγησαν στην αποκάλυψη των κρυπτοχριστιανών (κλωστοί), οι οποίοι έως τότε έκρυβαν τη χριστιανική πίστη τους. Ενδεικτική του φαινομένου του κρυπτοχριστιανισμού, είναι για παράδειγμα, η έκθεση κατοίκων της Τραπεζούντας προς την ελληνική πρεσβεία Κωνσταντινούπολης στις 18 Απριλίου του 1900: «Οι πρόγονοί μας σε άγνωστο χρόνο και κάτω από θλιβερές περιστάσεις, κυριευμένοι από φόβο και τρόμο, εμφανίστηκαν να έχουν γίνει μωαμεθανοί, ενώ κρυφά συνέχιζαν να είναι ακόμη χριστιανοί. Αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν μέχρι το 1858, όταν ο σεβάσμιος αυτοκράτοράς μας, ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ που βασίλευε τότε, διακήρυξε την ισότητα του δικαίου για όλους τους υπηκόους και την ελεύθερη άσκηση των θρησκειών.», παρατηρούν με θλίψη οι Έλληνες Πόντιοι. Παρά τις προσδοκίες που σκόρπισαν οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις στα μέσα του 19ου αιώνα, η θέση των χριστιανών του Πόντου δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά.

Έτσι, στις 12 Φεβρουαρίου του 1901 ο πρώην πατριάρχης Ιεροσολύμων Νικόδημος απηύθυνε έκκληση μεσολάβησης στο Ρώσο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Γεώργιο Νικολάγιεβιτς: «Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, οι χριστιανοί της Τραπεζούντας, που αναγνωρίστηκαν ως τέτοιοι με βάση τα κρατικά φιρμάνια και διατάγματα, ενώ πριν τους θεωρούσαν μουσουλμάνους, συνεχίζουν να υποφέρουν από παντός είδους δεινά και όλα αυτά γίνονται για να αλλάξουν τη θρησκεία τους. Σήμερα ξαναζητάνε την προστασία της πρεσβείας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που επανειλημμένα ασκούσε επιρροή προς εξασφάλιση της θρησκευτικής ελευθερίας των χριστιανών».

Το 1850 ο συντάκτης του περιοδικού «Πανδώρα», ο οποίος επισκέφθηκε την Τραπεζούντα, παρατηρούσε: «Οι εμφύλιοι διαπληκτισμοί των γενιτσάρων και αι μέχρι της τελευταίας διοικητικής μεταρρυθμίσεως καταχρήσεις και αρπαγαί των αρχόντων κατάντησαν την Τραπεζούνταν εις αθλίαν κατάστασιν. Ενώ το 1800 έτος ο αριθμός των κατοίκων αυτής ανέβαινεν εις εκατόν χιλιάδας και επέκεινα, το 1830 είχε μόλις 15.000. Σήμερον όμως, μετά την σύστασιν των ατμοπλοίων ηύξησεν εκ νέου ο αριθμός αυτών εις 40 περίπου χιλιάδας».

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα απογραφικά στοιχεία, ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός του Πόντου πρέπει να έφτανε στα μέσα του 19ου αιώνα τα 650.000 με 700.000 άτομα. Η Τραπεζούντα είχε στα τέλη του ίδιου αιώνα 50.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 15.000 ήταν Έλληνες. Το όνομά της, ο νομοφύλακας Ιωάννης Ευγενικός, στο εγκώμιό του, το αποδίδει στο ιδιαίτερο τραπεζοειδές σχήμα των λόφων που την περιβάλλουν. […] Δίχως αμφιβολία όμως, η μεγάλη φήμη του ποντιακού μοναχισμού, η οποία ξεπέρασε τα στενά γεωγραφικά όρια της Τραπεζούντας, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, βασίστηκε στην ύπαρξη και στη λειτουργία τριών ιστορικών μονών.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η περιοχή του Πόντου προσέλκυσε επίσης το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, κυρίως λόγω των μεταλλευτικών αποθεμάτων που υπήρχαν στο υπέδαφός της, ιδιαίτερα στην περιοχή της Χαλδίας. Στο πλαίσιο αυτό πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες επένδυσαν στην περιοχή, θέτοντας τις βάσεις της οικονομικής διείσδυσής τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και της συνακόλουθης μεταξύ τους σύγκρουσης για την απόκτηση ερεισμάτων.

ΙΙ. Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ 

Η εκπαιδευτική κίνηση στην περιοχή του Πόντου υπήρξε ανέκαθεν μεγάλη, ενώ επηρεαζόταν από τις κυρίαρχες πνευματικές τάσεις που διαμορφώνονταν στην Κωνσταντινούπολη, με την οποία οι Πόντιοι διατηρούσαν παραδοσιακά προνομιακές σχέσεις. Πλήθος Ποντίων λογίων, κυρίως κληρικοί, φρόντισαν για την καλλιέργεια των γραμμάτων και ιδιαίτερα για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και ιστορίας.
Η Τραπεζούντα εξελίχθηκε σε σημαντικό πνευματικό κέντρο με σχολή μαθηματικών και αστρονομίας. Στα τέλη του 17ου αιώνα, ιδρύθηκε στην πόλη από τον Σεβαστό Κυμινήτη, που είχε σπουδάσει στην Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινούπολης, το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, ένα από τα λαμπρότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του υπόδουλου ελληνισμού. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το Φροντιστήριο γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του. Είναι ενδεικτικό ότι το 1866 φοιτούσαν σε αυτό 245 μαθητές, ενώ το ωρολόγιο πρόγραμμα περιλάμβανε μαθήματα αρχαίων ελληνικών, ελληνικής ιστορίας, γεωγραφίας, φυσικής και ψυχολογίας. [..] Ενδεικτική της σημασίας που αποδιδόταν στον Πόντο στην εκπαιδευτική λειτουργία ήταν η ίδρυση το 1846 στην Τραπεζούντα, Παρθεναγωγείου, για τη μόρφωση των νεαρών κοριτσιών. Ενισχυτική της πνευματικής αναγέννησης στον Πόντο τον 19ο αιώνα ήταν και η εκδοτική δραστηριότητα. Μόνο στην Τραπεζούντα κυκλοφορούσαν, μετά το 1885, 14 ελληνόγλωσσες εφημερίδες, με σημαντικότερη τον «Φάρο της Ανατολής».

Τα σχολεία και οι εκκλησίες είχαν πάντα θέρμανση , πράγμα που δείχνει το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της εποχής στην Τραπεζούντα. Όσον αφορά τους Τούρκους, οι περισσότεροι εξ αυτών εργάζονταν ως εργάτες. Ακόμη, οι παλιοί «γκιαούρηδες» δημιούργησαν μια νέα αστική τάξη και κατείχαν το 605 της αγοράς καθώς και τρεις από τις πέντε τράπεζες, διαθέτοντας υψηλό επίπεδο και έχοντας την θέση των δημογερόντων

ΙΙΙ. Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Στις αρχές του 20ου αιώνα κορυφώθηκαν οι ζυμώσεις στους κόλπους του ποντιακού ελληνισμού για εθνική χειραφέτηση. Η εδαφική ρευστότητα, εξαιτίας των συνεχόμενων πολεμικών αναμετρήσεων, αναδείχθηκε σε καταλύτη των εξελίξεων αυτών. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σχηματίστηκε η προσωρινή κυβέρνηση της Τραπεζούντας με επικεφαλής τον ντόπιο μητροπολίτη Χρύσανθο και μέλη σημαντικές προσωπικότητες της πόλης. Η προσωρινή κυβέρνηση συνέπεσε με την προσάρτηση της περιοχής στη Ρωσική Αυτοκρατορία τον Απρίλιο του 1916. Μάλιστα, αναγνωρίστηκε και από τις Δυνάμεις της Αντάντ ως η νόμιμη αρχή του βιλαετίου της Τραπεζούντας. Διατηρήθηκε δε για δύο χρόνια, ενώ πρώτος Έλληνας κυβερνήτης διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος.

Η καθεστωτική αλλαγή στη Ρωσία όμως, με την επικράτηση των μπολσεβίκων, συνοδεύτηκε από ανακατάκτηση της τοποθεσίας από τις οθωμανικές δυνάμεις, τον Φεβρουάριο του 1918 και από πρόσκαιρη αναβολή των ποντιακών σχεδίων για αυτονομία, οδηγώντας του Ποντίους στην απόφαση να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν στην Κριμαία, στη Γεωργία και στην Αρμενία.

Την ίδια περίοδο εντάθηκαν οι ιδεολογικές ζυμώσεις και στους κόλπους των Ελλήνων της διασποράς. Μιλώντας ενώπιον του Παμποντιακού Συνδέσμου, που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία στις 22 Ιανουαρίου/ 4 Φεβρουαρίου 1918, ο πρόεδρος της ποντιακής οργάνωσης Μασσαλίας Κ.Γ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε ότι: «Έχει φτάσει η ώρα για να διεκδικήσουμε την πραγματοποίησιν των προαιωνίων της χώρας μας πόθων, απαιτούντες την ανεξαρτησίαν μας υπό ελεύθερον δημοκρατούμενον πολίτευμα». Προκειμένου μάλιστα να προωθήσει τα σχέδιά του, χρηματοδότησε την έκδοση χάρτη στον οποίο αποτυπώνονταν τα όρια του διεκδικούμενου Πόντου.
Ταυτόχρονα, οργανώσεις Ποντίων από όλον τον κόσμο βομβάρδιζαν τις διπλωματικές αποστολές των Μεγάλων Δυνάμεων με υπομνήματα για τα δίκαια αιτήματα των Ποντίων. Τον Ιούνιο του 1919 στο κατεχόμενο από του Βρετανούς Βατούμ της Γεωργίας πραγματοποιήθηκε η πρώτη συγκέντρωση του Διαρκούς Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων Ελλήνων, η οποία εξέλεξε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου, με δημοσιογραφικό του όργανο της εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος» και με απώτερο σκοπό την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρωταγωνιστική μορφή του ποντιακού κινήματος για αυτοδιάθεση αναδείχθηκε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης.

4. ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ, ΕΞΟΔΟΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ
Ι. ΤΟ ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΤΙΚΟ, ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ

Όταν, έπειτα από αιώνες δουλείας, ακολούθησε η Επανάσταση του 1821, ο Πόντος, λόγω της απόστασης ήταν αδύνατον να συμμετάσχει. Ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε όμως από οικονομική και δημογραφική άνοδο. Γύρω στο 1880 υπήρχαν σε ολόκληρο τον Πόντο πάνω από 100 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης, καθώς και 15 γυμνάσια. Στην εκπαιδευτική αναγέννηση πρωτοστατούσε η Εκκλησίας, διαχρονικός θεματοφύλακας των ελληνικών αξιών και της ελληνικής ταυτότητας στον Πόντο. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην περιοχή υπήρχαν μέχρι το 1922 έξι μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Αμασείας, Χαλδίας, Νεοκαισάρειας, Ροδοπόλεως, Τραπεζούντας και Κολωνίας).

Ακόμη, πρέπει να τονιστεί ότι ποντιακός ελληνισμός δεν εξαφανίσθηκε όπως συνέβη με δεκάδες εθνότητες της Μικράς Ασίας που εξισλαμίστηκαν και τελικά αφομοιώθηκαν από τους Τούρκους. Οι Έλληνες του Πόντου συνέχισαν να διατηρούν παρά την οθωμανική κατάκτηση και καταπίεση, τα δύο καίρια συστατικά της ελληνικότητάς τους: τη γλώσσα και τη θρησκεία.

Μολαταύτα, οι εξισλαμισμοί και το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού δεν ήταν οι σκληρότερες στιγμές στη μακραίωνη ιστορία του ποντιακού Ελληνισμού.Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, ο εθνικιστικός παροξυσμός- που σάρωσε όλα τα βαλκανικά κράτη- οδήγησε στη βαθμιαία ενοχοποίηση των μειονοτήτων και εντέλει, στην εκδίωξη ή στον αφανισμό τους. Στον οθωμανικό Πόντο, η πολιτική των Νεότουρκων για τον πλήρη εκτουρκισμό του κράτους ήρθε αντιμέτωπη με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου που για αιώνες ζούσε και δημιουργούσε στα παράλια της Μαύρης θάλασσας.

Όσον αφορά το Κίνημα των Νεότουρκων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: την εποχή εκείνη είχε γίνει γνωστή η επανάσταση των Νεοτούρκων και όσα κράτη είχαν εκκρεμότητες με την Οθωμανική αυτοκρατορία, έσπευδαν να τις τακτοποιήσουν πριν στερεωθεί το νεοτουρκικό καθεστώς. Η Κρήτη προκάλεσε την οργή των Νεοτούρκων (ενώ δεν είχαν αντιδράσει στις άλλες περιπτώσεις), οι οποίοι απειλούσαν την Ελλάδα με ένα νέο ’97, εάν δεν αποδοκίμαζε ρητά την ένωση. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση των Νεοτούρκων είχε καθαρά στρατιωτικό συνωμοτικό χαρακτήρα και επικεντρώθηκε στην Μακεδονία, όπου ενισχυόταν από Εβραίους και ελευθεροτέκτονες (μασόνους) της Θεσσαλονίκης. Μετά δε από την αποτυχημένη απόπειρα επαναφοράς της απολυταρχίας (31 Μαρτίου 1909), ο Αβδούλ Χαμίτ εκθρονίστηκε και κυριάρχησαν ολοκληρωτικά οι Νεότουρκοι, οι οποίοι για εσωτερική κατανάλωση επεδίωκαν κάποιον εύκολο πολεμικό θρίαμβο και πίστευαν ότι η Ελλάδα προσφερόταν για κάτι τέτοιο.

Το Κίνημα αυτό προβαλλόταν ως κίνημα με (δήθεν!) αντιαπολυταρχικές τάσεις και με μεταρρυθμιστικούς σκοπούς, διαμορφωμένο με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποτίθεται ότι ήταν ένα σύνθετο κίνημα που περιελάμβανε ανθρώπους απ’ όλο το φάσμα των πολιτικών παρατάξεων, τόσο Έλληνες όσο και Αρμένιους. Στην πραγματικότητα όμως είχε ακροδεξιές, μιλιταριστικές και ρατσιστικές τάσεις, πράγμα που δυστυχώς δεν μπορούσαν να δουν ούτε οι πολιτικοί της χώρας μας, όπως ο πρωθυπουργός Δ. Ράλλης, ούτε και ο ίδιος ο βασιλιάς, αντιμετωπίζοντάς το με απόλυτη αφέλεια και φθάνοντας στο σημείο μέχρι και να το.. διαφημίζουν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Νεότουρκοι μάλιστα κάλυπταν πολύ με εύσχημο τρόπο τους πραγματικούς τους σκοπούς, προβάλλοντας ως αρχή το αξίωμα «ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη».

Οι ελπίδες των αφελών γρήγορα διαψεύσθηκαν καθώς το κίνημα των Νεοτούρκων είχε ως στόχο την σταδιακή μετεξέλιξη του Πόντου και της Μ. Ασίας σε μια πατρίδα μόνο για τους Τούρκους. Μάλιστα, είναι η πρώτη φορά που μεθοδεύεται ο μαζικός αφανισμός εθνοτήτων που προετοιμάζεται μέσα από ένα άρτια οργανωμένο σχέδιο (πχ. με το να προγράφουν σε καταλόγους τα ονόματα των Ελλήνων, των Εβραίων και των Αρμενίων του Πόντου) και το οποίο θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός μονοεθνικού κράτους.

Επιπλέον, ως γνωστόν, η Τουρκία στον Α΄ΠΠ τάχθηκε με τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία- Αυστροουγγαρία) και άρα, με τους ηττημένους. Το πολεμικό κλίμα, η απώλεια των Βαλκανίων, ο αλυτρωτισμός, η ανέχεια, η μιζέρια και η ανάγκη των Τούρκων να γίνουν πρόσφυγες τους καλλιεργούσε μέρα με τη μέρα το μίσος εναντίον των Ελλήνων, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την τραγική τους κατάσταση. Έτσι λοιπόν, οι απεγνωσμένοι Τούρκοι οι οποίοι δεν είχαν μορφωτικό επίπεδο και επέρριπταν την ευθύνη της κατάστασής τους αποκλειστικά στους Έλληνες, έγιναν έρμαια των ραδιούργων στρατηγών τους. Οι τελευταίοι εκμεταλλευόμενοι την συγκυρία, επέτειναν τα ανθελληνικά και μισελληνικά συναισθήματα του τουρκικού όχλου. Ειδικότερα, με τις οδηγίες του Γερμανού αξιωματικού και αρχιστράτηγου του οθωμανικού στρατού Λίμαν Φον Σάντερς, οι Έλληνες αμέσως μπήκαν στο στόχαστρο ενός πολύ καλά μελετημένου σχεδίου εκκαθάρισης.

Μάλιστα, χαρακτηριστική είναι μια προκήρυξη κατά των Χριστιανών: «Αν πεινούμε και υποφέρουμε εμείς οι Τούρκοι, αιτία είναι οι γκιαούρηδες που στα χέρια τους κρατούν τον πλούτο μας και το εμπόριό μας. Ως πότε θα ανεχόμαστε τις προκλήσεις τους; Μποϋκοτάρετε τα προϊόντα τους. Σταματήστε κάθε δοσοληψία μαζί του;. Τι την θέλετε την φιλία τους;». Κι έτσι ξεκίνησε ένας ανηλεής οικονομικός διωγμός κατά των Ελλήνων.

ΙΙ.Η Α΄ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ , (1914-ΤΕΛΟΣ Α΄ ΠΠ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1918)
1. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΔΙΑΠΡΑΧΘΕΝΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΑΙΤΙΟΙ

Όλοι οι μη μουσουλμάνοι πολίτες βρέθηκαν στο στόχαστρο και των εθνικών ομάδων, όπως οι Ασυρροχαλδαίοι, Έλληνες και Αρμένιοι. Ξεκινά μια δολοφονική πολιτική 400.000 ατόμων που επεκτείνεται μέχρι την Ανατολική Θράκη καθώς και στον χώρο της Ιωνίας, όπως για παράδειγμα τον Ιανουάριο του 1916 στη Φώκαια. Τον Ιανουάριο του 1916 ξεκινά η πρώτη φάση της γενοκτονίας των Ποντίων. Όσον αφορά τους Αρμένιους, στις 24 Απριλίου του 1915 οι Τούρκοι φυλάκισαν τη στρατιωτική ηγεσία των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και απαγχόνισαν επιφανείς ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης. Η ημέρα αυτή έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Εδώ πρέπει να σημειωθούν τα ονόματα των τριών πιο σκληρών ηγετών του κινήματος των Νεοτούρκων. Αυτοί ήταν οι: Ταλαάτ πασάς, Τζεμάλ πασάς και Εμβρέρ πασάς.

Ο Ταλαάτ πασάς ήταν ο βασικός υποκινητής των πράξεων της γενοκτονίας και αυτός που ακολουθούσε πιστά το σχέδιο των Γερμανών για τον αφανισμό των μη μουσουλμάνων κατοίκων του Πόντου και της Μ.Ασίας. Ο ίδιος έλεγε μάλιστα ότι «αποφασίστηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισίν τους στις ερήμους και την εξόντωσιν αυτού του ξενικού στοιχείου». Οι τουρκικές πηγές αναφέρουν 600.000-800.000 Αρμένιους, στη πραγματικότητα όμως τα θύματα της Γενοκτονίας ανέρχονται στο 1.500.000.Και οι Τούρκοι προσπάθησαν με αυτόν τον τρόπο να αποκρύψουν τις θηριωδίες που προκάλεσαν και να αποδώσουν μικρή σημασία στα γεγονότα. Ακολούθως εντάθηκε το κυνηγητό κατά των Ποντίων από τον άτακτο στρατό των Νεοτούρκων με την χρήση οποιασδήποτε μεθόδου και οποιουδήποτε μέσου (τσάπας, μαχαιριού, χειροδικίες).

Ο Εμβρέρ πασάς ήταν όμως ο πιο αδυσώπητος και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «υπουργό πολέμου» και είχε συγκροτήσει το πιο σκληρό τμήμα των Νεότουρκων. Οι βαλκανικοί λαοί προσπάθησαν να αμυνθούν με το να συσπειρωθούν ενάντια στη βίαιη πολιτική των Νεοτούρκων. Μάλιστα λέγεται ότι «ο ο φανατισμός και η κτηνωδία του Εμβρέρ, η πιο ψυχρή, μα κυνική φαντασία του Ταλάατ αγαλλίασαν με αυτήν την τρομερή επινόηση. Μπορούσαν να ισχυριστούν πως τις εκτοπίσεις τις απαιτούσες οι στρατιωτικές ανάγκες και πως τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, γιατί οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στον δρόμο!».

2. ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΩΣ «ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ»

Η μοίρα των Ελλήνων του Πόντου είχε προδιαγραφεί και επιταχύνθηκε από την ανάλγητη πολιτική ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής που, προκειμένου να προωθήσουν τα στρατηγικά, οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή, σιώπησαν ή και υπέθαλψαν ακόμη τις στυγνές νεοτουρκικές επιδιώξεις.
Η πολιτική εκδίωξης ή αφανισμού του ποντιακού ελληνισμού ξεκίνησε από τις αρχές του 20ου αιώνα και έφτασε στο αποκορύφωμά της την εποχή της μικρασιατικής περιπέτειας. Καραβάνια εξαθλιωμένων Ελληνοπόντιων έφταναν κατά κύματα στην ηπειρωτική Ελλάδα ή κατέφευγαν στο έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να γλιτώσουν από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Άλλοι πάλι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί, καθώς εντάχθηκαν υποχρεωτικά στα «αμελέ ταμπουρού», (ή αμελέ ταμπουρλά) τα περίφημα τάγματα εργασίας, ξεκινώντας μια βασανιστική και ως επί το πλείστον, επιθανάτια πορεία προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Σε αυτά επιστράτευαν νέους άνδρες, αμισθί, οι οποίοι εργάζονταν πυρετωδώς και κοπιωδώς υπό την επίβλεψη των τσέτηδων 18 ώρες την ημέρα. Η δουλειά που προσέφεραν ήταν «εθελοντική» σύμφωνα με τις κυβερνητικές δηλώσεις και ήταν ένα είδος «επιστράτευσης», αλλά στη πραγματικότητα επρόκειτο για απάνθρωπα και σκληρά βασανιστήρια, στα οποία οι Έλληνες υφίσταντο τις κακουχίες, την έλλειψη τροφής, τις αρρώστιες και μάλιστα τον τύφο. Όσοι μπορούσαν δραπέτευαν στα βουνά, ενώ άλλοι δωροδοκούσαν τους τσέτηδες προκειμένου να αποφύγουν τα αμελέ ταμπουρού. Αυτό το τίμημα ονομαζόταν «μπαξίσι» και μολονότι οι Έλληνες το κατέβαλαν, οι Τούρκοι επανέρχονταν μετά από λίγο καιρό με εκβιασμούς και απειλές. Η τακτική αυτή βρισκόταν μέσα στις προτεραιότητες της ημερήσιας διάταξης των τσέτηδων.

ΙΙ. Η Β΄ ΦΑΣΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ , (1919-1923 ΚΕΜΑΛΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ-ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ)
1. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΑΝΤΑΡΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΩΣ ΤΡΟΠΟΥ ΑΥΤΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ

Οι Πόντιοι προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτήν την σκληρή δολοφονική πολιτική των Νεοτούρκων, οργανώθηκαν σε αντάρτικες ομάδες στις οποίες συμμετείχαν και γυναίκες. Οι πρώτες ομάδες αντίστασης οργανώθηκαν το 1914 και χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και πρωτόγονα όπλα καθώς εκείνη την εποχή το λαθρεμπόριο επικρατούσε, όπως φυσικά και η ανομία. Ακόμη, οι ομάδες αυτές ενισχύονταν από άτομα που αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν τα χωριά. Οι Πόντιοι οργανώνονταν σε αντάρτικες ομάδες ξεκάθαρα για λόγους αυτοπροστασίας, αλλά και για να εκδικηθούν για τις σφαγές και τις λεηλασίες που είχαν ήδη πραγματοποιήσει οι Νεότουρκοι.

Η πολιτική αφανισμού των χριστιανών της Μικράς Ασίας υποχρέωσε λοιπόν πολλούς Πόντιους να αμυνθούν, οργανώνοντας αντάρτικο. Στους ορεινούς όγκους του Πόντου φυγόστρατοι του οθωμανικού στρατού αλλά και αγανακτισμένοι από τις βιαιοπραγίες Πόντιοι, σχημάτισαν ένοπλες αντάρτικες ομάδες προκειμένου να προστατευθούν από τους κεμαλικούς και τους τσέτες. Ο μητροπολίτης Αμισού Γερμανός Καραβαγγέλης υπολογίζει σε περίπου 20.000 τους Πόντιους αντάρτες. Μάλιστα, ο Αντών πασάς ήταν ο σημαντικότερος από τους αρχηγούς του ένοπλου αντιστασιακού κινήματος την χρονική περίοδο 1916-1918.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σάντα ήταν ένας μαρτυρικός τόπος και γι’ αυτό έγινε ο μεγάλος πυρήνας του αντάρτικου, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως το «Σούλι» του Πόντου. Τα δε παλληκάρια της Σάντας αναγκάζονταν να πολεμούν με Τούρκους γιατί εκείνοι επιδίδονταν σε ένα απίστευτο κυνηγητό των αμάχων. Οι τελευταίοι βασάνιζαν τις συζύγους των Σανταίων για να τους αποκαλύψουν τον τόπο όπου βρίσκονταν οι άντρες τους, βάζοντας ακόμη και γάτες μέσα στα εσώρουχα των δύσμοιρων γυναικών.

Οι αντάρτες έφθαναν γύρω στους 18.000, αλλά οι Τούρκοι προπαγάνδιζαν ότι οι αντάρτες ήταν 25.000. Κι αυτό το έκαναν για να δικαιολογήσουν την γενοκτονία, επικαλούμενοι την «αναγκαιότητα της βίαιης καταστολής των Ποντίων και του Κινήματος Ανεξαρτησίας». Στην πραγματικότητα όμως οι Πόντιοι συσπειρώνονταν σε αντάρτικες ομάδες ολοφάνερα για λόγους αυτοπροστασίας, πράγμα που ενισχύεται και αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν είχαν κεντρική δομή και ως σκοπό την εξουσία.

2.Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙΣΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Α΄ ΠΠ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1920- ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΙΡΗΝΗΣ, ΤΟΥ ΝΕΫΓΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1920 

Ο Ελ. Βενιζέλος θεωρούσε ότι τόσο ο Πόντος, όσο και η Μ.Ασία βρίσκονταν στους μακρινότερους στόχους της ενσωμάτωσής τους στον ελληνικό κορμό, επειδή η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ ΠΠ. Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ενημέρωσε επισταμένως τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Συνέδριο των Παρισίων, όπου του εξέθεσε όλα τα αριθμητικά δεδομένα του Πόντου. Στη συνέχεια, ο Ελ. Βενιζέλος, εξουσιοδότησε τον Μητροπολίτη Χρύσανθο για να δραστηριοποιηθεί στη ενίσχυση του αντάρτικου.

Πιο συγκεκριμένα, την 1η Νοεμβρίου 1913 υπεγράφη στην Αθήνα η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά το ζήτημα το νησιών αποσιωπήθηκε, διότι η Τουρκία δεν εννοούσε να αποδεχθεί την προσάρτησή τους από την Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 1914 , ενώ είχε αποφασιστεί η συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας στις Βρυξέλλες και ο Βενιζέλος ανέμενε τον ομόλογό του, ο οποίος καθυστερούσε σκοπίμως, ξέσπασε ο Α΄ΠΠ και διακόπηκε κάθε συζήτηση. Πάντως μια διακοίνωση των Δυνάμεων στις 13 Φεβρουαρίου του 1914 αναγνώριζε την κυριότητα της Ελλάδας επί των νήσων, πλην της Ίμβρου και της Τενέδου.

Ακόμη, στις 29 Οκτωβρίου του 1919 υπεγράφη η Συνθήκη του Νεϋγύ, με βάση την οποία η Βουλγαρία απομακρυνόταν από το ελληνικό Αιγαίο. Επίσης, μετά την ανακωχή με την Τουρκία, ο ελληνικός στρατός προήλασε προς την Ανατολική Θράκη, Με την προθυμία του να στείλει ένα ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην κατά των μπολσεβίκων συμμαχική εκστρατεία της Κριμαίας, ο Βενιζέλος πέτυχε να επιτραπεί στον ελληνικό στρατό να καταλάβει ολόκληρη την τουρκική Θράκη μέχρι την Τσατάλτζα και η Ελλάδα εκτεινόταν στα παράλια της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου και μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης.

Στη συνέχεια, στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου του 1920 υπογράφηκε στις Σέβρες που είναι ένα προάστιο των Παρισίων, η Συνθήκη μεταξύ των συμμάχων και της Τουρκίας, η οποία ονομάστηκε ως «Συνθήκη των Σεβρών». Με αυτήν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η περιοχή της Θράκης μέχρι την γραμμή του Αίνου-Μηδείας και τα νησιά της Ίμβρου και της Τενέδου. Η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό ονομαστική κυριαρχία του σουλτάνου, αλλά με ελληνική διοίκηση και Έλληνα ύπατο αρμοστή. Μετά της πενταετία θα ήταν δυνατόν, κατόπιν δημοψηφίσματος, να περιέλθει οριστικά στην Ελλάδα. Συγχρόνως υπεγράφη ελληνοϊταλική συμφωνία για την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, πλην της Ρόδου, η οποία δεν έμενε αυτόνομη επί δεκαπενταετία, οπότε θα ήταν δυνατόν να δοθεί κατόπιν ευνοϊκού δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, εάν η Αγγλία δεχόταν να παραχωρήσει την Κύπρο. Ομοίως και για το Καστελόριζο.

Με άλλη ταυτόχρονη συνθήκη, η Δ. Θράκη (τρίγωνο Ξάνθης-Δεδέαγατς), την οποία η συνθήκη του Νεϋγύ δεν αφαιρούσε ρητά από την Βουλγαρία, παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Η Τουρκία αναλάμβανε την υποχρέωση προστασίας των επί των εδαφών της μειονοτήτων, όπως και η Ελλάδα. Έτσι, η συνθήκη των Σεβρών δημιουργούσε ένα μεγάλο ελληνικό κράτος, κυρίαρχο του Αιγαίου και αυτό κυρίως επιτεύχθηκε χάρη στο πολιτικό δαιμόνιο του Βενιζέλου, ο οποίος δικαίως λάμβανε τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη ολόκληρου του ελληνικού έθνους.
Παρόλα αυτά, στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 το κόμμα των Φιλελευθέρων ηττήθηκε και ο Βενιζέλος δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής. Αποφάσισε τότε να καταφύγει ως αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Η ήττα βέβαια του Βενιζέλου στις εκλογές οφειλόταν στην δυσφορία του εκλογικού σώματος εξ αιτίας των επεμβάσεων των Μ. Δυνάμεων στα εσωτερικά της Ελλάδας, στην βίαιη εκθρόνιση του αγαπητότατου βασιλιά Κωνσταντίνου λόγω της δόξας των Βαλκανικών πολέμων καθώς και λόγω των καταδιώξεων των πολιτών εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων. Η ήττα του Βενιζέλου οδήγησε στην ανατροπή της διεθνούς ισορροπίας και στην μετέπειτα δυσμενή εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων που είχαν ως αποτέλεσμα την Μικρασιατική Καταστροφή, την Εκδίωξη των Πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης και την Γενοκτονία των Ποντίων.

3.Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΚΑΙ Η ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΜΕΝΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΝΤΙΟΥΣ
Α. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

«Τον καιρό κατά τον οποίο ο Ατατούρκ εμάχετο τους οπισθοδρομικούς ( Αυτήν την λέξη οι νεωτεριστές συγγραφείς της Τουρκίας την χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν τους φανατικούς και πιστούς του ισλάμ.), ένας από εκείνους οι οποίοι τον εστήριζαν ήταν ο Σελίμ Ταρζάν. Επειδή όμως, επίστευε ότι δεν μπορεί να υπάρξει άθεον έθνος, έψαχνε για μίαν επανάσταση στην θρησκεία. Μία ημέρα, τον καλεί ο Ατατούρκ στο προεδρικό μέγαρο. Στο τραπέζι δεν πίνει ποτό. Ο Κεμάλ δεν τον πιέζει, όμως αφού ήπιε ο ίδιος, τον ερώτησε: «Εσύ γράφεις για την αναγκαιότητα επαναστάσεως στον χώρο της θρησκείας. Ποιος είναι ο στόχος σου;».

Ο Σελίμ του απήντησε: «Εάν η κυβέρνηση δεν φανεί μπροστάρης στο θέμα της θρησκείας, τότε αυτή (η κυβέρνηση) θα εξαφανισθεί!». Έξαλλος ο Ατατούρκ βροντοφώναξε: «Εσύ γι’ αυτά τα θέματα, δεν θα γράφεις, κατάλαβες;»… Τότε ο Σελίμ αμέσως, έσπασε το μολύβι του και το πέταξε…». Τελικά ήταν θρήσκος ο Ατατούρκ; «Η απάντησις σε αυτό το ερώτημα είναι δύσκολη. Πάντως δεν ήταν από τα άτομα κρατούν νηστεία ή κάνουν ναμάζι. Στα θέματα της θρησκείας και των ιδεών, εφέρετο φιλελεύθερα, αν και ανεγνώριζε τον προφήτη Μωάμεθ, ως μία ιδιοφυΐα και ένα μεγάλο πολιτικό».

Β. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

«Ο Μουσταφά Κεμάλ κατά την διάρκεια της ζωής του, πάλεψε για την εγκατάσταση μιας εθνικής ταυτότητας που αρνείται τον φυλετισμό. Τους καλοκαιρινούς μήνες του 1930 κι ενώ έκανε διακοπές στην πόλη Τέρμαλ, συναντά τρία χωριατόπαιδα. Ρωτά από πού είναι, καθώς και τα ονόματά τους. Ένα από αυτά λέει πως είναι από το χωριό ΟυβέζΠιναρλί και του συστήνει τον εαυτό του και τους φίλους του. Ακολούθως λέει: «Κι εμείς σας γνωρίσαμε, είστε ο Μουσταφά Κεμάλ!». Ο Ατατούρκ ευχαριστιέται και ρωτάει; «Άντε να δούμε, εσύ τι είσαι;»
«Εμείς αφέντη μου, είμαστε μετανάστες από το Βατούμ του 1893. Είμαστε Λαζοί στην καταγωγή. Κάποιοι δε, είμαστε Γεωργιανοί». Ο Ατατούρκ κρεμάει τα μούτρα του και λέει τα ακόλουθα: «Σε αυτήν την χώρα, όλοι, Γεωργιανοί, Λαζοί, Πομάκοι, Κούρδοι, Ζαζά, Βόσνιοι, Αλβανοί, Τσερκέζοι, Αμπχάζιοι είναι γνήσια παιδιά αυτής της πατρίδος. Ενωμένοι όλοι πρέπει να αποτελέσουν ένα σύνολο. Όλοι αυτοί είναι παιδιά Τούρκων, Τούρκοι. Μη ξεγελιέστε μ’ αυτά, ο στόχος είναι ο διχασμός».

Γ. Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Μετά το τέλος του Α΄ΠΠ ο Κεμάλ Ατατούρκ εγκαινιάζει το «τουρκικό αντάρτικό του» το οποίο εξαπολύεται εναντίον των ιμπεριαλιστών και του αδύναμου, φυλακισμένου σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμη, το Δεκέμβριο του 1918 στη δίκη της Τραπεζούντας οι Τούρκοι έστησαν δίκες των υπαιτίων για την πρώτη φάση του σχεδίου γενοκτονίας που εφαρμόστηκε. Ήταν όλως προσχηματικές δίκες καθώς στα εγκλήματα αυτά συμμετείχαν διοικητικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές που βρισκόντουσαν σε νευραλγικές θέσεις του δημόσιου βίου. Επίσης, προκύπτει ότι υπήρχε σχέδιο και από την βοήθεια που προσέφεραν αιχμάλωτοι με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Οι δε καταδικαστικές αποφάσεις δεν εφαρμόστηκαν ποτέ και κάποιοι διέφυγαν. Επειδή, επιπλέον, το εθνικιστικό κίνημα των Νεοτούρκων ενδυνάμωνε συνεχώς, το 1922 η έρευνα που διεξήχθη στην εθνοσυνέλευση για τα φρικτά εγκλήματα που διεπράχθησαν, ουδέποτε συνεχίστηκε από τον Κεμάλ κι έτσι δεν τιμωρήθηκε κανείς.

Οι Τούρκοι επιθυμούσαν να αποφύγουν τις εδαφικές αξιώσεις των Μ. Δυνάμεων, ενώ η νέα οθωμανική κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι δεν συναινούσε στα εγκλήματα που διεπράχθησαν. Παράλληλα, οι Νεότουρκοι είχαν διπλό μηχανισμό. Το κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» έδινε δημόσια «οδηγίες» για τον εκτοπισμό των Ποντίων στο εσωτερικό της χώρας, όμως έδιναν και «κρυφές οδηγίες» για την σφαγή των εκτοπισμένων.
Με την ανοχή της Γερμανίας, όπως βεβαιώνεται από το τηλεγράφημα που στάλθηκε από την γερμανική πρεσβεία στο δόκτορα Σέντε στην Κερασούντα, που αναπληρούσε τον κόμη Σούλενμπουργκ, ο βαλής σε συνεργασία με τους καϊμακάμηδες και την ομάδα του Τοπάλ οσμάν, κατόρθωσε να προσδώσει στο φλέγον ζήτημα χαρακτήρα σκληρού και συστηματικού διωγμού, διαδίδοντας με υπερηφάνεια στο μουσουλμανικό λαό ότι ήταν επανάληψη αρμενικού ζητήματος.

Παρόλα αυτά, ορισμένοι Γερμανοί που δεν συμφωνούσαν με την πολιτική της εθνοκάθαρσης προσπάθησαν με αλλεπάλληλες εκθέσεις, τις οποίες έστελναν στο Υπουργείο Εξωτερικών, να διαχωρίσουν τη θέση και τις ευθύνες τους από τα γενοκτονικά μέτρα των Νεότουρκων, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια κατακραυγή για το ολοκαύτωμα στην Αρμενία.

4. Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΣΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΑΥΤΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ

Στις 19 Μαΐου του έτους 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα προφασιζόμενος την καταστολή του αντάρτικου κινήματος. Στην πραγματικότητα όμως έφθασε εκεί με σκοπό τον ξεσηκωμό των Τούρκων. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα στον διοικητική του 15ου σώματος του Ερζερούμ: «Η κατάσταση στη Σαμψούντα είναι τόσο ανησυχητική που μπορεί να έχει θλιβερές συνέπειες. Γι’ αυτό είμαι αναγκασμένος να παραμείνω εδώ». Σύντομα ο Κεμάλ αυτονομήθηκε και άρχισε να οργανώνει δικό του στρατό. Στο Καβάκ άρχισε να εξάπτει τον θρησκευτικό φανατισμό κατά των Χριστιανών.

Ενώ ο ελληνικός στρατός προήλαυνε στο μικρασιατικό μέτωπο, ο Κεμάλ μεθόδευε την κατάπνιξη του ποντιακού αντάρτικου, ώστε απερίσπαστος να αντεπιτεθεί έπειτα κατά του τακτικού στρατού. Από το Μάρτιο του 1920, μόλις άρχισε να λιώνει το χιόνι στα ποντιακά βουνά, αναζωπυρώθηκαν οι συγκρούσεις. Τα ένοπλα σώματα ανταπέδιδαν αποτελεσματικά τα χτυπήματα των Τούρκων κατά του αμάχου πληθυσμού.

Ωστόσο, παρά την ηρωική αντίσταση των Ποντίων, οι εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο σημάδεψαν τελικά και τη δική τους μοίρα, ανατρέποντας πλήρως τη φυσιογνωμία της περιοχής. Η κατάρρευση της ελληνικής γραμμής αμύνης και η ήττα από τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ οδήγησαν σε οριστική απαγκίστρωση των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Από τους δύο εκατομμύρια Έλληνες, περίπου 1.280.000 κατέφυγαν στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι είτε βρήκαν τραγικό θάνατο είτε κατευθύνθηκαν στην κομουνιστική Ρωσία, ενώ ένας άγνωστος αριθμός παρέμεινε στην περιοχή, ασπαζόμενος τη μουσουλμανική θρησκεία για να επιβιώσει.
Εδώ θα γίνει μνεία και σε έναν ακόμη αδυσώπητο ανθέλληνα και μισέλληνα ηγέτη των Τούρκων. Αυτός ήταν ο Τοπάλ πασάς που ήταν ένα περιθωριακό στοιχείο της Κερασούντας και ηγείτο των ατάκτων Τούρκων. Σύμφωνα με τις ιεραποστολικές και διπλωματικές πηγές εξαπέλυε απίστευτες πράξεις βαρβαρότητας κατά των Ελλήνων και γι’ αυτό δικαίως ονομάστηκε ως «η ύαινα του Πόντου». Σε αυτές τις φρικτές πράξεις συγκαταλέγονται ο εμπρησμός εκκλησιών, οι μαζικοί πυροβολισμοί αμάχων, το ξεκοίλιασμα εγκύων καθώς και η καταστροφή ημερολογίων και αρχείων.

Έχρηζε μάλιστα της εύνοιας του Κεμάλ και ανέλαβε και το αξίωμα του δημάρχου. Αυτό που πρέπει όμως να σημειωθεί είναι το τέλος της «ύαινας του Πόντου». Όταν ο Κεμάλ δεν τον χρειαζόταν άλλο, με εντολή δική του διέταξε την εξόντωσή του. Η ενέργεια αυτή μας διδάσκει ότι όταν κάποιος αρχηγός είναι αδίστακτος, αδυσώπητος και χρησιμοποιεί αντίστοιχα άτομα δόλια και ύπουλα ως όργανα, στο τέλος και τα άτομα αυτά, αφού διεκπεραιώσουν τον σκοπό τους, θα έχουν την τύχη που είχαν τα θύματά του! Και αυτό ισχύει γι’ άτομα που έδειξαν πίστη και αφοσίωση σε κάποιον ομοεθνή τους, πόσο μάλλον για άτομα που πρόδωσαν την πατρίδα τους και τάχθηκαν με τους εχθρούς της καθότι εργαλειοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά αλλότριων και ιδιοτελών συμφερόντων.

Η γενοκτονία συνέβη σε όλα τα χωριά του Πόντου, χωρίς διακρίσεις, ενώ στο στόχαστρο τέθηκαν τα γυναικόπαιδα. Δηώσεις περιουσιών, βεβηλώσεις ιερών, βιασμοί νεαρών κοριτσιών ηλικίας 12 ετών και πάνω, φρικτά βασανιστήρια των ιερέων, αιχμαλωτίσεις, τάγματα εργασίας και πορείες θανάτου είναι δείγματα του άρτια οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου της γενοκτονίας. Ακόμη, ως προς τις πορείες θανάτου, αξίζει να τονιστεί ότι αποτελούσαν ένα «Άουσβιτς εν ροή».

Ο άτακτος στρατός εξανάγκαζε διά της βίας τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, παίρνοντας μόνο ένα αντικείμενο και ακολουθώντας δύσβατους δρόμους, με αβέβαιο προορισμό. Οι Τούρκοι ράπιζαν με μαστίγια όποιον δεν προχωρούσε και όποιος δεν άντεχε έμενε πίσω μισοπεθαμένος, ενώ οι τσανταρμάδες (οι Τούρκοι που επιτηρούσαν ασφυκτικά τις γυναίκες) βίαζαν τις γυναίκες (που έβαζαν περιττώματα ζώων στο πρόσωπό τους για να γίνουν απωθητικές), άλλες δε γεννούσαν μέσα στον δρόμο και παρατούσαν τα παιδιά τους. Τις πορείες θανάτου πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Τούρκοι τις πραγματοποιούσαν για να μην αφήσουν κανένα ίχνος των εγκλημάτων τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα βασανιστηρίου ήταν οι λεγόμενοι «λουτρώνες». Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι τις κακουχίες που υφίσταντο οι άμαχοι με την πρόφαση ότι θα τους επισκεφθεί γιατρός, υποχρεώνονταν να γδυθούν και στη συνέχεια έμεναν εκτεθειμένοι μέσα στο κρύο 1-2 ώρες σχεδόν γυμνοί. Οι άνδρες πάλι ή γίνονταν αιχμάλωτοι ή οδηγούνταν στα τάγματα εργασίας, όπου ο χειμώνας τους εξόντωνε καθώς τους στερούσε το νερό και το φαγητό. Άλλοι πάλι πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής ως δούλοι. Μπορεί οι απώλειες της γενοκτονίας των Ποντίων να υπολογίζονται γύρω στις 350.000, αλλά ο αριθμός είναι αρκετά ασαφής γιατί τα θύματα δεν καταγράφηκαν ποτέ επίσημα και βέβαια δεν μπόρεσαν εύλογα ουδέποτε να μιλήσουν.

5. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ

Τα ελληνικά αλλά και πλήθος από δημόσια και ιδιωτικά αρχεία ξένων χωρών ξεχειλίζουν από πληροφορίες για τις απανωτές διώξεις που εξαπέλυσαν οι Νεότουρκοι σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου, αλλά και της δυτικής Μικράς Ασίας. Σε αναφορά του Έλληνα επιτετραμμένου στην Κοινωνία των Εθνών Βασίλη Δενδραμή προς τον ίδιο τον γενικό γραμματέα στις 14 Νοεμβρίου 1924, γίνεται λόγος για τις διώξεις των Ελλήνων του Πόντου από τις κεμαλικές αρχές: «Περιοχή Σαμψούντος- Μπάφρας. Σε αυτήν την περιοχή η εξόντωση περατώθηκε πιο συστηματικά και με μεγαλύτερη σκληρότητα.

Ο ανδρικός πληθυσμός εκτοπίσθηκε με πέντε αποστολές, η πρώτη εκ των οποίων περιελάμβανε 2.000, η δεύτερη 1.901, η Τρίτη επίσης 2.000 και η τέταρτη και η Πέμπτη 500 και 520 από αυτούς τους δυστυχισμένους. Καθώς αυτές οι αποστολές κατέβαιναν έναν λόφο, όχι μακριά από τη μικρή πόλη του Καβάκ, η οποία βρίσκεται σε απόσταση οχτώ ωρών από τη Σαμψούντα, η τουρκική συνοδεία ξαφνικά πυροβόλησε εναντίον τους. Από την πρώτη αποστολή σκοτώθηκαν 330 και από την Τρίτη 660 άνδρες. Οι απώλειες των άλλων αποστολών είναι ακόμα άγνωστες. Οι επιζώντες, αποστερημένοι από οτιδήποτε κατείχαν, ακόμα και από τα ρούχα τους, εξορίστηκαν στη Μαλάτεια, στο Χαρπούτ, στο Μαμουρέτ-Ουλ-Αζίζ και στο Αλπιστάν, οι περισσότεροι σαν φαντάσματα, παρά σαν ανθρώπινα όντα».

Η Αμερικανίδα Έθελ Τόμσον, η οποία εργαζόταν την ίδια περίοδο για την αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση «Near East Relief», κατέθεσε την δική της άποψη για τα γεγονότα: «Πήγα στην Ανατολία για να ασχοληθώ με τα ορφανά για λογαριασμό της Επιτροπής Βοηθείας της Εγγύς Ανατολής, χωρίς προκατάληψη αναφορικά με φυλή ή θρησκεία. Εγκατέλειψα την Ανατολία με συναίσθημα φρίκης, δεδομένου ότι το 1922 μπορούσαν να συμβαίνουν τέτοια γεγονότα σ’ οποιαδήποτε κυβέρνηση ή σ’ οποιονδήποτε λαό. Βοηθούσαμε τα τουρκικά ορφανοτροφεία και προμηθεύαμε με ρούχα και με τρόφιμα, όταν αυτό ήταν επιτρεπτό, τα αξιοθρήνητα καραβάνια των Ελλήνων, γυναικών και παιδιών, που πέθαιναν από την πείνα.

Περιπλανιόνταν στην Ανατολή, διασχίζοντας την πόλη Χαρπούτ, και τα μάτια τους που γυάλιζαν, έβγαιναν από τα κεφάλια τους, τα κόκαλα τρυπούσαν σχεδόν το δέρμα τους, με μωρά σκελετωμένα δεμένα στην πλάτη τους, σπρωγμένοι σαν κοπάδι χωρίς τροφή και ρούχα, μέχρι να πέσουν νεκροί. Και οι Τούρκοι χωροφύλακες τους εξανάγκαζαν με χτυπήματα ραβδιών να περπατούν. Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να ξεχάσουν αυτό που είδα κι ελπίζω πως το μυαλό μου θα ξεχάσει μια μέρα αυτό το ανοιχτό κοιμητήριο ολόγυρα από το Χαρπούτ, όπως το είδα πέρυσι τον χειμώνα. Ορισμένοι ρωτούν αν αυτές οι αναφορές είναι αληθινές. Ύστερα από μια χρονιά τέτοιων εμπειριών, αυτή η ερώτηση με καταπλήσσει. Η εργασία μου στα ορφανοτροφεία με οδήγησε πολλές φορές στα περίχωρα και μπορώ να ορκιστώ ότι λέω την αλήθεια για όσα έβλεπα καθημερινά».

ΙΙΙ. Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ

Τα τραγικά γεγονότα επικυρώθηκαν με τη Συνθήκη της Λοζάνης που υπογράφηκε το 1923 και επισημοποίησε το τέλος της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολή. Στις 24 Ιουλίου του έτους 1923 υπεγράφη στη πόλη Λωζάνη της Ελβετίας, τερματίζοντας τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, αλλά και σβήνοντας το όνειρο της «Μεγάλης Ελλάδας». Η Ανατολική Θράκη περιήλθε στην Τουρκία, η Ίμβρος και η Τένεδος ομοίως αλλά με διοικητική αυτονομία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη υπό διεθνή εγγύηση.
Ένας κύκλος αδιάλειπτης ελληνικής παρουσίας στην περιοχή, που είχε αρχίσει με τη μυθική Αργοναυτική Εκστρατεία, είχε πλέον λάβει τέλος. Όπως έχει υποστηριχθεί, με την πάροδο του χρόνου «ο Πόντος, «η βαθειά Ελλάδα» των χρονικογράφων του Μεσαίωνα, αλλά και η υπόλοιπη Μικρά Ασία θα μετατραπούν-εκτός από «χαμένες πατρίδες»- σε εξιδανικευμένους τόπους αναφοράς στη μνήμη των προσφύγων, επιβιώνοντας μέσα από ονόματα δρόμων και μνημείων στα απειράριθμα προσφυγικά χωριά και πολιτείες του σύγχρονου ελληνικού κράτους».

Ως προς τον ορισμό της Γενοκτονίας ο πρώτος που έκανε μνεία για τον ορισμό της Γενοκτονίας ήταν ο Πολωνοεβραίος δικηγόρος Ραφαήλ Λέμιν το έτος 1944 και την όρισε ως την συστηματική και προμελετημένη καταστροφή μιας εθνοτικής ομάδας. Ως παράδειγμα χρησιμοποίησε τους Πόντιους. Επίσης, κατά τον καθηγητή Π. Ενεπεκίδη, η φύση και η μέθοδος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς, ενώ έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη Γενοκτονία των Εβραίων, έχει δύο βασικές διαφορές: «Είναι μια γενοκτονία πολύ αλά τούρκα. Η γενοκτονία αλά τούρκα είναι βουβή, πονηρή, ανατολίτικη, δεν έχει θεωρητικό background, αλλά μάλλον πρακτικά, πλιατσικολογικά. Οι καλούμενες εκτοπίσεις, εξορίες των κατοίκων ολόκληρων χωριών, οι εξοντωτικές εκείνες οδοιπορίες μέσα στο χιόνι των γυναικόπαιδων και των γερόντων- οι άνδρες βρίσκονται ήδη στα τάγματα εργασίας ή στον στρατό-δεν οδηγούν φυσικά σε κανένα Άουσβιτς, με τους διαβολικά οργανωμένους μηχανισμούς της φυσικής εξόντωσης του ανθρώπου- όχι! Ήταν όμως ένα Άουσβιτς εν ροή, οι άνθρωποι πέθαναν καθ’ οδόν, δεν περπατούσαν για να φτάσουν κάπου, όχι, περπατούσαν για να πεθάνουν από τις κακουχίες, την παγωνιά, την πείνα, τον εξευτελισμό του ανθρώπινου. Αυτό ήταν διαβολικό σύστημα πονηρά οργανωμένο. Δεν υπήρχε στο τέρμα κανένα Άουσβιτς γιατί για τους περισσοτέρους δεν υπήρχε τέρμα. Το ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος, όχι το τέρμα του ταξιδιού».

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου έχει αναγνωριστεί από την Βουλή των Ελλήνων με το Νόμο 2193/94 (ΦΕΚ 78Α/19940 και η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης της. Αυτή την ημέρα πραγματοποιούνται σε όλη την ελληνική επικράτεια εκδηλώσεις με πρωτοβουλία δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. Επίσης, η Γενοκτονία των Ποντίων έχει αναγνωριστεί με διακηρύξεις- ψηφίσματα και από τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών των ΗΠΑ- Νιου Τζέρσεϋ (2002), Νέας Υόρκης (2002), Πενσιλβάνια (2004), Νέας Υόρκης (2005), Φλόριντα (2005), Μασαχουσέτης.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης για την Πρόληψη και την Καταστολή του εγκλήματος της Γενοκτονίας, ορίζεται ότι: « Ως γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε εκ των κατωτέρω πράξεων, ενεργούμενη με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος, εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, ως τέτοια είναι: α) ο φόνος των μελών της ομάδας, β) σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας, γ) εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως που μπορούν να επιφέρουν την πλήρη ή την μερική σωματική καταστροφή αυτής, δ) μέτρα που αποβλέπουν στη παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους ορισμένης ομάδας και ε) αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας ομάδας σε άλλη ομάδα».

Ακόμη, στο άρθρο 3 ορίζεται ότι θα τιμωρούνται οι εξής πράξεις: «α) η γενοκτονία, β) η συνεννόηση προς διενέργεια γενοκτονίας, γ) η άμεση και δημόσια προτροπή προς διενέργεια γενοκτονίας, δ) η απόπειρα γενοκτονίας και ε) η συνέργεια σε γενοκτονία». Αξίζει να σημειωθεί ότι η διεθνής αυτή συνθήκη εγκρίθηκε και παρέμεινε ανοιχτή για υπογραφή, επικύρωση ή προσχώρηση με την από 9 Δεκεμβρίου 1948 και υπ’ αριθμ. 260 Α (ΙΙΙ) απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών Έναρξη ισχύος : 12 Ιανουαρίου 1951 σύμφωνα με το άρθρο ΧΙΙΙ και κυρώθηκε από την ελληνική βουλή με βάση το υπ’ αριθμ. 3091 Ν.Δ (Νομοθετικό Διάταγμα) της 6/12 Οκτωβρίου 1954: περί κυρώσεως της Συμβάσεως δια την Πρόληψιν και Καταστολήν του Εγκλήματος της Γενοκτονίας από 9 Δεκεμβρίου 1948 (ΦΕΚ Α’ 250).

IV. Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΤΗΡΟΥΣΑΝ ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Α. Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Η Τουρκία μέχρι και σήμερα δεν έχει αποδεχθεί ότι διέπραξε το έγκλημα της Γενοκτονίας κατά των μη μουσουλμάνων πολιτών του Πόντου και της Μ. Ασίας, ήτοι ούτε των Ελλήνων ούτε των Αρμενίων. Όσον αφορά την Γενοκτονία των Ποντίων, σημειώνεται ότι στα επίσημα έγγραφα του Πόντου ήταν καταγεγραμμένοι 500.000 Πόντιοι Ρωμιοί, ενώ στην απογραφή του 1923 ο αριθμός αυτός δεν υπάρχει καν. Ιστορικό αφήγημα ή ειρωνεία αποτελούν και οι εκδοχές της Τουρκίας.

Έχει ισχυριστεί ότι οι Έλληνες και οι Αρμένιοι ήταν οι θύτες και οι Τούρκοι ήταν τα θύματα! Ή έχουν υποστηρίξει ότι οι πράξεις τους έγιναν στο πλαίσιο της καταστολής των εξεγέρσεων των μη νομιμοφρόνων πολιτών, Ελλήνων και Αρμενίων και ως ειδική τιμωρία (!) επέβαλαν τους εκτοπισμούς και τις εκδιώξεις. Ή υποστηρίζουν ότι κάποιοι Ρωμιοί έδρασαν υπό την εντολή των Άγγλων κι έτσι οι καημένοι(!) οι Τούρκοι «αναγκάστηκαν» να λάβουν αυτά τα μέτρα.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Μέτερνιχ, οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Ελλήνων που ζούσαν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Ρώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και γι’ αυτό φοβόνταν μια ελληνική εξέγερση. Η επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήρικτη, αφού ο πληθυσμός που κατά κύριο λόγο εκτοπίστηκε, αποτελούνταν από γυναίκες, παιδιά και γέρους. Οι ικανοί για την χρήση των όπλων είχαν ήδη κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό.

Όλες οι απόψεις των Τούρκων φυσικά και δεν ευσταθούν. Αντιθέτως, τα έγγραφα και οι μαρτυρίες μιλούν από μόνα τους. Σύμφωνα με τα πρακτικά της τουρκικής εθνοσυνέλευσης του 1922 που ήταν άκρως μυστικά και γραμμένα στην παλιά οθωμανική γλώσσα, μέσα από τις καταγεγραμμένες ομιλίες αποδεικνύεται η ποντιακή γενοκτονία. Αν και δεν περιγράφονται τα φρικτά εγκλήματα της γενοκτονίας λεπτομερώς, οι ιστορικοί μπορούν να αντλήσουν πολλά στοιχεία για να διεξαγάγουν περισσότερες έρευνες πάνω στο θέμα της γενοκτονίας των Ποντίων. Επίσης, αυτά τα έγγραφα ήρθαν για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας το 1975, πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν γινόταν εσκεμμένα λόγος για γενοκτονία. Ακόμη και σήμερα είναι μια απαγορευμένη λέξη. Όσοι δε Τούρκοι ιστορικοί πραγματοποιούν έρευνες για την γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων, δεν ζουν στην Τουρκία, αλλά στο εξωτερικό.

Παράλληλα, τον Μάρτιο του 2002, στο Βερολίνο, στο Διεθνές Συνέδριο των λαών της Μικράς Ασίας, όπου καταδικάσθηκε από όλους η γενοκτόνος πολιτική της Τουρκίας, οι σύνεδροι δεν επίστευαν στ’ αυτιά τους, όταν στο βήμα, ανέβηκε ο Τούρκος διανοούμενος Αλή Ερτέμ και κατεδίκασε τις διαπραχθείσες γενκοτονίες, από την χώρα του, σε βάρος των ιστορικών λαών της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας!

Ο Τούρκος διανοούμενος έγραψε ιστορία, αφού για πρώτη φορά δημοσίως, ο Τούρκος ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους της τουρκικής κοινωνίας, για την γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου. Ο Αλή Ερτέμ, μαζί με άλλους προοδευτικούς πολίτες της Τουρκίας, ζώντες στην Γερμανία, ίδρυσαν το 1998 τον «Σύλλογο Αντιπάλων της Γενοκτονίας». (..) Το 1999 πραγματοποίησαν στην Φραγκφούρτη, έκθεση φωτογραφίας με αντικείμενο τις διώξεις σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως το 1955. Η έκθεση είχε τίτλο «Διωγμοί και αφανισμός των Ελλήνων! Οργανώθηκε με την συνεργασία τουρκικών συλλόγων της Γερμανίας και της προτεσταντικής εκκλησίας, χωρίς την συμμετοχή Ελλήνων κι έκανε βαθειά εντύπωση στην τοπική κοινωνία. «Επήγαμε την έκθεση στην Κωνσταντινούπολη υπό τον τίτλο «Ανατολή, πού είναι τα παιδιά σου;».

Όμως την απηγόρευσε το τουρκικό κράτος», είπε ο Αλή Ερτέμ. «Έχουμε συγκεντρώσει 11.254 υπογραφές Τούρκων πολιτών, τις οποίες στείλαμε στην τουρκική βουλή και ζητήσαμε την αναγνώριση των γενοκτονιών εις βάρος των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και των Ασσυρίων. Αυτές τις υπογραφές θα τις στείλουμε, τώρα, σε 6 ευρωπαϊκές χώρες- Γερμανία- Σουηδία, Ολλανδία, Γαλλία, Αυστρία, Ελβετία- και θα ζητούμε την αναγνώριση αυτών των γενοκτονιών».

Β. Η ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΤΗΡΟΥΣΑΝ ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Η τραγική θέση των Ελλήνων προσφερόταν για διπλωματική εκμετάλλευση, παρά την απουσία Άγγλων, Γάλλων και Ρώσων διπλωματικών αντιπροσώπων από τη Μικρά Ασία, εξαιτίας του πολέμου. Η Αμερική με τον πρόεδρό της Τόμας Γούντροου Γουίλσον εμφανίστηκε δυναμικά, μέσω της πολιτικής των 14 σημείων, στην επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος. Ο ικανός πρεσβευτής της Κωνσταντινούπολης Χανς Μοργκεντάου παρακολουθούσε από κοντά την πολιτική των Νεότουρκων και διαφωνούσε δημόσια με τις μεθόδους επίλυσης του ελληνικού ζητήματος της Μ. Ασίας.

Ο διάδοχός του Έλκους, έλεγε στον καισαροβασιλικό επιτετραμμένο της Αυστρίας Τράουτμανστορφ ότι ενδιαφερόταν πολύ, για λόγους ανθρωπιστικούς, για την τύχη των Ελλήνων που εκτοπίζονταν στα βάθη της Ανατολής. Οι δύο διπλωμάτες συμφωνούσαν για τις απάνθρωπες ακρότητες της εφαρμογής των μέρων. Ερμήνευαν όμως διαφορετικά, σύμφωνα με τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, τα αίτια της αποσύνθεσης και του εμφυλίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Τράουτμανστορφ γνώριζε πολύ καλά ότι μελλοντικά θα χρεωνόταν μαζί με την Γερμανία τα εγκλήματα των Νεότουρκων, λόγω της υλικής και στρατιωτικής υποστήριξης που προσέφεραν. Η αναφορά στη Βιέννη ήταν αποκαλυπτική: «Οι Τούρκοι διαπράττουν με τα νέα αυτά άκρως σκληρά μέτρα κατά του ελληνικού στοιχείου ένα μεγάλο λάθος και κανείς δεν λυπάται γι’ αυτό τόσο πολύ όσο εμείς οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που θα χρεωθούμε και αυτήν την τελευταία βαρβαρότητα των Τούρκων».

V. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΝΩΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ

Σύμφωνα με την γνώμη της απόφοιτης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Δούλαλα διατυπώνεται ότι: «Στις αρχές του 20ου αιώνα συνέβησαν τρομερά ιστορικά γεγονότα τα οποία διαμόρφωσαν τα σημερινά σύνορα της χώρας μας. Το έγκλημα της Γενοκτονίας τόσο των Ποντίων αλλά και των κατοίκων της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Θράκης δεν πρέπει να λησμονηθούν σε καμία περίπτωση, όσα χρόνια και αν περάσουν. Είναι τόσο ειδεχθή και φρικτά που φυσικά δεν πρέπει να επαναληφθούν στο μέλλον. Έχουμε ηθικό χρέος όλοι οι Έλληνες, ακόμη και εάν δεν έχουμε ποντιακή, μικρασιατική και θρακική καταγωγή να γνωρίζουμε άρτια την ιστορία και να την μεταλαμπαδεύουμε στις επόμενες γενιές και ειδικά από την στιγμή που τα εγκλήματα αυτά έχουν μείνει ατιμώρητα μέχρι και σήμερα.

Επιπλέον, στη σημερινή εποχή της οικονομικής κρίσης και της κυβερνητικής προπαγάνδας, της εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων από τους πολιτικούς μας, της επιβουλής της πατρίδας μας και βέβαια, της περικοπής σημαντικών ιστορικών κεφαλαίων της ιστορίας μας, όπως είναι το Μακεδονικό Ζήτημα και η Γενοκτονία των Ποντίων, είναι αδήριτη ανάγκη η σωστή και έγκριτη μελέτη της ιστορίας μας. Το να γνωρίζουμε ότι το 1919 διαπράχθηκε η Γενοκτονία των Ποντίων, θα μας αφυπνίσει και θα μπορέσουμε να δούμε με κριτικό πνεύμα και αντικειμενικότητα όλα όσα συμβαίνουν σήμερα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Το να γνωρίζουμε ότι πριν από εκατό χρόνια διεπράχθησαν ανήκουστες βιαιότητες σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου καθώς και των Αρμενίων, θα μας κινητοποιήσει για να μην επιτρέψουμε την παραχάραξη της ιερής Ιστορίας μας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας.

Το να γνωρίζουμε την ιστορία μας δεν μας καθιστά ούτε «ακροδεξιούς», ούτε «φασίστες», αλλά φιλοπάτριδες, ενσυνείδητους και υπεύθυνους πολίτες που οφείλουν να κληροδοτήσουν στις επόμενες γενεές αυτό το βαρύ ιστορικό παρελθόν μας. Το να γνωρίζουμε την ιστορία μας σημαίνει ότι μπορούμε να ανταπαντήσουμε με αδιάσειστα επιχειρήματα απέναντι σε οποιονδήποτε ανιστόρητο πολιτικό που εκφράζεται όλως προκλητικά, με αναίδεια, χωρίς αιδώ και ηθική και υποστηρίζει ότι η Γενοκτονία των Ποντίων δεν αποτελούσε γενοκτονία, ή ότι οι πρόσφυγες της Μ. Ασίας έφθασαν στην Ελλάδα κάνοντας ένα ταξίδι αναψυχής.

Έχουμε λοιπόν χρέος να διακηρύσσουμε την αλήθεια, όπου βρεθούμε και όπου σταθούμε για να βάλουμε επιτέλους ένα φρένο σε όλους όσους εκμεταλλεύονται την πολιτική εξουσία που έχουν και την προστασία που έχουν από τις σύγχρονες Μ. Δυνάμεις. Έχουμε χρέος απέναντι στους προγόνους μας απέναντι στους προγόνους μας που βρήκαν τραγικό θάνατο στα τάγματα εργασίας, στις πορείες θανάτου, στις αιχμαλωσίες, στα σκλαβοπάζαρα, στους εμπρησμούς, στους βιασμούς και στις δολοφονίες που έγιναν σε βάρος τους. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, κανένα στόμα δεν πρέπει να σωπάσει.

VI. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν κατακλείδι, όσες προσπάθειες κι αν γίνονται από τους σημερινούς ιθύνοντες για την παραχάραξη, αλλοίωση και λησμονιά της ιστορίας του πολύπαθου τόπου μας με την προκλητική, αλαζονική και ντροπιαστική προσέγγιση από πλευράς τους των τόσο σοβαρών ιστορικών ζητημάτων, εμείς έχουμε ηθική υποχρέωση να διαβάζουμε, να μελετάμε και να μην αψηφούμε την ιστορία μας. Ακόμη κι αν περάσουν κι άλλα εκατό χρόνια, το έγκλημα της Γενοκτονίας των Ποντίων, των Μικρασιατών, των Θρακών και των Αρμενίων δεν παραγράφεται! Αυτό θα πρέπει να το θυμόμαστε όλοι μας και να το διατυπώνουμε με σθένος, τόλμη και παρρησία.

Τις γνώσεις της μοιράστηκε η ιστορικός Ελευθερίας Δούλαλα.

Άννα Παυλίδου, Δικηγόρος – Δημοσιογράφος