Η επικράτηση του ελληνισμού

Κατά το 10ο αιώνα π.Χ. πραγματοποιήθηκε ο Α’ ελληνικός αποικισμός κυρίως από τον ελλαδικό χώρο προς τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας. Απ΄ τα μέσα του 8ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 6ου π.Χ. παρατηρείται μία νέα επέκταση του Ελληνισμού. Έφερε τα όρια του ελληνικού κόσμου ως τον Εύξεινο Πόντο και την Ιβηρική Χερσόνησο, γνωστός κι ως  Β’ αποικισμός, που  έφερε τον Ελληνισμό σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Στον χώρο της αποικιακής τους εξάπλωσης οι Έλληνες γνώρισαν μεγάλη πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη.

Οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές διεργασίες που έλαβαν χώρα κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και κυρίως τον 6ο αιώνα, οδήγησαν στην πνευματική ανάπτυξη των κλασικών χρόνων (5ος-4ος αιώνας). Η καθιέρωση της δημοκρατίας και η γέννηση της τραγωδίας αποτελούν τις πιο σημαντικές καινοτομίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που δε σημάδεψαν μόνο τη κλασική εποχή, αλλά και όλες όσες ακολούθησαν από τότε έως σήμερα. Η διάρκεια του κλασικού πολιτισμού, η ανθεκτικότητα στο χρόνο, είναι το χαρακτηριστικό που μας οδήγησε να ονομάσουμε <<κλασικό>> κάθε τι που διατηρεί την αξία του στο πέρασμα των αιώνων.

Η ελληνιστική εποχή

Η ελληνιστική περίοδος ξεκινάει από το θάνατο του Έλληνα Μακεδόνα Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) έως τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), που σήμανε την εδραίωση της κοσμοκρατορίας της Ρώμης. Η ονομασία οφείλεται στη διάδοση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, με τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Δημιουργία νέων ελληνικών βασιλείων και πόλεων σε Ασία και Αίγυπτο.
  • Ασταμάτητοι πόλεμοι στην κυρίως Ελλάδα και στην ελληνιστική Ανατολή, με αποτέλεσμα την εξασθένηση κρατών.
  • Αποτυχία δημιουργίας ισχυρών συνασπισμών για την αντιμετώπιση του ρωμαϊκού κινδύνου και σταδιακή υποταγή των Ελλήνων στους Ρωμαίους.

 

Η διάσπαση του κράτους του Μ. Αλεξάνδρου

Με το θάνατο του Αλεξάνδρου προέκυψε έντονο το πρόβλημα της διαδοχής, αφού δεν είχε ορίσει κάποιον. Προς στιγμή το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με την αναγνώριση της συμβασιλείας στον ετεροθαλή αδελφό του, το Φίλιππο Αρριδαίο (Φίλιππος Γ’), ανίκανο να κυβερνήσει, και στον αναμενόμενο γιο του από τη Ρωξάνη (Αλέξανδρος Δ’). Ωστόσο, και οι δύο δεν είχαν τις προϋποθέσεις να διεκδικήσουν δυναμικά την εξουσία και να διατηρηθούν στο θρόνο. Αμέσως εκδηλώθηκαν διασπαστικές τάσεις στην αυτοκρατορία που πήραν τη μορφή εξεγέρσεων, απελευθερωτικών πολέμων και συγκρούσεων για τη διαδοχή. Στην Ιψό έγινε μια αποφασιστική αναμέτρηση (301 π.Χ.) και οι νικητές δημιούργησαν δικά τους βασίλεια, με το όνειρο της μακεδονικής κοσμοκρατορίας να απεδείχθη εφήμερο.

 

Οι συγκρούσεις των διαδόχων και η μάχη στην Ιψό

Το 301 ο συνασπισμός Κασσάνδρου, Λυσιμάχου και Σελεύκου (ο οποίος έφερε και τους 500 ελέφαντες του) ανάγκασε τις ενωμένες δυνάμεις του Αντιγόνου και του Δημητρίου ( ο πατέρας του τον είχε ανακαλέσει από την Ευρώπη) να δώσουν μάχη στην Ίψο της Φρυγίας, όπου και υπέστησαν ήττα. Ο Αντίγονος σκοτώθηκε και ο Δημήτριος τράπηκε σε φυγή. Όταν μοιράστηκε η λεία, ο Λυσίμαχος πήρε το μεγαλύτερο μέρος της Μ. Ασίας ως τον Ταύρο και ο Πτολεμαίος, που είχε εκστρατεύσει ανεξάρτητα στην Παλαιστίνη, πήρε όλες τις περιοχές νότια του Αράδου και της Δαμασκού, την Κιλικία, τη Λυκία και την Πισιδία. Η Ιψός κατάργησε κάθε αυταπάτη περί δήθεν ενιαίας αυτοκρατορίας και παρά το γεγονός ότι το βασίλειο του Λυσιμάχου πατούσε και στις δύο πλευρές των Στενών, η Ασία και η Ευρώπη στο εξής θα ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

 

Εξεγέρσεις και απελευθερωτικοί αγώνες

Οι Αθηναίοι μαζί με τους Αιτωλούς ήταν από τους πρώτους που κινήθηκαν εναντίον των Μακεδόνων, όταν πληροφορήθηκαν το θάνατο του Αλεξάνδρου. Το αντιμακεδονικό μέτωπο όμως, που είχε ουσιαστικά υποκινηθεί από τους Αθηναίους ρήτορες Υπερείδη και Δημοσθένη, μετά τις συγκρούσεις που έγιναν στην περιοχή της Λαμίας (Λαμιακός πόλεμος, 322 π.Χ.) και στη Θεσσαλία διαλύθηκε. Η επικράτηση των Μακεδόνων είχε τις ακόλουθες συνέπειες:

  • Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να αντικαταστήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα με ολιγαρχικό, να πληρώσουν χρηματική αποζημίωση και να δεχτούν μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία, ένα από τα λιμάνια του Πειραιά.
  • Ο Υπερείδης δολοφονήθηκε και ο Δημοσθένης αυτοκτόνησε, προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση.
  • Πόλεις της Πελοποννήσου υποχρεώθηκαν να δεχτούν μακεδονικές φρουρές.
    Οι Μακεδόνες στρατηγοί δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν σε τιμωρία των Αιτωλών, γιατί έπρεπε να επιστρέψουν έγκαιρα στην Ασία, όπου είχαν αρχίσει οι διαμάχες των διαδόχων.
    Στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπου η μακεδονική εξουσία ήταν χαλαρή, εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις γηγενών πληθυσμών αλλά και Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στη Βακτριανή.

Την εξέγερση αυτή κατέστειλε ο Έλληνας διοικητής της Μηδίας, ο Πείθων, ο οποίος στη συνέχεια ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο διοικητή των Άνω σατραπειών της αυτοκρατορίας.

 

Τα ελληνιστικά βασίλεια και η υποταγή στη Ρώμη

Τα πιο σπουδαία ήταν της Αιγύπτου, της Περγάμου και της Συρίας. Οι πρωτεύουσες τους Αλεξανδρεία, Πέργαμος και Αντιόχεια εξελίχθηκαν σε μεγάλα κοσμοπολίτικα πολιτιστικά και εμπορικά κέντρα. Στις δραστηριότητες των γραμμάτων, της οικονομίας, της διοίκησης, των τεχνών, της στρατιωτικής διοργάνωσης, των τεχνών κι άλλα, πρωταγωνιστούσαν Έλληνες. Ο ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε σε Αφρική και Ασία και επηρέασε τους πληθυσμούς, όπως και οι Έλληνες απ’ αυτούς.

Η Ρώμη ήθελε να επεκτείνει τη κυριαρχία της στην κυρίως Ελλάδα και ελληνιστική Ανατολή κι ακολούθησε δύο μονοπάτια: την πολιτική του διαιρεί και βασίλευε και τις καλά οργανωμένες λεγεώνες. Η αντίσταση που συνάντησε και σ’ αυτά ήταν περιορισμένη. Μέσα σε 100 περίπου χρόνια (145-30 π.Χ.) τα κράτη των Σελευκιδών και των Πτολεμαίων έγιναν ρωμαϊκές επαρχίες. Για την Πέργαμο η Ρώμη δεν χρειάστηκε να πολεμήσει, διότι ο τελευταίος βασιλιάς της την άφησε κληρονομιά σ’ αυτήν. Η Ελλάδα και η ελληνιστική ανατολή πολιτικά έγιναν ρωμαϊκές, πολιτιστικά όμως παρέμειναν ελληνικές.

Ρώμη, μια μεσογειακή αυτοκρατορία

Οι συγγραφείς της εποχής του Αυγούστου (31 π.Χ.-14 π.Χ.) προέβαλαν ως αίτιο και φυσικό περιβάλλον της Ρώμης και της Ιταλίας. Ο Λίβιος, ιστορικός από την Πάδουα, αναφέρθηκε στην κεντρική θέση της πόλης, τις ευεργετικές επιπτώσεις του ποταμού που τη διασχίζει και τη μικρή της απόσταση απ’ τη θάλασσα (5.54.4), ενώ ο Στράβων, ιστορικός και γεωγράφος από την Αμάσεια, κοντά στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, έκανε λόγο για τη θέση της Ιταλίας στην καρδιά του κατοικημένου κόσμου: <<Επειδή βρίσκεται ανάμεσα, αφενός στα μεγαλύτερα έθνη και αφετέρου την Ελλάδα και τις καλύτερες περιοχές της Λιβύης, προσφέρεται να ηγεμονεύει, χάρη στην υπεροχή της έναντι των γύρω λαών ως προς την ανδρεία και το μέγεθος, όπως και να εξασφαλίζει με ευχέρεια τις υπηρεσίες τους, χάρη στη γειτνίαση μαζί τους>> (286). Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, γράφοντας τα μέσα του πρώτου μ.Χ. αιώνα, εξήρε- όπως είχε κάνει πριν από έναν αιώνα και ο Βάρρων-την ευφορία της ιταλικής χερσονήσου (Βάρρων 1.2. Πλίνιος, ΗΝ 37.201-2, 3.39-42).

Ο Στράβων θεώρησε ότι αυτά τα φυσικά προτερήματα δεν χαρακτήριζαν αποκλειστικά την Ιταλία αλλά συνολικά τον μεσογειακό χώρο: <<..Εδώ το γνωστό τμήμα είναι πολύ μεγαλύτερο σε έκταση απ’ ότι εκεί (τη θάλασσα έξω απ’ τη Μεσόγειο), όπως πολύ μεγαλύτερο είναι το εύκρατο τμήμα, το κατοικημένο από ευνομούμενες πόλεις και έθνη..>>. <<..Θ’ αρχίσω όμως με την Ευρώπη, επειδή αυτή συνεισέφερε πάρα πολλά από τον πλούτο των αγαθών της στις άλλες ηπείρους, επειδή το συνολο της είναι κατοικήσιμο, με εξαίρεση μια μικρή περιοχή, ακατοίκητη εξαιτίας του ψύχους>> (126). Αυτή η ρήξη του ευθυγραμμίζεται με την πολιτική ιδεολογία της εποχής του Αυγούστου, η οποία έδινε μεγάλη έμφαση στην ενότητα του πολιτισμού Ελλάδας και Ρώμης.

Ο ελληνιστικός πολιτισμός

Είναι ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε τους τρεις προχριστιανικούς αιώνες στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και εξαπλώθηκε στην Ανατολή μέχρι την Ινδική χερσόνησο και στη Δύση μέχρι την Ιταλία. Αργότερα οι Ρωμαίοι θα τον μεταφέρουν σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη. Απέκτησε οικουμενικό χαρακτήρα που οφείλεται:

  • στη συνεχή μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών και ιδεών στα όρια εξάπλωσης τον Ελληνισμού.
  • στη δημιουργία μεγαλουπόλεων οι οποίες εξελίχθηκαν σε πολιτιστικά κέντρα, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Πέργαμος.
  • γίνεται φανερή σε όλες τις πολιτιστικές εκφράσεις της καθημερινής ζωής, από τη γλώσσα και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις μέχρι τα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες.

Τα ελληνιστικά πνευματικά κέντρα

Οι πόλεις που ιδρύθηκαν από τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του στην Ανατολή εξελίχθηκαν με γοργούς ρυθμούς σε αστικά κέντρα. Κάποιες αναπτύχθηκαν σε οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα. Είχαν οργανωμένο πολεοδομικό σύστημα, περιβάλλονταν με τείχη, διέθεταν ανάκτορα, αγορές, γυμνάσια, παλαίστρες, στάδια, θέατρα, βιβλιοθήκες και ιερούς χώρους εξωραϊσμένους με αρχιτεκτονικά μνημεία, όπως ναούς, στοές και βωμούς. Οι σπουδαιότερες μεγαλουπόλεις που εξελίχθηκαν σε πνευματικά κέντρα, ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και η Πέργαμος.

Η Αλεξάνδρεια. Ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο (331 π.Χ.) και γρήγορα εξελίχθηκε σε οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο. Η ανάπτυξή της οφείλονταν κυρίως στο μεγάλο λιμάνι, γνωστό από το νησάκι Φάρο, που βρισκόταν στην είσοδο του και το προστάτευε.

 

  • Φάρος της Αλεξανδρειας: ένα από τα επτά θαύματα, ένας πύργος που είχε στην κορυφή του φανό για να διευκολύνει την είσοδο των πλοίων στο λιμάνι.
  • Το Μουσείο ήταν ένα οικοδομικό συγκρότημα αφιερωμένο στις Μούσες, όπου συγκεντρώνονταν πνευματικοί άνθρωποι. Περιελάμβανε βοτανικό, ζωολογικό κήπο και χώρους για αστρονομικές μελέτες.
  • Στη Βιβλιοθήκη εργάζονταν οι γραμματικοί, άνθρωποι με φιλολογική παιδεία, που ασχολήθηκαν με την καταγραφή και το σχολιασμό των κειμένων των αρχαίων συγγραφέων. Η εύκολη παροχή γραφικής ύλης, από την επεξεργασία του φυτού πάπυρος, συνέβαλε στη μεγάλη παραγωγή χειρογράφων. Υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμό των χειρογράφων της Βιβλιοθήκης σε μισό εκατομμύριο.

Η Αντιόχεια. Ιδρύθηκε από το Σέλευκο (300 π.Χ.), το βασιλιά της Συρίας, στον Ορόντη ποταμό. Ήταν διαιρεμένη σε τέσσερις συνοικισμούς, γι’ αυτό ονομαζόταν και Τετράπολις. Ήταν εξωραϊσμένη με λαμπρά οικοδομήματα και αγάλματα. Την κατοικούσαν  Μακεδόνες, Αθηναίοι, Κρήτες και Κύπριοι και άλλες ασιατικές εθνότητες, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί βαθμιαία σε πολυπολιτισμικό κέντρο.

Η Πέργαμος. Ήταν η πρωτεύουσα του κράτους των Ατταλιδών στη Μ. Ασία. Η πόλη της Περγάμου ήταν χτισμένη σε οχυρωμένη ακρόπολη και διαρθρωνόταν σε τρεις εξώστες. Ήταν φημισμένη για τη Βιβλιοθήκη της, όπου είχαν συγκεντρωθεί διακόσιες χιλιάδες περίπου χειρόγραφα. Η έλλειψη παπύρου οδήγησε τους Περγαμηνούς στην ανακάλυψη νέας γραφικής ύλης, της περγαμηνής, που προέρχεται από την επεξεργασία του εμβρύου της κατσίκας.

Στους Περγαμηνούς αποδίδεται η ιδέα της δημιουργίας Μουσείου, οικοδομήματος δηλαδή που είχε την ίδια λειτουργία με τα σύγχρονα μουσεία. Η Πέργαμος, ωστόσο, έγινε περισσότερο γνωστή για τον περίφημο βωμό τον Διός. Ήταν μεγάλων διαστάσεων αρχιτεκτονικό έργο που οικοδομήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης των Γαλατών από τους Περγαμηνούς.

 

Η αξία της ελληνιστικής φιλοσοφίας

Οι φιλόσοφοι εκείνης της περιόδου αντιμετωπίζονται κάποιες φορές από την έρευνα υποτιμητικά, ως άνθρωποι μιας εποχής του αργυρού που η αίγλη τους δεν μπορεί να παραβληθεί με τη χρυσή λάμψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αυτό αποτελεί σφάλμα. Η λάμψη δεν ξεθώριασε και σε κάποιες περιπτώσεις ήταν ακόμη πιο δυνατή απ’ ότι προηγουμένως. Η ελληνιστική περίοδος παρήγαγε έργο υψίστης πνευματικής λαμπρότητας. (J. Barnes, Η ελληνιστική φιλοσοφία και επιστήμη)

 

 

Μαρία Γερμαντζίδου, Δημοσιογράφος