Σύμφωνα με την παράδοση θεωρείται πως η πρώτη ομιλία για την γιορτή των Χριστουγέννων δόθηκε από τον Μέγα Βασίλειο το 376 μ.Χ. Άλλες απόψεις μας οδηγούν στην Ρώμη του 335 μ.Χ., ενώ με βάση αρχαίους ύμνους θρησκευτικής θεματολογίας αφετηρία της γενέθλιας εορτής του Ιησού θεωρείται ο 3ος αιώνας μ.Χ. Σίγουρο είναι πως ο Πάπας Ιούλιος (337-352 μ.Χ.) θέσπισε τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου, καθώς έως τότε γιορτάζονταν μαζί με τα Θεοφάνια. Λέγεται πως επέλεξε την συγκεκριμένη ημερομηνία, διότι στη Ρώμη είχε οριστεί ως ημέρα εορτασμού του ακατανίκητου θεού «Ηλίου» και του Μίθρα. Σαφέστατα, λοιπόν, η εκκλησία στόχευε στην εξαφάνισης των ειδωλολατρικών εορτασμών και εθίμων. Ο χριστιανισμός ως νέα θρησκεία της τότε αυτοκρατορίας επικράτησε προσφέροντας στους πιστούς της διαφορετικές λατρευτικές συνήθειες, τις οποίες ελάχιστοι δεν οικειοποιήθηκαν κυρίως κάτοικοι τις υπαίθρου. Η πραγματική ημερομηνία γέννησης του Ιησού τοποθετείται από κάποιους μελετητές στις 21 Φεβρουαρίου, ενώ η ακριβής χρονολογία παραμένει ένα άλυτο θέμα. Επιπλέον, μαρτυρείται στην Καινή Διαθήκη πως ο Ιησούς και οι μαθητές του δεν συμμερίζονταν τους γενέθλιους εορτασμούς. Μάλιστα, ο Ίδιος είχε ζητήσει να τιμάται μόνο η ανάμνηση της ημέρας του θανάτου Του.

Στην εποχή μας, η ημέρα γέννησης του Ιησού, ορίζεται για τους πιστούς του χριστιανισμού ως το πιο χαρμόσυνο γεγονός της Ορθοδοξίας, καθώς γεννήθηκε ο Άνθρωπος – Σωτήρας, ο Υιός του Θεού. Ανά την Ελλάδα, υφίστανται διάφορα έθιμα, παραδόσεις, εορτασμοί και κάθε τόπος φροντίσει να προετοιμαστεί με τον δικό του τρόπο για την ημέρα της 25ης Δεκεμβρίου.

Ξεκινώντας από την Θράκη, έχει διαπιστωθεί πως κατέχει τον μεγαλύτερο αριθμό χριστουγεννιάτικων τραγουδιών. Με την είσοδο της Σαρακοστής, παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους και τραγουδούν μελωδίες. Παλαιότερα, κρατούσαν ξύλα, τα οποία συμβόλιζαν τα ραβδιά των ποιμένων. Στα Άβδηρα της Ξάνθης, ακόμη και σήμερα, κάποια σπίτια δεν παρασκευάζουν βασιλόπιτα, αλλά πίτα με πράσο, κιμά και κύμινο, όπου και τοποθετείται το φλουρί. Στον νομό Ροδόπης, οικογένειες φτιάχνουν μία μεγάλη πίτα, στην οποία εκτός από την γέμιση τυριού και το φλουρί, τοποθετούνται μικρά χαρτάκια με τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Ακόμη, ένα από τα χαρτάκια είναι αφιερωμένο στα γράμματα και την κατάκτηση της παιδείας. Ευρέως διαδεδομένη σε Ανατολική Μακεδονία, Θράκη και διάφορες περιοχές της χώρας είναι η τοποθέτηση ενός γερού ξύλου στο τζάκι, το επονομαζόμενο «Χριστόξυλο». Σκοπός είναι να καίει από τα Χριστούγεννα έως την ημέρα των Φωτών. Επιπρόσθετα, στην περιοχή του Έβρου, ζυμώνεται η «Χριστόκλουρα» στολισμένη με αναπαραστάσεις προβάτων, αλόγων, διάφορες εικόνες καθημερινής ζωής στο χωριό και τρώγεται με μέλι.

Κοινό έθιμο Θράκης και Μακεδονίας είναι οι Μωμόγεροι. Άνδρες και γυναίκες ντύνονται με  προβιές, δέρματα και φορούν κουδούνια. Κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ο  Μωμόγερος, που το βράδυ εισβάλλει στα σπίτια και αναστατώνει τους κατοίκους. Στις μέρες μας, το έθιμο δεν παρέμεινε αναλλοίωτο, καθώς μεταμφιεσμένοι κάτοικοι με τη συνοδεία οργάνων χαρίζουν ένα εορταστικό θέαμα στο κέντρο της πόλης. Κυρίως στην Φλώρινα, Σιάτιστα, Κοζάνη υψώνονται φωτιές, οι «κλαδαριές», συμβολίζοντας εκείνη που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για τον νεογέννητο Ιησού. Γύρω από τις πελώριες φλόγες, ξεκινάει γλέντι και χορός με μουσική, άφθονο κρασί και φαγητό από τους τοπικούς συλλόγους. Οι κάτοικοι χρησιμοποιούν κλαδιά από κέδρους για την φωτιά τους και ανταγωνίζονται μεταξύ τους χάρι αστεϊσμού. Κάθε χρόνο στην Καστοριά τελείται το «έθιμο της πατερίτσας», ως πρώτο καρναβάλι με σατυρικές διαθέσεις απέναντι σε θέματα επικαιρότητας. Οι γυναίκες ανεξαρτήτου ηλικίας μεταμφιέζονται και παρελαύνουν στους δρόμους της πόλης κρατώντας ένα μπαστούνι – πατερίτσα και παρασύρουν το πλήθος μετά μουσικής.

Στα χωριά της Άρτας παλαιότερα, όταν κάποιος πραγματοποιούσε μία επίσκεψη σε φιλική ή γειτονική οικία, όφειλε να κρατάει ένα κλαρί πουρναριού, με σκοπό να καίει και να αφήσει έναν θόρυβο τριξίματος. Αναβόταν στο δρόμο και οι επισκέπτες το έφταναν αναμμένο μέχρι το σπίτι γεμίζοντας τους κρύους δρόμους με γλυκές φωτιές. Στην Ήπειρο, έπλαθαν κουλούρια, γλυκά και τηγανίτες που τις έτρωγαν το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων. Ήδη από παλιότερους καιρούς, τα κάλαντα δεν ήταν διαδεδομένο χριστουγεννιάτικο έθιμο της Ηπείρου εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Οι περιοχές ήταν ιδιαίτερα αραιοκατοικημένες και το κρύο δυσχέραινε την πρόσβαση σε γειτονικά σπίτια. Μέχρι και σήμερα ελάχιστα παιδιά τραγουδούν στις δρόμους τις μελωδίες των Χριστουγέννων. Στην Θεσσαλία, κρεμάνε πλεξούδες σκόρδα και κάρφωναν μοσχοκάρφια στις πόρτες για να εξαγνίσουν την αρνητική ενέργεια και το κακό «μάτι» εξασφαλίζοντας την ηρεμία του σπιτιού. Επιπλέον, στο τζάκι μικρά παιδιά τοποθετούσαν κλαδάκια που αντιπροσώπευαν τις προσωπικές τους επιθυμίες. Τα κλαδιά αυτά έπρεπε να είναι λυγερά και όποιο καιγόταν πρώτο εξασφάλιζε στον κάτοχο του τύχη για την επερχόμενη χρονιά.

Ξημερώματα Χριστουγέννων στην Στερεά Ελλάδα η νοικοκυρά συνήθιζε να βάζει ένα ξύλο στο τζάκι να καίει και καθένας μπορούσε να ζητήσει την πραγματοποίηση της επιθυμίας του, διότι το ξύλο είχε την δύναμη των Χριστουγέννων. Επιπροσθέτως, οι νεαρές κοπέλες, λίγες ώρες πριν την ημέρα των Χριστουγέννων, κατευθύνονταν προς τις βρύσες του χωριού και τις άλειφαν με βούτυρο και μέλι, το επονομαζόμενο «τάισμα της βρύσης». Έπειτα, ευχόντουσαν να τρέχει ο χρόνος μες στο σπίτι, όπως το γάργαρο νερό κουβαλώντας καινούριο νερό στο σπίτι. Σύμφωνα με την παράδοση του τόπου, όποια έφτανε πρώτη στο σημείο των βρυσών θα είχε καλή τύχη. Στην Μάνη φτιάχνουν διάφορα γλυκίσματα και λαλάγγια, από τα οποία η πρώτη τηγανιά είναι η πιο μεγάλη, αφιερωμένη στον Χριστό και σχηματίζει πάνω έναν σταυρό.

Παλαιότερα στον νομό Κορινθίας η ψυχοκόρη, μόλις επέστρεφε η οικογένεια από την εκκλησία ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, τους υποδεχόταν κρατώντας ένα πιάτο γλυκά κεράσματα. Στην Αργολίδα, οι νέοι παραμονή των Θεοφανίων στόλιζαν τα καράβια, από τα οποία θα βουτήξουν για να πιάσουν τον Σταυρό, με φύλλα φοίνικα. Ανήμερα ντυμένοι με ναυτική ενδυμασίας τραγουδούσαν το «Γιάλα-Γιάλα» περνώντας από τα σπίτια και δέχονταν τα κεράσματα των κατοίκων.

Στο νησί της Κρήτης διαδεδομένο είναι το «έθιμο της ζύμης». Την παραμονή των Χριστουγέννων τοποθετούσαν λίγη ζύμη σε ένα πιάτο και καθώς ξενυχτούσανε συζητώντας εκείνη φούσκωνε. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, εκείνη την ώρα γεννιέται ο Χριστός. Όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα το έθιμο του «ακοίμητου τζακιού» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Μεγάλα κούτσουρα έκαιγαν στο σπίτι για τις δώδεκα μέρες που μεσολαβούσαν ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια. Οι παλαιότεροι θεωρούσαν ότι μέσα από τις στάχτες προέβλεπαν τα μελλούμενα. Εξαιρετικές μυρωδιές καλύπτουν ένα κρητικό σπίτι από μυζηθρόπιτες, ξεροτήγανα, σαμουσάδες, καμπανάκια και γλυκοκουλούρες.

Στις Κυκλάδες θεωρείται καλός οιωνός να φυσάει Βοριά της Πρωτοχρονιά και να προσγειώνονται στην αυλή τους περιστέρια. Στην Σέριφο, οι άνδρες έχουν ως παράδοση τις μέρες των γιορτών να προσφέρουν στον Παπά και την εκκλησία χρήματα. Στην Χίο οι κάτοικοι κατασκευάζουν μακέτες στολισμένων καραβιών και διαγωνίζονται μεταξύ τους όσον αφορά την δημιουργικότητα και την ποιότητα της κατασκευής. Στους Παξούς ασβεστώνονται οι εξωτερικοί χώροι, ενώ στην Κεφαλονιά οι ντόπιοι συνηθίζουν να στολίζουν τα σπίτια τους με κουμαριές, μυρτιές και σκίνους.

Κάθε τόπος είναι ξεχωριστός και φέρει ξεχωριστές παραδόσεις, ωστόσο αρκετά έθιμα έχουν  κάνει τον γύρω της χώρας. Παραδείγματος χάρη, σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι ζυμώνεται το Χριστόψωμο παραμονή των Χριστουγέννων. Ανήμερα, το χριστόψωμο σταυρώνεται από την οικογένεια, κόβεται και μοιράζεται στα μέλη και τους καλεσμένους της. Παρομοιάζεται συχνά με την Θεία Κοινωνία που μας δόθηκε από τον Ιησού. Μάλιστα, σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας κόβεται αφότου το έχει ευλογήσει ο Παπάς. Παλαιότερα, οι καλικάντζαροι αποτελούσαν τον φόβο των πιστών σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Είναι μικρά ξωτικά, τα οποία όλο τον χρόνο κατοικούν κάτω από την Γη κόβοντας τον κορμό της. Πριν τα Χριστούγεννα ανεβαίνουν και εμφανίζονται μόνο τη νύχτα περιμένοντας να δουν το δέντρο της Γης να πέφτει. Αναγκασμένα να αποχωρήσουν την ημέρα των Θεοφανίων φοβούμενα τους Παπάδες και το λιβάνι, αντικρίζουν τον κορμό ολόκληρο και ξαναρχίζουν. Δώδεκα βράδια μέχρι την άφιξη της ημέρας των Θεοφανίων κανείς από τους κατοίκους δεν τολμούσε να βγει έξω από το σπίτι του και επιχειρούσαν να προστατευθούν με διάφορους τρόπους. Αρκετοί καίγανε λιβάνι, άλλοι άναβαν φωτιά, σχημάτιζαν το σύμβολο του σταυρού, άφηναν κόσκινα και ξέφτια στις αυλόπορτες. Τέλος, ένα έθιμο που διατηρείται μέχρι και σήμερα είναι το σπάσιμο του ροδιού. Αρχικά ξεκίνησε στην Πελοπόννησο, όμως υιοθετήθηκε από τα περισσότερα σημεία της χώρας. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς ένα μέλος της οικογένειας σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα του σπιτιού, με σκοπό να φέρει τύχη και δύναμη στο σπιτικό τους. Εξάλλου, για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας.

Ειρήνη Κυργιαλάνη, Δημοσιογράφος