Μία σκέψη είναι μία ηλεκτροχημική εκδήλωση που πραγματοποιείται στα νευρικά κύτταρα και οδηγεί σε μία σειρά από φυσιολογικές αλλαγές. Αποδέκτες των σκέψεών μας είναι τα κύτταρα του οργανισμού μας. Οι σκέψεις απελευθερώνουν τους νευροδιαβιβαστές, οι οποίοι μέσα από το νευρικό σύστημα ταξιδεύουν σε όλο το σώμα μας. Τα κύτταρα διαθέτουν υποδοχείς για να λαμβάνουν αυτά τα μηνύματα που τους στέλνουμε.

Ανάλογα, λοιπόν, με τα μηνύματα που στέλνουμε συχνότερα, οι υποδοχείς διαμορφώνονται έτσι ώστε να είναι πιο ευαίσθητοι σε συγκεκριμένα ερεθίσματα. Τα συναισθήματά μας, αποτελούν και αυτά ηλεκτροχημικά μηνύματα και ανάλογα με την ποιότητά τους, θετικά ή αρνητικά, πυροδοτούν την έκλυση συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών [1] που δημιουργούν μία «μάζα» νευροπεπτιδίων [2] αυτά τα πεπτίδια είναι που καταλήγουν σε κάθε κύτταρο μας.  Αυτοί που υποστηρίζουν ότι: είμαστε οι σκέψεις μας, ίσως τελικά να έχουν κάποιο δίκιο.

Η σύνδεση των σκέψεων με το σώμα υπάρχει όχι μόνο σε φυσικό αλλά και σε χημικό επίπεδο. Ο εγκέφαλος μας επιτρέπει να βιώσουμε τις νοητικές καταστάσεις του μυαλού μας. Στο μυαλό περιλαμβάνονται νοητικές και ψυχικές καταστάσεις, όπως σκέψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί το νευρικό, το ενδοκρινικό και το ανοσοποιητικό σύστημα χρησιμοποιούν την ίδια χημική γλώσσα, η οποία επιτρέπει τη διαρκή επικοινωνία μεταξύ μυαλού και σώματος μέσω διαβιβαστών, όπως είναι οι ορμόνες και οι νευροδιαβιβαστές. Ας πάρουμε για παράδειγμα μία στρεσογόνο κατάσταση, που αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος της ζωής όλων. Οι στρεσογόνες σκέψεις που κάνουμε ενεργοποιούν την αμυγδαλή, η οποία αποτελεί το μέσο ανίχνευσης απειλών του εγκεφάλου.

Η αμυγδαλή έχει «εκπαιδευτεί» να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς από όταν εμφανίστηκε ο άνθρωπος, η αμυγδαλή ήταν αυτή που τον προειδοποιούσε για τους κινδύνους του περιβάλλοντός του, θέτοντας όλο τον οργανισμό σε συναγερμό ώστε να έτοιμος να φύγει ή να παλέψει. Χάρη σε αυτόν τον πανάρχαιο μηχανισμό ο άνθρωπος επιβίωνε και εξελισσόταν. Αυτός ο μηχανισμός ενεργοποιεί στιγμιαία μία αλληλουχία από ορμονικές και ψυχολογικές μεταβολές οι οποίες μας οδηγούν στο αρχέγονο «φυγή ή μάχη». Όταν συμβαίνει αυτό, καταλήγουμε σε άγχος, αυξάνονται οι ορμόνες του στρες στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα και ενεργοποιούνται οι σχετικοί αδένες.

Με την πάροδο του χρόνου, καθώς αυτό συνεχίζει να συμβαίνει μέσα μας, η διαρκής  επικοινωνία μηνυμάτων στρες βλάπτει σημαντικά τον εγκέφαλο, την ψυχική και σωματική υγεία καθώς και το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Ο οργανισμός είναι μονίμως έτοιμος να αντιμετωπίσει έναν κίνδυνο, μία κρίσιμη κατάσταση για τη ζωή του. Έτσι, λοιπόν, ο οργανισμός εξαντλεί όλους τους διαθέσιμους πόρους που μπορεί να βρει, ώστε να είναι έτοιμος για τη «μάχη» του. Κινητοποιεί πόρους από την κοιλιακή χώρα, το ανοσοποιητικό, το σύστημα εξόντωσης τοξινών, τα ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα και μεταφέρει ενέργεια στους μύες ώστε να προετοιμαστεί να παλέψει.

Αυτό έχει ως συνέπεια να μην μεταβολίζονται σωστά οι τροφές, να μην εξουδετερώνονται αποτελεσματικά οι τοξίνες, να μειώνεται η συγκέντρωση και να υπολειτουργεί η μνήμη. Έτσι, δημιουργείται ένα τοξικό περιβάλλον που επιτρέπει τη δημιουργία φλεγμονών. Αυτές με τη σειρά τους, στο πέρασμα του χρόνου, πολλαπλασιάζονται και μπορούν να προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα στο σώμα, μεταξύ άλλων και τη δημιουργία όγκων και καρκινικών κυττάρων. Το θετικό είναι όμως ότι αυτός ο μηχανισμός που λειτουργήσει και αντίθετα!

Αφού η σκέψη έχει τη δύναμη να μας αρρωστήσει, γιατί να μην έχει και τη δύναμη να μας θεραπεύσει; Ας μελετήσουμε λοιπόν, μία αντίθετη σκέψη, η οποία προκαλεί τα αντίθετα συναισθήματα, στέλνοντας τα ανάλογα μηνύματα σε όλα τα κύτταρά μας. Σκεφτόμαστε, λοιπόν, αγάπη, γαλήνη, πληρότητα. Ο εγκέφαλος εκκρίνει τις λεγόμενες ορμόνες της χαράς, ντοπαμίνη, σεροτονίνη και ενδορφίνες. Αυτό πρακτικά για τον οργανισμό σημαίνει ότι εσωτερικά έχουμε ένα πολύ υγιές περιβάλλον, χωρίς τοξίνες, με ισορροπία. Η σεροτονίνη έχει αγχολυτική δράση και μας βοηθά στο να απαλλαγούμε από το στρες και να έχουμε καλύτερη διάθεση. Η ντοπαμίνη μας δίνει το αίσθημα της ανταμοιβής και οι ενδορφίνες μειώνουν την αίσθηση πόνου και ανεβάζουν τη διάθεση. Οι νευροδιαβιβαστές που εκλύονται δυναμώνουν το ανοσοποιητικό μας. Αφού λοιπόν δυναμώνουμε, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και οτιδήποτε επιβλαβές υπάρχει μέσα μας και να το νικήσουμε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη δύναμη της σκέψης μας επάνω στον οργανισμό μας, αποτελούν οι έρευνες που έχουν εκπονηθεί για το λεγόμενο φαινόμενο Placebo. Επιστήμονες σε συνεργασία με φαρμακοβιομηχανίες εκτελούν δοκιμές φαρμάκων για να ελέγξουν αποτελεσματικότητά τους πριν τα διοχετεύσουν στην αγορά. Σε μία τυπική δοκιμή, το φάρμακο χορηγείται σε περίπου 100 ανθρώπους, ενώ σε άλλους τόσους χορηγείται ένα ψευδοφάρμακο ώστε να γίνει η σύγκριση.

Το ποσοστό βελτίωσης των ασθενών που λαμβάνουν το πραγματικό φάρμακο είναι περίπου 75%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το ψευδοφάρμακο κυμαίνεται από 40% έως και 75%. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας αποκαλύπτει ο David Hamilton, Ph.D. Οργανικός Χημικός ο οποίος έχει εργαστεί σε μία από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες. Ωστόσο, είμαι σίγουρη ότι δεν σας μιλάω για κάτι εντελώς άγνωστο, αφού κατά καιρούς πολλές σχετικές επιστημονικές μελέτες βλέπουν το φως της δημοσιότητας επεξηγώντας την αποτελεσματικότητα των ψευδοφαρμάκων και τη σύγκρισή τους με πραγματικά φάρμακα, ενώ είναι διαθέσιμες και πολλές δημοσιεύσεις επιστημόνων και ερευνητών που το τεκμηριώνουν.

Τι πραγματικά σημαίνει αυτό; Το ότι, δηλαδή, άνθρωποι που πάσχουν από διάφορες ασθένειες βελτιώνουν την υγεία τους χωρίς τη λήψη πραγματικών φαρμάκων, απλά και μόνο επειδή πιστεύουν ότι έλαβαν τη σωστή θεραπεία; Ουσιαστικά, αποδεικνύεται ότι η σκέψη μεταβάλλει τη βιολογία. Πρόκειται όμως για μία σκέψη τόσο έντονη, βαθιά, ριζωμένη και δυνατή που φτάνει στο σημείο να βιώνεται από τον εγκέφαλο. Αρκετά δυνατή ώστε να κινητοποιήσει τους απαραίτητους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου και τους μηχανισμούς που διαθέτει το σώμα μας ώστε να αυτοεπιδιορθωθεί! Με αυτές τις ισχυρές σκέψεις, ο οργανισμός φτάνει στο σημείο να παράξει τα δικά του απαραίτητα χημικά που θα φέρουν το αποτέλεσμα το οποίο πιστεύουμε ότι θα έχουμε.

 [1] Νευροδιαβιβαστές καλούνται οι ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται στο νευρικό σύστημα για την επικοινωνία μεταξύ νευρικών κυττάρων, αλλά και μεταξύ νευρικών και μυϊκών κυττάρων. Ένας πολύ γενικός ορισμός που προσπαθεί να περιλάβει όλες τις περιπτώσεις, προσδιορίζει τον νευροδιαβιβαστή ως μία ουσία η οποία απελευθερώνεται από ένα νευρικό κύτταρο και δρα ως «ερέθισμα» σε ένα άλλο κύτταρο «στόχο». Πρόκειται λοιπόν για μία χημική ουσία η οποία εκκρίνεται, απελευθερώνεται και δρα στη μετασυναπτική περιοχή όπου και πυροδοτεί μια αλληλουχία γεγονότων που οδηγούν είτε σε διέγερση είτε σε αναστολή της δραστηριότητας του μετασυναπτικού κυττάρου.

[2] Τα νευροπεπτίδια είναι μικρά μόρια πρωτεϊνών που επιτελούν τον ρόλο των χημικών αγγελιοφόρων μέσα στον οργανισμό μας. Παράγονται από τους νευρώνες και απελευθερώνονται παράλληλα με τους κλασσικούς νευροδιαβιβαστές.

Ιωάννα Παπαμιχαήλ, Υπεύθυνη Εργαστηρίου Έρευνας