Στη σύγχρονη εποχή της προσπάθειας της επικράτησης του Οικουμενισμού μέσω του θρησκευτικού συγκρητισμού, έχει δημιουργηθεί σήμερα μια πληθώρα παραθρησκευτικών οργανώσεων που έχουν προκύψει έπειτα από την περαιτέρω υποδιαίρεσή τους και την διαφοροποίησή τους, ενώ κάποιες από αυτές αυτοαποκαλούνται και ως ορθόδοξες, χωρίς φυσικά να έχουν καμία σύνδεση με τον Χριστό και την Ορθοδοξία. Μια αίρεση που υπάρχει μέχρι και σήμερα είναι και αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά.

Ι.ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

    Μάρτυρες του Ιεχωβά ονομάζονται από το 1931 οι γνωστοί Χιλιαστές ή Ιεχωβίτες ή απλώς Ιεχωβάδες. Σύμφωνα με τις δοξασίες τους, το βιβλικό αυτό όνομα το ενέκρινε σε γενική συνέλευση στην Πόλη Κολόμπους του Οχάιο (ΗΠΑ) ο τότε πρόεδρος της «Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρείας Σκοπιά» Joseph Rutherford, στις 26 Ιουλίου 1931. Μέχρι τότε, το επίσημο όνομά τους ήταν «Σπουδαστές των Γραφών». Βέβαια, τους συναντάμε και με τα ονόματα «Μιλλεριστές» (ή «Μιλλεριανοί»), «Παρουσιαστές», «Λαός ή οπαδοί της Χαραυγής» («Χαραυγιστές»), «Πιστός και Φρόνιμος δούλος», «Οργάνωση του Ιεχωβά», «Πνευματικός Ισραήλ», «Κοινωνία Νέου Κόσμου» κ.ά.

     Το όνομα Μάρτυρες του Ιεχωβά το πήραν από το νοθευμένο από τους ίδιους χωρίο του Ησαΐου 43, 10-12 και ειδικότερα από τη φράση «σεις είσθε μάρτυρες του Ιεχωβά». Κατά την άποψή τους, «Ιεχωβά» είναι το πραγματικό όνομα του Θεού στην Αγία Γραφή και, επομένως, «μάρτυρας του Ιεχωβά» είναι εκείνος, ο οποίος μαρτυρεί, καθημερινά, υπέρ του Ιεχωβά και της επικείμενης Βασιλείας του.

     Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά θεωρούν τους εαυτούς τους εκλεκτούς του Θεού και την οργάνωσή τους εκπρόσωπο της ουράνιας κυβέρνησης του Χριστού και των 144.000 συγκυβερνητών του, οι οποίοι θα διαφεντεύσουν τους υπηκόους της επίγειας Βασιλείας. Πρόκειται για μια διεθνή θεοκρατική οργάνωση, με σκοπό την καθίδρυση ενός θρησκευτικοπολιτικού θεοκρατικού καθεστώτος.

      Τα κύρια χαρακτηριστικά της οργάνωσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά είναι: 1) η θεοκρατική διάρθρωση και διευθέτηση των δραστηριοτήτων της καθώς και η λειτουργία της ως μετοχικής εταιρείας, 2) το έντονο ιουδαιοχριστιανικό θρησκευτικό της χρώμα, 3) η επιλογή του ονόματος «Ιεχωβά» ως ονόματος του Θεού, 4) ο διαχωρισμός των μελών της σε «χρισμένους» ή «κυβερνήτες» και σε «προβατοειδή άτομα» ή «πολύ όχλο», 5) η καθολική απουσία κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου, 6) η άρνηση μετάγγισης αίματος, 7) η μερική χρήση της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα της Καινής Διαθήκης τους, η οποία σε πολλά σημεία διαφέρει από το πρωτότυπο κείμενο, 8) η άρνηση όλων των Ορθόδοξων δογμάτων, των μυστηρίων και της λατρείας της Εκκλησίας του Χριστού, 9) η διάθεση των περιοδικών «Η Σκοπιά» και «Ξύπνα» σε διάφορα σημεία πόλεων, σε πλατείες κ.α.

     Η ίδρυση και η οργάνωσή της συνδέονται άμεσα με την ιστορία και κυρίως τη δραστηριότητα των τριών πρώτων προέδρων της, δηλαδή του Charles Russell, του J. F. Rutherford και του Nathan Knorr. Είναι, πάντως, μια αιρετική οργάνωση που έχει καταδικαστεί σε πολλές χώρες. Μάλιστα, διαθέτει πολλά χρήματα για τον προσηλυτισμό των θυμάτων της.

     Σύμφωνα με τους θρησκευτικούς ταγούς της Ορθοδοξίας, η αίρεση του Ιεχωβά έχει πολλά μελανά σημεία τα οποία φροντίζουν οι οπαδοί της να αποκρύπτουν με εύσχημο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το περιοδικό «Σκοπιά» αναφέρεται ότι της 1.1.2015 σελ. 14-15, στο οποίο υπάρχει άρθρο που επιγράφεται: «Πρέπει να προσευχόμαστε στον Ιησού;». Στο άρθρο, μεταξύ των άλλων, τίθεται το ερώτημα: «Πρέπει να απευθύνουμε τις προσευχές μας στον Ιησού ή στον Θεό». Και μόνο από τη διατύπωση φαίνεται για μια ακόμη φορά πόσο αντιγραφικές είναι οι θέσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Ξέχασαν(;) ότι η Αγία Γραφή σε πλήθος μαρτυριών της μας τονίζει την πλέον αδιάψευστη πραγματικότητα, ότι ο Ιησούς Χριστός εκτός από τέλειος, ακέραιος και αναμάρτητος άνθρωπος, είναι και τέλειος Θεός. Έτσι η ίδια Τον χαρακτηρίζει. Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Θεός ην ο Λόγος» (Ιωάν. 1,1), είναι ισότιμος με τον Θεό Πατέρα (Ιωάν. 5, 18. 10, 30), είναι «ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9, 5), ως Θεός ομολογείται και πιστεύεται από τους μαθητές Του (Ιωάν. 20, 28. Τιτ. 2, 13. Α’ Ιωάν. 5, 20) κ.α.

 Σύμφωνα με τους πατέρες της εκκλησίας μας, αποτελεί συχνό φαινόμενο μέσα στην ιστορία αρχαίες κακοδοξίες να επανεμφανίζονται αργότερα σε διαφορετικούς χώρους και με διαφορετική αφορμή. Στις αρχαίες αιρέσεις ανήκουν και οι λεγόμενοι Ανθρωπομορφίτες. Ήταν αιρετικοί, λαϊκοί και μοναχοί, που παρερμήνευαν τις λεγόμενες ανθρωποπαθείς εκφράσεις της Αγίας Γραφής, και ιδιαιτέρως την έννοια του «κατ᾽ εικόνα» των ανθρωπολογικών διηγήσεων της Γενέσεως, είχαν μια πολύ παχυλή αντίληψη περί Θεού , καθώς πίστευαν ότι «ανθρωποειδές, ήγουν ανθωπόμορφόν εστι το Θείον»  Επρόκειτο για μία αιρετική διδασκαλία, την οποία αναίρεσε συστηματικά και με εξαιρετική σαφήνεια μία κορυφαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.

 Υπόβαθρο αυτής της θεολογικής κακοδοξίας αποτελεί το γεγονός, το οποίο επισημαίνουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, ότι με τον ανθρωπομορφισμό = (ανθωπόμορφόν εστι το Θείον) υπάρχει σύγχυση κτιστού και ακτίστου, παραγνωρίζεται ότι η θεία φύση είναι άκτιστη, απλή, ασύνθετη, ασχημάτιστη, ανείδεη, και, επιπλέον, παραγνωρίζουν κάτι εξίσου σημαντικό για την παρουσία των ανθρωπομορφικών εκφράσεων στην Αγία Γραφή. Οι οπαδοί του ανθρωπομορφισμού, με το να εκλαμβάνουν κατά γράμμα αυτές τις εκφράσεις, δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ιεροί συγγραφείς χρησιμοποιούν τέτοιου είδους εκφράσεις από το δικό μας κόσμο (εικόνες, τύπους ) με συμβολικό τρόπο και με αναφορά σ᾽ ένα υψηλότερο νόημα.

  Ο ανθρωπομορφισμός όμως είναι και σήμερα υπαρκτός σε διάφορες αιρετικές κινήσεις. Μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν και οι περί Θεού αντιλήψεις των λεγομένων Μαρτύρων του Ιεχωβά. Είναι γνωστή η φανατική πολεμική τους για το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Είναι, επίσης, γνωστή η αντιγραφική διδασκαλία τους περί του δήθεν μοναδικού ονόματος του Θεού. Οι περί Θεού όμως κακοδοξίες τους περιλαμβάνουν και μία παχυλή ανθρωπομορφική αντίληψη περί Θεού.

 Σύμφωνα με την εταιρεία Σκοπιά ο Ιεχωβά Θεός «είναι πρόσωπο με πνευματικό σώμα» που μένει σε ορισμένο τόπο και αυτός είναι ο ουρανός . Πως αποδεικνύεται ότι ο Θεός έχει σώμα πνευματικό ; Απαντά η εταιρεία Σκοπιά: «Όπως καταλαβαίνουμε εκεί που υπάρχει νοημοσύνη υπάρχει και διάνοια. Και ξέρουμε ότι εκεί που υπάρχει διάνοια υπάρχει εγκέφαλος σ᾽ ένα σώμα συγκεκριμένου σχήματος. Γι᾽ αυτό, λοιπόν, η μεγάλη διάνοια που είναι υπεύθυνη για όλη τη δημιουργία ανήκει στη μεγάλη προσωπικότητα, τον Παντοδύναμο Θεό. Αν και δεν έχει υλικό σώμα, έχει πνευματικό. Ένα πνευματικό πρόσωπο έχει σώμα; Ναί, γιατί η Βίβλος λέει: ”Είναι σώμα ζωικόν, και είναι σώμα πνευματικόν” Α’. Κορινθίους ιε, 44».

 Είναι αυτονόητο, ότι τέτοιες χονδροειδείς αντιλήψεις περί Θεού δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική και βάσανο. Αποδεικνύουν όμως τι είδους «πνευματική» τροφή παρέχει, ο κατά δήλωσή τους, μοναδικός αγωγός της αλήθειας του Ιεχωβά σε όσους παγιδεύτηκαν στα δίχτυα της αίρεσης.

Ακόμη, οι Μεταποστολικοί Πατέρες και ιδιαίτερα ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, η Β’ Επιστολή Κλήμεντος, και ο Πολύκαρπος Σμύρνης, οι Απολογητές, οι Αντιγνωστικοί Ειρηναίος, Τερτυλλιανός και Ιππόλυτος, καθώς και οι Αλεξανδρινοί Θεολόγοι Κλήμης και Ωριγένης ομολογούν πίστη στην Αγία Τριάδα, η οποία δεν τίθεται ποτέ σε αμφισβήτηση. Η όποια ασάφεια παρατηρείται σε αυτούς, οφείλεται στην αδυναμία τους να συμβιβάσουν τη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης για την ύπαρξη ενός μόνου Θεού με την θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Είναι αδιανόητο να υποστηρίζει το «Κυβερνών Σώμα» των Μαρτύρων του Ιεχωβά ότι κατανοεί και ερμηνεύει καλύτερα την Αγία Γραφή από τους άνωθι Πατέρες. Και αυτό εξηγείται από το ότι το «Κυβερνών Σώμα» απέχει είκοσι αιώνες από την εποχή του Χριστού και της συγγραφής των Ευαγγελίων.

 Όσον αφορά στον Χριστό, η Ορθόδοξη διδασκαλία σημειώνει ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί «εν Χριστώ», γιατί στο Πρόσωπο του Χριστού πραγματοποιήθηκε αληθινή κοινωνία του ανθρώπου με τον αθάνατο Θεό και με την Ανάσταση του Χριστού ο θάνατος νικήθηκε. Αν, όμως ο Χριστός ήταν κτίσμα, δεν θα μπορούσε να σώσει κανέναν, γιατί στο Πρόσωπό Του δεν συντελέσθηκε πραγματική ένωση Θεού και ανθρώπου. Όποιος, λοιπόν, αρνείται τη θεία φύση του Χριστού αρνείται την ίδια τη σωτηρία και ακυρώνει τη χριστιανική ελπίδα. Αλλά η ελπίδα των χριστιανών είναι βεβαία: «Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί… ανελήφθη εν δόξη».

 Τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά την Αγία Γραφή τον διαπιστώνουμε και στην περικοπή Ρωμ.13, 1-7: «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ έστιν εξουσία ει μη υπό Θεού, αι δε ούσαι υπό Θεού τεταγμέναι εισίν… διά τούτο γαρ και φόρους τελείτε· λειτουργοί γαρ Θεού εισίν εις αυτό τούτο προσκαρτερούντες. Απόδοτε πάσιν τας οφειλάς, τω τον φόρον τον φόρον, τω το τέλος το τέλος, τω τον φόβον τον φόβον…». Σύμφωνα με την Πατερική παράδοση και τη Βίβλο οι «υπερέχουσες εξουσίες» είναι οι πολιτικές Εξουσίες-Αρχές. Η υπόδειξη του Παύλου προς τους Χριστιανούς να πληρώνουν τους φόρους και τα τέλη προς την Πολιτεία δείχνει την ορθότητα αυτής της ερμηνείας . Κατά τους Μάρτυρες του Ιεχωβά., οι κοσμικές Αρχές και Εξουσίες είναι όργανα του Διαβόλου, οι οποίες πρέπει να παραδώσουν την εξουσία στη Θεοκρατία για να επέλθει στη Γη η ειρήνη. Επομένως, ο Παύλος, λέγοντας «εξουσίαις υπερεχούσαις», εννοούσε πρωτίστως τον Ιεχωβά Θεό και τον Ιησού Χριστό και δευτερευόντως το «Κυβερνών Σώμα». Κατά τον Παύλο, η παραπάνω ερμηνεία είναι ανάλογη προς το συμφέρον τους.

     Την ίδια τακτική ακολουθούν και στην περίπτωση της περικοπής Ματθ. 24, 45-46: «Τις άρα εστίν ο πιστός δούλος και φρόνιμος, ον κατέστησεν ο κύριος αυτού επί της θεραπείας αυτού του διδόναι αυτοίς την τροφήν εν καιρώ; Μακάριος ο δούλος εκείνος, ον ελθών ο κύριος αυτού ευρήσει ποιούντα ούτως» . Ο Κύριος αναφέρεται στον Κλήρο, που έχει την φροντίδα των λογικών προβάτων και οφείλει να γρηγορεί.

     Τα πρώτα χρόνια, η εταιρεία «Σκοπιά» ως πιστό δούλο θεωρούσε τον Ch. Russell και έπειτα τον J. Rutherford. Αργότερα διαφοροποιήθηκε ως προς αυτό. Έτσι, στο βιβλίο της εταιρείας «Η Αλήθεια», σ. 120, διαβάζουμε: «Η Αγία Γραφή προείπε ότι, την εποχή της ιδρύσεως της βασιλείας του Χριστού (1914), οι 144.000 κυβερνήτες θα παρέμεναν στη Γη ως ένα υπόλοιπο από τα τέκνα της «άνω Ιερουσαλήμ». Ο Ιησούς τα περιέγραψε ως «πιστόν και φρόνιμον δούλον» [327]. Το πώς, όμως συνδέονται οι 144.000 όσιοι της Αποκάλυψης (14, 3-5) με τον πιστό και φρόνιμο δούλο της παραβολής του Κυρίου είναι δύσκολο να το κατανοήσουμε. 

       Προσπαθούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. να αποδείξουν ότι στη Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη δεν αποκαλύφθηκε η Αγία Τριάδα, αλλά η «ενεργός δύναμη» του Θεού έχρισε τον τέλειο άνθρωπο Χριστό σε μελλοντικό πνευματικό Υιό του. Διαψεύδονται από το γεγονός της Μεταμόρφωσης, στην οποία έχουμε αποκάλυψη του Πατρός, ο οποίος μιλάει εκ της νεφέλης, του Υιού, οποίος μέσω της μεταμόρφωσης απέδειξε ότι ήταν ο Χριστός, και του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή της νεφέλης. Επίσης, και στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα.

     Στο συμπέρασμα που καταλήγουμε είναι ότι οι θεοφώτιστοι της εταιρείας «Σκοπιά» δεν έχουν ως πηγή πίστης την Αγία Γραφή. Χρίζουν τους εαυτούς τους ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, προβαίνοντας σε αποσπασματική χρήση και παραποιώντας την αλήθεια των χωρίων της. Στηρίζουν τη διδασκαλία τους στις σκοπίμως νοθευμένες από τους ιδίους μαρτυρίες της Γραφής, με στόχο την πλάνη και τον προσηλυτισμό, ιδιαίτερα των χριστιανών. Η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού και φορέας της αλήθειας, είναι η μόνη που έχει την εξουσία να ερμηνεύει την Αγία Γραφή και να μεταφέρει το θείο μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ακόμη, σύμφωνα με τους πατέρες της εκκλησίας μας, όλοι οι αιρετικοί πέφτουν στην πλάνη αφού προηγουμένως έχουν παγιδευτεί σε μια ενδόμυχη έπαρση και ο διάβολος, αφού έχει επιτύχει την υποδούλωση τους στην υπερηφάνεια, δεν τους σπρώχνει πια σε ανήθικες πράξεις ώστε έχοντας ένα προσωπείο ευσέβειας και ηθικής, να μπορούν να παραπλανούν τους  ευσεβείς ότι τάχα είναι άνθρωποι του Θεού.

Σύμφωνα με τους Ιεχωβάδες πρέπει να σημειωθεί ότι ο Χριστός,  δεν ήταν Θεός, αλλά κάποιος εξέχων άνθρωπος, τον οποίο υιοθέτησε ο Θεός, «ένας τέλειος άνθρωπος, τίποτε περισσότερο, και τίποτε λιγότερο» (Αγαθά Νέα, 1976-1978,σελ.118). Είχε θνητή φύση και γι’ αυτό πέθανε επάνω στο σταυρό. Εξυπακούεται πως ο θάνατός Του δε διέφερε από το θάνατο των υπολοίπων θνητών, δηλαδή εκμηδενίστηκε, και Αυτός όπως οι άλλοι, αφού μαζί με το σώμα Του και «η ανθρώπινη ψυχή (σ.σ. του Χριστού) πέθανε» (Μπορείτε να ζείτε για πάντα στον παράδεισο στη γη, 1982, σελ.58) και μαζί της ολόκληρη η οντότητά του εξαφανίστηκε, όπως εξαφανίζονται και εκμηδενίζονται όλοι οι θνητοί μετά το θάνατό τους, κατά την οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά!

Όμως αυτός που θλίβεται και πολεμά την Ανάσταση του Κυρίου είναι πρωτίστως και ιδιαιτέρως ο διάβολος, διότι διά της λαμπροφόρου και πανένδοξης Ανάστασής Του ο Χριστός τον νίκησε κατά κράτος και διέλυσε το σκοτεινό του βασίλειο. Μαζί με το διάβολο θλίβονται και λυπούνται για την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου και όλοι οι χριστιανομάχοι, άθεοι, αγνωστικιστές, αμοραλιστές, υλιστές, μηδενιστές και όλοι οι επί γης εκλεκτοί του διαβόλου, προσπαθώντας ταυτόχρονα με ευτελή επιχειρήματα να αμφισβητήσουν το υπέρτατο και κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός.

Όσον αφορά τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, υπάρχουν αρκετοί ενδιάμεσοι κρίκοι που χρησιμοποιούνται για να κατευθύνεται το έργο μαρτυρίας στις 230 και πλέον χώρες όπου γίνεται αυτό. Η γενική κατεύθυνση προέρχεται από το Κυβερνών Σώμα που εδρεύει στα παγκόσμια κεντρικά γραφεία στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Το Κυβερνών Σώμα στέλνει κάθε χρόνο εκπροσώπους στις διάφορες «ζώνες» σε όλο τον κόσμο για να ανταλλάξουν απόψεις με τους εκπροσώπους των τμημάτων σε κάθε ζώνη. Στα γραφεία τμήματος υπάρχουν Επιτροπές Τμήματος με τρία ως εφτά μέλη περίπου, οι οποίες επιβλέπουν το έργο στις χώρες που βρίσκονται υπό την αρμοδιότητά τους. Μερικά από τα τμήματα έχουν εκτυπωτικές εγκαταστάσεις, σε ορισμένες από τις οποίες λειτουργούν περιστροφικά ταχυπιεστήρια.

Η χώρα ή η περιοχή που εξυπηρετείται από το κάθε τμήμα χωρίζεται σε περιφέρειες και οι περιφέρεις με τη σειρά τους χωρίζονται σε περιοχές.  Κάθε περιοχή περιλαμβάνει περίπου 20 εκκλησίες. Ένας επίσκοπος  περιφερείας επισκέπτεται τις περιοχές της περιφέρειάς του με τη σειρά. Κάθε χρόνο διεξάγονται δύο συνελεύσεις σε κάθε περιοχή. Επίσης, υπάρχει και ο επίσκοπος περιοχής, ο οποίος επισκέπτεται κάθε εκκλησία στην περιοχή του συνήθως δύο φορές τον χρόνο, για να βοηθήσει τους Μάρτυρες στην οργάνωση και στη διεξαγωγή του έργου κηρύγματος στον τομέα που έχει ανατεθεί σε εκείνη την εκκλησία.

Η τοπική εκκλησία με την Αίθουσα Βασιλείας της είναι κέντρο για τη μετάδοση των καλών νέων στο μέρος όπου ζουν οι άνθρωποι. Οι περιοχές που έχουν ανατεθεί στην κάθε εκκλησία διαιρούνται σε μικρούς τομείς. Αυτοί ανατίθενται σε Μάρτυρες, οι οποίοι προσπαθούν να επισκεφτούν το κάθε σπίτι του τομέα και να μιλήσουν με τους ανθρώπους που μένουν εκεί. Κάθε εκκλησία, η οποία απαρτίζεται από μερικούς μέχρι και 200 Μάρτυρες περίπου, έχει πρεσβυτέρους που είναι διορισμένοι για να επιμελούνται διάφορα καθήκοντα. Ο κάθε διαγγελέας των καλών νέων παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Καθένας από τους Μάρτυρες, είτε υπηρετεί στα παγκόσμια κεντρικά γραφεία, είτε στα γραφεία τμήματος, είτε σε κάποια εκκλησία, ενασχολείται με την υπηρεσία αγρού, δηλαδή μιλάει ο ίδιος στους άλλους για τη Βασιλεία του Θεού.

Οι εκθέσεις για αυτή τη δράση τελικά φτάνουν στα παγκόσμια κεντρικά γραφεί και έτσι, ετοιμάζεται και εκδίδεται το ετήσιο Βιβλίο Έτους. Επίσης, κάθε χρόνο δημοσιεύεται ένας πίνακας στο τεύχος της «Σκοπιάς» την 1 Ιανουαρίου. Τα δυο αυτά έντυπα περιέχουν λεπτομερείς εκθέσεις για τα όσα επιτελούνται κάθε χρόνο, όσον αφορά την επίδοση μαρτυρίας για τον Ιεχωβά και τη Βασιλεία του υπό τον Χριστό Ιησού. Τα πρόσφατα χρόνια, περίπου 14.000.000 Μάρτυρες και ενδιαφερόμενα άτομα παρακολουθούν την Ανάμνηση του θανάτου του Ιησού κάθε χρόνο. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δαπανούν πάνω από 1.000.000.000 ώρες τον χρόνο στη διακήρυξη των καλών νέων, ενώ βαφτίζονται πάνω από 300.000 καινούργια άτομα. Τα έντυπα που έχουν διανεμηθεί, ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια αντίτυπα.

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι μέχρι το έτος 2006 σε πληθυσμό 10.000.000 περίπου ατόμων, τα 28.000 περίπου ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά, ενώ είχαν γίνει 518 βαφτίσεις και είχαν συμπληρωθεί 4.853,019 ώρες προσευχής. Ακόμη, σύμφωνα με τους συντάκτες του περιοδικού «Σκοπιά», ισχυρίζονται ότι «σκοπός του περιοδικού είναι να εξυψώνει τον Ιεχωβά Θεό ως τον Υπέρτατο Κυρίαρχο του σύμπαντος. Παρακολουθεί τα παγκόσμια γεγονότα καθώς και αυτά εκπληρώνουν Βιβλικές προφητείες. Παρηγορεί όλους τους λαούς με τα καλά νέα ότι η Βασιλεία του Θεού πρόκειται σύντομα να καταστρέψει εκείνους που καταπιέζουν τους συνανθρώπους τους και ότι θα μετατρέψει τη γη σε παράδεισο. Ενθαρρύνει την πίστη στον Βασιλιά που έχει διορίσει ο Θεός, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος τώρα κυβερνά και του οποίου το χυμένο αίμα ανοίγει τον δρόμο για να αποκτήσει το ανθρώπινο γένος αιώνια ζωή. Η «Σκοπιά», που την εκδίδουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά από το 1879 χωρίς διακοπή, δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα. Θεωρεί αυθεντία της την Αγία Γραφή».

Επίσης, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά «πιστεύουν στη αφήγηση της δημιουργίας, όπως καταγράφεται στο Γραφικό βιβλίο της Γενέσεως. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που θα αποκαλούσατε δημιουργιστές. Γιατί; Κατ’ αρχάς, πολλοί δημιουργιστές πιστεύουν ότι το σύμπαν και η γη, καθώς και κάθε ζωή πάνω σε αυτήν, δημιουργήθηκαν σε έξι 24ωρες ημέρες πριν από 10.000 χρόνια περίπου. Η Αγία Γραφή, όμως, δεν διδάσκει κάτι τέτοιο. Επίσης, οι δημιουργιστές έχουν υιοθετήσει πολλά δόγματα που δεν υποστηρίζονται στη Γραφή. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά βασίζουν τις θρησκευτικές τους διδασκαλίες αποκλειστικά και μόνο στο Λόγο του Θεού. 

Επιπλέον, σε μερικές χώρες ο όρος «δημιουργιστής» είναι συνώνυμος με φονταμενταλιστικές ομάδες που συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική. Αυτές οι ομάδες προσπαθούν να ασκήσουν πιέσεις σε πολιτικούς, δικαστές και εκπαιδευτικούς, ώστε να υιοθετήσουν νόμους και διδασκαλίες που βρίσκονται σε αρμονία με το θρησκευτικό κώδικα των δημιουργιστών.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι πολιτικά ουδέτεροι. Σέβονται το δικαίωμα που έχουν οι κυβερνήσεις να θεσπίζουν και να επιβάλλουν νόμους (Ρωμαίους 13:1-7). Ωστόσο, παίρνουν στα σοβαρά τη δήλωση του Ιησού ότι «δεν είναι μέρος του κόσμου». (Ιωάννης 17: 14-16) Στη δημόσια διακονία τους, προσφέρουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα να μάθουν τα οφέλη που φέρνει το να ζούμε σύμφωνα με τους κανόνες του Θεού. Αλλά δεν παραβιάζουν τη Χριστιανική τους ουδετερότητα υποστηρίζοντας τις προσπάθειες φονταμενταλιστικών ομάδων οι οποίες επιδιώκουν να καθιερώσουν νόμους που θα επιβάλλουν στους άλλους τους κανόνες της Γραφής.- Ιωάννης 18:36)

Σύμφωνα με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, ο Ιησούς Χριστός «ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος που έζησε στην Παλαιστίνη πριν από 2.000 χρόνια περίπου. Πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για την παιδική του ηλικία. [.] Όταν έγινε 30 ετών, ο Ιησούς άρχισε τη διακονία του με σκοπό να «δώσει μαρτυρία για την αλήθεια».

ΙΙ.ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

   Ι. Το Σύνταγμα ρητώς ορίζει ότι ο «προσηλυτισμός απαγορεύεται» (άρθρο 132 εδ. γ). Η διάταξη αυτή, παρότι δεν είναι νέα, αποτελεί καινοτομία του ισχύοντος Συντάγματος στον χώρο των διατάξεων περί θρησκευτικής ελευθερίας και σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Ακριβέστερα, η διάταξη περί προσηλυτισμού αποτελεί απόσπασμα της ευρύτερης, αλλά και ειδικότερης, διατάξεως των προηγούμενων Συνταγμάτων στα οποία απαγορευόταν «ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας» (άρθρο 1 Σ, 1952). Συνεπώς, η απαγόρευση του προσηλυτισμού αφορά πλέον σε κάθε «γνωστή» θρησκεία, κατά την έννοια που ήδη εξηγήθηκε και δεν περιορίζεται μόνο στον επιχειρούμενο κατά της επικρατούσας θρησκείας προσηλυτισμό, αλλά και δεν περιλαμβάνει όποια άλλη «επέμβαση» κατά της τελευταίας.

Είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της συνταγματικής απαγορεύσεως, κρίσιμο μέγεθος συνιστά η έννοια του προσηλυτισμού, ενόψει και της συνταγματικώς κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας, έκφανση της οποίας, σύμφωνα με όσα ήδη αναπτύχθηκαν, συνιστά βεβαίως και η διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και η θρησκευτική διδασκαλία. Στην έννοια, συνεπώς, του «προσηλυτισμού» δεν μπορεί να δοθεί περιεχόμενο τέτοιο που θα έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας ή της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, όπως η διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων με συναθροίσεις, κηρύγματα ή ιεραποστολή και τούτο ισχύει βεβαίως για κάθε «γνωστή» θρησκεία.  Δεν συνιστά επίσης προσηλυτισμό η πώληση ή η αποστολή ή η απλή διανομή εντύπων και διαφημιστικών φυλλαδίων εφόσον δεν επιχειρείται με αθέμιτα μέσα.

ΙΙ. Οι διατάξεις που περιγράφουν τη νομοτυπική υπόσταση και προσδιορίζουν την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση διαπράξεως του αδικήματος του προσηλυτισμού δεν βρίσκονται στον Ποινικό Κώδικα, αλλά σε δύο προγενέστερα νομοθετήματα, προϊόντα της δικτατορίας Μεταξά, σκοπός των οποίων ήταν, όπως προκύπτει από τον τίτλο τους, η ερμηνεία των άρθρων 1 και 2 του τότε ισχύοντος Συντάγματος (1911). Αυτά τα νομοθετήματα είναι ο Α.Ν. (Αναγκαστικός Νόμος) 1363/1938 και το Β.Δ. (Βασιλικό Διάταγμα) της 20.5/2.6.1939.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές (άρθρο 4 παρ. 2 Α.Ν. 1363/1938 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Α.Ν. 1672/1939), οι οποίοι διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά από την εισαγωγή του Ποινικού Κώδικα, ο προσηλυτισμός ορίζεται ως «ιδία», η «διά πάσης φύσεως παροχών ή δι’ υποσχέσεως τοιούτων  ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως, διά μέσων απατηλών, διά καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι’ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήνσυνείδησιν ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής». Συνεπώς, ως προσηλυτισμός δεν θεωρείται η χρησιμοποίηση της πειθούς, αλλά αθέμιτων μέσων προκειμένου να διεισδύσει κανείς στη θρησκευτική συνείδηση άλλου προσώπου, μόνο δε με αυτή την έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι μία διάταξη περί προσηλυτισμού, εφόσον θα εκρίνετο αναγκαία, θα ήταν δυνατό να εναρμονισθεί στο πλαίσιο των διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος.

Ο προσηλυτισμός συντελείται, επομένως, με τη χρησιμοποίηση των μέσων που ενδεικτικών («ιδία») και διαζευκτικώς αναφέρονται στο νόμο, αρκεί δε ένα και μόνο από αυτά για την τελείωσή του, είναι δυνατό δε να διαπραχθεί από οποιονδήποτε κατά οποιουδήποτε , όχι δηλαδή μόνον κατά «ετεροδόξου», όπως αναφέρει ο νόμος, αλλά γενικώς κατά αλλόδοξου και αλλοθρήσκου. Τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως και χρηματική ποινή, πέραν δε αυτών προβλέπονται ως παρεπόμενες κυρώσεις η αστυνομική επιτήρηση, εάν ο δράστης είναι Έλληνας και η απέλαση, εάν ο δράστης είναι αλλοδαπός, συνέπειες οι οποίες διατηρούνται σε ισχύ με βάση το άρθρο 466 ΠΚ. Ο προσηλυτισμός είναι εξάλλου έγκλημα τυπικό, δεν ασκεί δηλαδή επιρροή το εάν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος σκοπός ή εάν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πρόσφορα για την επίτευξή του.

 από τις ποινικές κυρώσεις, ο προσηλυτισμός έχει και διοικητικές κυρώσεις, αφού η μη άσκηση προσηλυτισμού, όπως ήδη εκτέθηκε, συνιστά προϋπόθεση της ελευθερίας της λατρείας. Συνεπώς, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη, προκειμένου να χορηγήσει άδεια για τη λειτουργία ναού, ευκτηρίου οίκου και γενικώς τόπου λατρείας να εξετάσει και το στοιχείο αυτό, λαμβάνοντας όμως υπόψη τη γενική δραστηριότητα των μελών της συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας και όχι μεμονωμένα περιστατικά (ΣτΕ 4260/1985 Τμ. Δ΄: ΝοΒ 34.604 με σημ. Ι. Μ. Κονιδάρη).

ΙΙΙ. Οι διατάξεις περί προσηλυτισμού έχουν δημιουργήσει σοβαρό και πολύπλευρο προβληματισμό, τόσο ως προς την ισχύ τους, όσο και ως προς τη συνταγματικότητά τους, πολύ περισσότερο αφού η ένταξη της απαγορεύσεως του προσηλυτισμού στο άρθρο 13 και όχι στο άρθρο 3 Σ, επιτρέπει την υποστήριξη της ακριβώς αντίθετης απόψεως, από εκείνην που ακολούθησε επί μακρόν και η νομολογία του Ακυρωτικού (βλ. χαρακτηριστικώς ΑΠ 1304/1982: Ποιν. Χρ. 33.502), δηλ ότι η απαγόρευση αφορά πλέον τον προσηλυτισμό που στρέφεται κατά οιασδήποτε θρησκείας και όχι μόνον κατά της επικρατούσας (βλ. ΑΠ 840/1986: ΝοΒ 34.1269΄ 704/1988: Ποιν. Χρ. 38.776΄ 480/1992 Τμ. Ε΄: ΕλλΔνη 33.1573΄ 1266/1993: Ποιν. Χρ. 33.502).

Ως κατάληξη της μακράς σχετικής επιστημονικής συζήτησης τείνει να κρατήσει η άποψη ότι οι διατάξεις περί προσηλυτισμού, γενικότερα δε οι διατάξεις των Α.Ν. 1363/1938 και 1672/1939 που, όπως ήδη από τον τίτλο τους προκύπτει, αναφέρονται στην κατοχύρωση των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του (τότε) «εν ισχύι» Συντάγματος 1911 έχουν αυτομάτως καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 Σ, διότι αντίκεινται σε διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος και μάλιστα σε εκείνη του άρθρου 13 παρ. 2 Συντάγματος, που κατοχυρώνει και προστατεύει, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας, ειδικότερα την ακώλυτη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (βλ. μειοψηφία της ΑΠ 421/1991 Τμ. ΣΤ΄: ΝοΒ 39.1421 με σημ. Ι. Μ Κονιδάρ, προσθ. ήδη ΣτΕ 1411/2003 Τμ. Δ΄: Νομοκανονικά 2/2003, σελ/ 141 επ. με σχολ. Μ. Τσαπόγα και 2188/2010: Νομοκανονικά 2/2010, σελ. 145 επ, με σχόλ. Ι. Μ. Κονιδάρη).

Πάντως, ακόμη και εάν δεν ήθελε γίνει δεκτή η άποψη αυτή και μόνη η χαρακτηριστική αραιότητα και χαλαρότητα της περιγραφής της αξιόποινης συμπεριφοράς του προσηλυτισμού, η οποία μάλιστα εισάγεται με το «ιδία», επιτρέπει την αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των διατάξεων περί προσηλυτισμού. Κατά συνέπεια, ούτως ή άλλως, επείγει η αντικατάσταση των διατάξεων αυτών στο σύνολό τους με ένα σύγχρονο νομοθέτημα, το οποίο θα καλύπτει όλα τα σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία ζητήματα και βεβαίως και τα σχετικά με τον προσηλυτισμό, εφόσον κριθεί ότι τα αθέμιτα μέσα διεισδύσεως στη θρησκευτική  συνείδηση δεν καλύπτονται ήδη επαρκώς από διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, όπως λ.χ. εκείνες περί εκβιάσεως (άρθρο 385 ΠΚ) ή απάτης (άρθρο 386 ΠΚ).

Εν κατακλείδι, με την έρευνα και την αξιοποίηση των σωστών πηγών πληροφόρησης, με την όξυνση της κριτικής ικανότητας, τον διάλογο με πνευματικούς και θεολόγους καθώς και με την συνεχή ενημέρωση και επαγρύπνηση μας, όλοι οι απλοί πολίτες της χώρας θα καταφέρουμε να διακρίνουμε τις αιρέσεις από τις θρησκείες χωρίς να μπερδέψουμε μεταξύ τους τα όσα υποστηρίζουν και χωρίς να οδηγούμαστε άθελά μας και υποσυνείδητα στον Οικουμενισμό.

Άννα Παυλίδου, Νομικός – Δημοσιογράφος