Δεν είναι λίγα τα χρόνια όπου η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν σαν ένα και δεν αντιμετωπίζονταν σαν δύο ξεχωριστές χώρες. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι δύο αυτοί λαοί συνυπήρχαν και αυτή η συνύπαρξη του ελληνικού με τον τουρκικό πολιτισμό έχει αφήσει αποτυπώματα και στους δύο. Κατοικούσαν πολλοί Έλληνες χριστιανοί σε πόλεις της σημερινής Τουρκίας όπως στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Ανατολία και σε άλλες. Το ίδιο συνέβαινε και με τους Τούρκους Μουσουλμάνους στην Ελλάδα που είχαν εξαπλωθεί σε κάθε σημείο. Στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης όπου προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελλήνων ορθοδόξων κατοίκων από την Τουρκία και των Μουσουλμάνων κατοίκων από την Ελλάδα. Οι μόνοι που εξαιρέθηκαν ήταν οι Έλληνες ορθόδοξοι από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, καθώς και οι Μουσουλμάνοι από την Δυτική Θράκη (Ξάνθη, Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη)

Το θέμα της ανταλλαγής είναι κάτι που συνδέει τους Έλληνες και τους Τούρκους όπως τονίζει ο Ηρακλής Μήλλας, ένας άνθρωπος που έχει ζήσει και στις δύο χώρες και έχει μιλήσει και διδάξει αυτό το θέμα σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και της Τουρκίας.  Αρκετός αριθμός συγγραφέων και μυθιστοριογράφων αναφέρονταν στο γεγονός, όμως το αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Οι Έλληνες είχαν έντονο ύφος στις αναπολήσεις και πραγματεύονταν την ζωή πριν την ανταλλαγή και αναφέρονταν κυρίως στις πόλεις της Μικρά Ασίας ,της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολίας σε περιορισμένη έκταση και σε μικρότερο βαθμό για τη μετέπειτα ζωή στη Ελλάδα. Συγγραφείς όπως ο Η. Βενέζης, Σ. Δούκας, Σ. Μυριβήλης ήταν τόσο ρεαλιστές, που ο τρόπος γραφής τους θύμιζε αυτόπτη μάρτυρα. Άλλοι συγγραφείς, όπως ενδεικτικά κάποιοι από αυτούς, ο Γ. Θεοτοκάς, Ν. Καζαντζάκης, Μ. Λουντέμης, Δ. Σωτηρίου, είχαν πιο αφηρημένο τρόπο γραφής και χρησιμοποιούσαν φαντασία και συμβολικά στοιχεία. Ωστόσο όλα τα έργα περιλάμβαναν μια δόση νοσταλγίας. Η χριστιανική ορθόδοξη/ ελληνόφωνη κοινότητα που ζούσε εκεί η έννοια της πατρίδας/ της χώρας δεν ήταν ταυτισμένη με το κράτος και τα σύνορα. Κάτι που διέφερε με τις Μουσουλμανικές/ Τουρκόφωνες κοινότητες που θα το αναλύσουμε στη συνέχεια. Στα τουρκικά μυθιστορήματα, τα πρώτα χρόνια της απόφασης της ανταλλαγής (1923 – 1960), το γεγονός αυτό απουσίαζε εντελώς. Για την ακρίβεια, υπήρχαν 2-3 φράσεις σε κάποια έργα που αναφέρονταν στο θέμα αυτό. Όσοι αναφέρθηκαν, όπως ο Φάικ Μπαισάλ και ο Άκα Γκιουντουιτ μιλούσαν υπερβολικά απαξιωτικά, καθώς είχαν γράψει σε έργα τους κατά λέξη «Μέχρι πρόσφατα εδώ ζούσαν Ρωμιοί… Ορισμένοι προσποιήθηκαν ότι ασπάστηκαν το Ισλάμ και έμειναν. Αλλά εγώ δεν σκοπεύω να σας μιλήσω γι’ αυτούς» και  «Πάλι καλά που έφυγαν οι Ρωμιοί από τη Σμύρνη, ούτε ίχνος τους να μη μείνει!» αντίστοιχα.  Ο Ρεσάτ Νουρί Γκιουντεκίν το αντιμετώπισε διαφορετικά, καθώς στο έργο του εξέφραζε συμπόνια και αγάπη για αυτούς τους ανθρώπους. Από το 1980 και μετά άρχισαν να υπάρχουν ορισμένα βιβλία που να θίγει όλο αυτό το θέμα. Βέβαια, η τουρκική πλευρά είχε βιώσει την προσφυγιά τα χρόνια των βαλκανικών πολέμων και ίσως αυτή την ανταλλαγή να μη τη θεώρησαν τόσο δραματική.

Μία εξίσου σημαντική διαφορά ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι η θρησκεία. Οι Τούρκοι πιστεύουν στο Ισλάμ και ο Θεός τους είναι ο Αλλάχ. Είναι ορθόδοξοι Μουσουλμάνοι, αφού είναι λιγότερο φανατικοί της θρησκείας απ’ότι  άλλες μουσουλμανικές χώρες της Ασίας. Σε αυτό βοηθάει και η γεωγραφική θέση της Τουρκίας, που βρίσκεται ανάμεσα σε Ασία και Ευρώπη και την ευνοεί στην αλληλεπίδραση ιδεών και κουλτούρας και των δύο ηπείρων. Οι Έλληνες ασπάζονται τον Χριστιανισμό και είναι εξίσου ορθόδοξοι. Η θρησκεία τους θεωρείται πιο ελεύθερη παρόλο που υπήρχαν ορισμένες αντιλήψεις σχετικά με την ομοφυλοφιλία, προγαμιαίες σχέσεις οι οποίες σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένες. Η έκφραση πίστης για τον κάθε άνθρωπο είναι ξεχωριστός παράγοντας για τον καθένα, όμως ο τρόπος που επιλέγουν οι περισσότεροι είναι η νηστεία κάποιες συγκεκριμένες περιόδους του χρόνου. Η νηστεία είναι ένας κοινός άξονας ένδειξης πίστης και στις δύο θρησκείες. Το Ραμαζάνι, των Μουσουλμάνων, αντιπαραβάλλεται με τη χριστιανική εορτή της Σαρακοστής. Το Ραμαζάνι, είναι μηνιαία εορτή νηστείας, όπου οι μουσουλμάνοι απέχουν υποχρεωτικά, από την ανατολή μέχρι τη δύση του Ηλίου, από κάθε είδους τροφή ακόμη και νερό, πολύ δε περισσότερο από κάπνισμα, ποτό, αρώματα και σεξουαλικές επαφές, όχι όμως στο υπόλοιπο διάστημα μέχρι την ανατολή του Ηλίου. Γιορτάζεται τον ένατο μήνα του μουσουλμανικού έτους αλλά, επειδή το αραβικό ημερολόγιο παρουσιάζει κυλιόμενο χαρακτήρα, κάθε χρόνο το Ραμαζάνι εορτάζεται κατά 11 ημέρες νωρίτερα του προηγουμένου έτους. Τελειώνει με τριήμερη γιορτή που αραβικά ονομάζεται άιντ-αλ-φιτρ. Η Σαρακοστή είναι η πιο σημαντική περίοδος νηστείας για το χριστιανικό ημερολόγιο, καθώς τους προετοιμάζει για την μεγαλύτερή τους γιορτή, το Πάσχα. Συνηθίζεται οι πιστοί να απέχουν από ορισμένα τρόφιμα για σαράντα μέρες μέχρι το Πάσχα. Τα τρόφιμα αυτά είναι το κρέας, τα ψάρια, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το κρασί και το λάδι. Γιορτάζεται την άνοιξη κυρίως τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο καθώς είναι κινητή γιορτή και κάθε χρόνο αυτές οι σαράντα μέρες νηστείας έχουν διαφορετικές ημερομηνίες.

Κάτω από αμέτρητα χρόνια σκλαβιάς και τουρκοκρατίας, είναι φυσικό και οι δύο χώρες να έχουν παρόμοιες γεύσεις όσον αφορά τα φαγητά τους. Όπως είναι τα Σουτζουκάκια, το Κεμπάπ, οι ντολμάδες και το περιβόητο κουλούρι Θεσσαλονίκης (Σιμίτ όπως το λένε αυτοί). Από γλυκά κοινά είναι κυρίως τα σιροπιαστά, όπως μπακλαβάς, κανταΐφι, χαλβάς αλλά και το παγωτό καϊμάκι. Όταν δέχονται κάποιον επισκέπτη στο σπίτι τους, συνηθίζεται να του προσφέρουν κάποιο κέρασμα, είτε από τα παραπάνω γλυκά είτε άλλου είδους, καθώς θεωρείται πράξη ευγένειας. Προκειμένου όλα αυτά που μαγειρεύουν να έχουν λαχταριστή μυρωδιά και γεύση και οι δύο λαοί συνηθίζουν να προσθέτουν στα φαγητά τους μερικά μπαχαρικά και βότανα. Τα πιο γνωστά είναι το πιπέρι, το σκόρδο, πάπρικα, κρεμμύδι, ρίγανη, κανέλλα, δάφνη, μοσχοκάρυδο. Επίσης (οι γυναίκες των χωρών αυτών) έχουν παρόμοιες ασχολίες για “διασκέδαση” όπως με το να λένε τον καφέ, το χέρι και τα χαρτιά. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Στους Έλληνες έχουν παραμείνει κάποιες τούρκικες λέξεις που ακόμα και σήμερα συνηθίζουν να τις χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους ( Ταμάμ, άιντε κλπ. ).Δεν πρέπει να παραληφθεί πως ο τουρκικός λαός έχει διδαχτεί Αριστοτελική και Πλατωνική φιλοσοφία, κυρίως σε ελληνικές φιλοσοφικές σχολές που υπάρχουν, και η πρώτη μάλιστα τους απασχόλησε ιδιαίτερα καθώς δημιούργησε αντικρουόμενες απόψεις ανάμεσα σε φιλόσοφους μουσουλμάνους όπως για παράδειγμα τον Αλ – Κιντί

Όσα κοινά κι αν έχουν οι δύο αυτοί γειτονικοί λαοί, δεν παύει η ιστορία που τους συνδέει να είναι πικρή και οι Τούρκοι να έχουν γεμίσει το ποινικό τους μητρώο με αισχρές πράξεις έναντι του ελληνικού λαού, κυρίως των ελληνικών μειονοτήτων τουρκικών πόλεων. Δυστυχώς και οι σύγχρονοι ηγέτες με τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους δεν θα διστάσουν να διαπράξουν ίδιες εγκληματικές πράξεις.

 

Μαρία Ζωγράφου, Δημοσιογράφος