Συχνά γίνονται συγκρούσεις μεταξύ εκκλησίας και επιστήμης. Η μία πλευρά υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση του Θεού, ενώ η άλλη κάνει λόγο για την ανθρώπινη εξέλιξη, κατά την οποία οι άνθρωποι (Homo s. sapiens) εμφανίζονται/εξετάζονται ως ξεχωριστό είδος σε σχέση με τις άλλες ανθρωπίδες, τους μεγάλους πιθήκους και τα πλακουντοφόρα θηλαστικά.

Όσοι ασχολούνται με τις σχέσεις επιστήμης και θρησκείας, συναντούν συνήθως μια τυπολογία τριών κατηγοριών αυτών των σχέσεων: τη συγκρουσιακή, την αρμονική και την ασυμπτωτική. Σύμφωνα με την πρώτη, η επιστημονική έρευνα είναι από τη φύση της αντιθετική στη θρησκεία και αναπόφευκτα συγκρούεται μαζί της. Κατά τη δεύτερη οπτική, θρησκεία και επιστήμη λειτουργούν σε συμφωνία μεταξύ τους, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοενισχυόμενες. Όσον αφορά την τελευταία εκδοχή, πρόκειται για δύο ασύμβατους μεταξύ τους χώρους, που εξετάζουν εντελώς διαφορετικά και μη τεμνόμενα πεδία.

Το φαινόμενο αυτής της ”έχθρας” ανατροφοδοτείται από εκπροσώπους των θετικών επιστημών κυρίως, με αρκετά νέα και με έντονο μένος κατά του Χριστιανισμού βιβλία, αλλά και από κύκλους συντηρητικών προτεσταντών στην Αμερική, που βάλλουν κατά των συγχρόνων πορισμάτων της βιολογίας, αστρονομίας, φυσικής κ.λπ., ερμηνεύοντας κατά γράμμα τα πρώτα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής και της Γένεσης, πολεμώντας ορισμένους κλάδους της Επιστήμης με επιστημονικά και με θρησκευτικά κριτήρια.

Εάν θέλουμε να δώσουμε έναν ορισμό της θρησκείας, θα λέγαμε ότι είναι ένα σύστημα διδασκαλίας και πίστης στην ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων, όπως αγγέλων, δαιμόνων, πνευμάτων και φυσικά του Δημιουργού μας, που οφείλουμε να το σεβόμαστε και να το αγαπάμε. Αυτό το υπερτέλειο ον έχει ειδική σχέση με τον άνθρωπο, προνοεί γι’ αυτόν και αποφασίζει για την μεταθανάτια τύχη του.

Οι περισσότεροι εναντιώνονται στη θρησκεία διότι -όπως βλέπουμε και στην ιστορία- πολλοί την χρησιμοποιούσαν για να αποκτήσουν πολιτικό κύρος. Ως εκκλησιαστική εξουσία, ανέκαθεν υπήρξε ο πιστός σύμμαχος της πολιτικής εξουσίας, της νόμιμης συνταγματικής, της δικτατορικής και του δυνάστη κατακτητή. Ο άρχοντας της πολιτείας -ο βασιλιάς- αποτελεί πάντα ντουέτο με τον επίσκοπο, κατά τους Εβραίους Μεσσίας. Όποιος πολεμάει τη θρησκευτική εξουσία, πολεμάει και την πολιτική, όπως ισχύει και το αντίστροφο και σύμφωνα με τις αγίες Γραφές, αυτές οι δύο εξουσίες θεωρούνται θείες.

Σχέση θρησκείας και επιστήμης

Είναι δυο μεγάλα πνευματικά μεγέθη αλληλοσυμπληρούμενα και όχι αλληλοαποκλειόμενα κι αυτό γιατί:

  1. Η επιστήμη ερευνά τον αισθητό, το φυσικό κόσμο, ενώ η θρησκεία «περιγράφει» τον υπεραισθητό, τον υπερφυσικό κόσμο.
  2. Η επιστήμη ερευνά το πώς έγινε ο κόσμος καθώς και τους φυσικούς νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το ποιος και γιατί δημιούργησε τον κόσμο.
  3. Η επιστήμη χρησιμοποιεί αποκλειστικά τους νόμους της λογικής, την παρατήρηση και το πείραμα. Στη ζωή και τις αναζητήσεις της πίστης συμμετέχουν, μαζί με τη νόηση και τη λογική, και οι άλλες δυνάμεις του ανθρώπου: η φαντασία, η βούληση και το συναίσθημα. Σπουδαία θέση έχουν σ’ αυτή οι εμπειρίες και τα βιώματα.
  4. Η επιστήμη βοηθεί τον άνθρωπο στην υλική πρόοδο (τεχνολογικός πολιτισμός), ενώ η θρησκεία τον βοηθεί στην ψυχική του καλλιέργεια (πνευματικός πολιτισμός).

Διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους

Πάνω από 170 χρόνια (από την Επανάσταση του 1821) οι Έλληνες έχουν συγκρούσεις για το αν συνδέονται αυτά τα δύο. Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα η επίσημη Εκκλησία αποτελεί ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού. Η πρώτη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνσηθυνση ήταν ο αποχωρισμός της ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, με πρωτοβουλία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Απ’ τη μια η εκκλησία ανεξαρτητοποιήθηκε διοικητικά, αλλά από την άλλη προσδέθηκε στο ελληνικό κράτος και έγινε στοιχείο της διοίκησης του κι έτσι έπρεπε οι Επίσκοποι να εκτελούν τις εντολές της κρατικής εξουσίας. Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική καπιταλιστική χώρα που διατηρεί στενές διοικητικές θέσεις με την εκκλησία, αλλά αποτελεί το πιο ακραίο παράδειγμα ιστορικής καθυστέρησης της αστικής εκκοσμίκευσης στην Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά το φιλελεύθερο τμήμα της πολιτικής ηγεσίας της χώρας είχε θέσει και στο παρελθόν πολλές φορές το ζήτημα του διαχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος. Στις δεκαετίες ’80 και ’90, φαίνεται μία προσπάθεια του διαχωρισμού τους. Στη δεκαετία του ’80 το ΠΑΣΟΚ, που σαν κόμμα είχε ταχθεί εξαρχής υπέρ του χωρισμού εκκλησίας-κράτος, είχε εκδηλώσει κυβερνητικές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, με αφορμή την διευθέτηση της εκκλησιαστικής εξουσίας. Στη συνέχεια υπαναχώρησε όταν η Εκκλησία απείλησε ότι θα άρει το ”αυτοκέφαλο” και θα υπαχθεί ξανά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, η εκκλησία της Ελλάδος θα διοικούνταν από έναν θεσμό του τουρκικού κράτους.

Η Νέα Δημοκρατία τάσσονταν υπέρ των θέσεων της ηγεσίας της εκκλησίας. Το 1990-1993 ήρθε στη κυβέρνηση και προσπάθησε να διευθετήσει διάφορα χρονικά προβλήματα της Εκκλησίας, αντιμετώπισε την έντονη αντίδραση της ηγεσίας της Εκκλησίας.

Συνταγματική Αναθεώρηση: Το άρθρο 3 για τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας

Το άρθρο 3, που αφορά τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας και τη θρησκευτική ουδετερότητα τον Φεβρουάριο 2019 επί ΣΥΡΙΖΑ, πέρασε αναθεώρηση προς τα άρθρα του Συντάγματος, παρά τις πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης, σύμφωνα με τις οποίες η κυβερνητική πρόταση δεν συγκέντρωνε τις απαραίτητες ψήφους.

Η σύγχυση προέκυψε, καθώς αρχικά τα «ναι» είχαν όντως καταγραφεί 150, ωστόσο λόγω του οριακού του αποτελέσματος, αποφασίστηκε επανακαταμέτρηση που έβγαλε 151.

Ο πρ. πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, ανακοίνωσε στις 14/02/2019 ότι όλες οι προτάσεις του κυβερνώντος κόμματος τελικά υπερψηφίστηκαν.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παρ. 1 για την αναθεώρηση του άρθρου σχετικά με τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, πέρασε με 151 ψήφους υπέρ.

Τι αναφέρει αναλυτικά το άρθρο 3 του Συντάγματος

  1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

  2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

  3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.

Άρθρο 13 – Σύνταγμα της Ελλάδος – Θρησκευτική ελευθερία

Πρόκειται γι’ ένα άρθρο που δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, το οποίο προβλέπει την ουδετερότητα του θρησκεύματος. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει:

1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.


2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.


3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.


4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.


5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.

Δαιμονισμός: Μία από τις συγκρούσεις της εκκλησίας και της επιστήμης

Όπως παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη, είναι μία κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο της προσωπικότητάς του και γίνεται ανδράποδο του Σατανά. Είναι η κατάσταση στην οποία ένα άτομο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ενός μοχθηρού υπερφυσικού όντος. Οι περιγραφές τέτοιων καταστάσεων περιλαμβάνουν συχνά απώλεια μνήμης ή προσωπικότητας, έντονους μυϊκούς σπασμούς ή αδυναμία σαν να πεθαίνει κανείς. Άλλες περιγραφές αναφέρουν πρόσβαση σε μυστικά άλλων, ομιλία αγνώστων στο άτομο γλωσσών, δραματική αλλαγή στη φωνή, την έκφραση ή και τη δομή του προσώπου, απρόσμενη εμφάνιση αμυχών, δαγκωματιών ή τραυματισμών και υπερφυσική δύναμη.

Από ιστορικής πλευράς, οι αρχαίοι πίστευαν πως τα κακόβουλα πνεύματα υπήρχαν παντού και μπορούσαν να τους κυριεύσουν ανά πάσα στιγμή, όπως οι Βαβυλώνιοι, οι Ινδοί κι άλλοι. Όσο αφορά την Ελλάδα, στην αρχαίοτητα υπήρχαν περιστατικά «εθελοντικής» κατάληψης, όταν οι πιστοί καλούσαν τους θεούς να μπουν μέσα τους, όπως οι Ιέρειες του Απόλλωνα εισέπνεαν φύλλα βοτάνων για να μπει ο θεός μέσα τους και να δώσει τους χρησμούς του.

Από θρησκευτικής πλευράς, ο δαιμονισμένος κυριεύεται από δαίμονες και δεν μπορεί να ελέγξει το τι λέει και το τι κάνει. Προκειμένου αυτά τα κακοπροαίρετα πνεύματα να εγκαταλείψουν το σώμα του ατόμου, πρέπει να ακολουθήσει ο εξορκισμός, όπως βλέπουμε στα παλιά κείμενα και με τις αναφορές της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά και της Ορθόδοξης.

Αντιθέτως, οι επιστήμονες ταυτίζουν τη συμπεριφορά του δαιμονισμένου με ψυχικές διαταραχές, από ημικρανίες έως και σχιζοφρένεια. Έτσι, κατά τις επιληπτικές κρίσεις οι ασθενείς μπορεί να αισθανθούν παρουσία Θεού, δαιμόνων, αγγέλων, της Παναγίας, ανάλογα με το γνωστικό τους υπόβαθρο, να νιώσουν ότι μία οντότητα εκβιάζει τις κινήσεις τους . Εντονότερες εμπειρίες «ψευδοδαιμονισμού» βιώνουν οι σχιζοφρενείς, όπως ακουστικές και οπτικές ψευδαισθήσεις, παράνοια και βίαιη συμπεριφορά.

Αρχαία Ελλάδα και Χριστός

Η θρησκεία των Ελλήνων είναι ισάξια προς την Φιλοσοφία, την Τέχνη και την Λογοτεχνία τους. Είναι και αυτή κόρη του ανωτέρου τρόπου με τον οποίο σκεπτόταν και όπως οι άλλες αδελφές της, φθάνει σε κορυφές απρόσιτες για τους άλλους λαούς. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι την χαρακτηρίζουν ειδωλολατιρκή. Κάποιοι έχουν τη τάση να νομίζουν πως οι Έλληνες εξελάμβαναν τους θεούς ως πρόσωπα. Όταν λέμε ”Ερμής”, φέρνουμε στο νου μας την εικόνα του Ερμού που κατέστησε αθάνατη ο Πραξιτέλης, όταν λέμε ”Αθηνά” ή Δίας τους αναλογιζόμαστε με τις μορφές που έδωσε ο Φειδίας, όταν λέμε ”Αφροδίτη” βλέουμε το γνωστό άγαλμα της Μήλου που μας υποδέχεται στο Λούβρο. Το θέμαείναι πως εξελάμβαναν τις καλλιτεχνικές απεικονίσεις των θεών τους ως φωτογραφίες ανθρωπόμορφων όντων και δεν λάτρευαν αυτά τα είδωλα.

Ο Πλούταρχος στο Περί του Ε του εν Δελφοίς, εξηγεί ότι ο Ήλιος τιμάται όχι ως Θεός, αλλά ως Ιδεά του Θεού.

Ο Ξενοφάνης εξηγεί ότι ο Θεός είναι ένας και δεν είναι ανθρωπόμορφος.

Κατά Πλάτωνα ο Θεός ποιεί και δημιουργεί ενώ ο άνθρωπος κατασκευάζει είδωλα, δηλαδή τα έργα φαινομενικής ομοιότητος προς την πραγματικότητα.

Ο Τίμαιος δίδαξε ότι ο Θεός είναι αγέννητος, αιώνιος, η Δρώσα Αιτία που δημιούργησε τον Κόσμο. Είναι πατέρας των πάντων αφού αυτός εποιεί.

Στο έργο Προμηθεύς Δεσμώτης του Αισχύλου, ο Προμηθέας όντας φυλακισμένος στον Καύκασο προλέγει ότι ο λυτρωτής του θα γεννηθεί από την παρθένο Ιώ και τον Θεό θα είναι δηλαδή υιός Θεού και υιός Παρθένου. Αυτός ο Θεάνθρωπος θα καταλύσει την εξουσία των παλαιών θεών και θα αφανίσει αυτούς και την δύναμή τους. Επίσης, ο Σωκράτης στην απολογία του αναφέρει τα ακόλουθα: «Θα μείνετε κοιμισμένοι σε όλη σας τη ζωή εάν δεν σας λυπηθεί ο Θεός να σας στείλει κάποιον άλλον».

Γενικά πολλοί πιστεύουν ότι η κόντρα επιστήμης-εκκλησίας είναι αρκετά έντονη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. Πολλοί επιστήμονες αφιερώθηκαν στις επιστήμες τους επειδή ήθελαν να εξερευνήσουν παραπάνω αυτό που πιστεύουν. Να βρουν όση παραπάνω λογική μπορούν στην ανεξήγητη ύπαρξη του Θεού, φτάνοντας έτσι λίγο πιο κοντά Του.

Κάποιοι θρησκευόμενοι επιστήμονες, ήταν ο Γαλιλαίος Γαλιλέι, Μπλεζ Πασκάλ, Νικόλαος Κοπέρνικος, Ισαάκ Νεύτωνας, Μάϊκ Φάραντεϊ και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο οποίος πίστευε πως η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι κουτσή και η θρησκεία χωρίς την επιστήμη τυφλή.

Η αντιπαράθεση που υπάρχει σήμερα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, είναι αποτέλεσμα της ανήσυχης φύσης των επιστημόνων αλλά και των ακραία συντηρητικών αντιλήψεων της εκκλησίας. Οι μεν ήθελαν να εξηγήσουν, κυρίως στους εαυτούς τους, τον λόγο που πιστεύουν σε κάτι ανώτερο, ενώ οι δε θεωρούσαν… έγκλημα να «σκαλίζει» και να αμφισβητεί, κανείς αυτά που η εκκλησία θεωρεί ιερά.

Μαρία Γερμαντζίδου, Δημοσιογράφος