Η πρόσφατη έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού έχει χαρακτηρισθεί ως η μεγαλύτερη έκρηξη που έχει βιώσει η ανθρωπότητα τα τελευταία χρόνια, μετά τη ρίψη βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι της Ιαπωνίας. Η έκρηξη προκλήθηκε στις 4 Αυγούστου του 2020 εξαιτίας της ανατίναξης 2.750 τόνων νιτρικού αμμωνίου που φυλασσόταν εκεί. Βάσει των τελευταίων δεδομένων, ο αριθμός των νεκρών αυξήθηκε σε 158, οι τραυματίες ανέρχονται στους 6.000 ενώ καταστράφηκε το 50% της πόλης. Ωστόσο, δε μπορεί να συγκριθεί με την τραγικότητα που έζησαν οι Ιάπωνες το 1945.

Η λήξη του πολέμου

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου πλησίαζε ήδη από τον Απρίλιο του 1945, το δυτικό κομμάτι της Γερμανίας είχε καταληφθεί από τις Συμμαχικές δυνάμεις ενώ στο ανατολικό είχε εισέλθει ο Κόκκινος Στρατός. Η λήξη του πολέμου στην Ευρώπη επισφραγίστηκε με την υπογραφή της άνευ όρων παράδοσης της Γερμανίας. Η «Πράξη Συνθηκολόγησης» ανάμεσα στις Συμμαχικές Δυνάμεις και τη Γερμανία υπογράφτηκε στις 7 Μαΐου του 1945, αλλά επαναλήφθηκε την επόμενη μέρα στις 8 Μαΐου στο Καρλχορστ του Βερολίνου για να είναι παρόντες και οι Σοβιετικοί εκπρόσωποι.

Επίσημα όμως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει καθώς οι μάχες μεταξύ των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας συνεχίζονταν. Στις 26 Ιουλίου ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρι Τρούμαν με τον Βρετανό και τον Κινέζο ομόλογο του είχαν στείλει τελεσίγραφο, τη Διακήρυξη του Πότσνταμ, στην ιαπωνική κυβέρνηση για να παραδοθεί. Εάν οι Ιάπωνες δε συνθηκολογούσαν σύντομα, ο Τρούμαν προειδοποίησε ότι θα πραγματοποιούσε τη ρίψη της ατομικής βόμβας, όπως και έγινε.

Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

Με την έγκριση της Αμερικανικής κυβέρνησης και το μεγάλο «Ναι» από τον Πρόεδρο, στις 6 Αυγούστου του 1945 έγινε η πρώτη ρίψη ατομικής βόμβας πάνω από τη πόλη Χιροσίμα. Ο σμήναρχος Πολ Τίμπετς που οδηγούσε το αεροσκάφος με την ονομασία «Enola Gay», απελευθέρωσε τη βόμβα ουρανίου που έφερε το προσωνύμιο «Little Boy» στις 08:15 εκείνης της ημέρας. Η βόμβα εξερράγη 600 μέτρα πάνω από την πόλη σπέρνοντας επί τόπου το θάνατο 78.000 αμάχων και 20.000 στρατιωτών. Χιλιάδες πέθαναν τις επόμενες μέρες λόγω της έκθεσης τους στη ραδιενέργεια, ενώ όσοι κατάφεραν να επιζήσουν τα μετέπειτα χρόνια ήρθαν αντιμέτωποι με τον καρκίνο.

Ακόμη και μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, οι Ιάπωνες συνέχισαν τις εχθροπραξίες ζητώντας τη παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης. Στις 8 Αυγούστου ο Στάλιν κήρυξε το πόλεμο εισβάλλοντας στη Μαντζουρία. Ο Τρούμαν ανησυχώντας για τη σοβιετική επικράτηση στην Άπω Ανατολή έδωσε εντολή ρίψης δεύτερης βόμβας στη πόλη Ναγκασάκι.

Στις 9 Αυγούστου από αεροσκάφος απελευθερώθηκε η δεύτερη ατομική βόμβα πλουτωνίου με όνομα «Fat Man». Ο αρχικός στόχος ήταν η πόλη Κοκούρα αλλά λόγω της πυκνής ομίχλης ως εφεδρικός στόχος είχε καθοριστεί η πόλη Ναγκασάκι. Η Ιαπωνία δίχως να έχει συνέλθει από το πρώτο θανατηφόρο χτύπημα υπέστη το δεύτερο με τον αριθμό των νεκρών αμάχων να φτάνει στις 36.000. Ωστόσο, χάρη στη γεωμορφολογική της θέση δεν καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι Ιάπωνες αδύναμοι να έρθουν αντιμέτωποι με τέτοιου είδους  πυρηνικά όπλα και αριθμώντας εκατομμύρια θύματα και υλικές ζημιές, ο Ιάπωνας αυτοκράτορας Χιροχίτο υπέγραψε τη παράδοση της χώρας στις 15 Αυγούστου του 1945.

Η ρίψη των βομβών χαρακτηρίζεται ως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας. Παρόλο που η προσωπική απόφαση του Αμερικανού Προέδρου κόστισε τη ζωή εκατομμυρίων αμάχων, ο ίδιος υποστήριξε ότι σε μια ενδεχόμενη εισβολή στην Ιαπωνία θα χανόντουσαν περισσότερες ζωές και ήταν ο μόνος τρόπος να λήξει ο πόλεμος άμεσα. Ωστόσο, αυτό που επικρατεί είναι ότι οι ΗΠΑ μέσω αυτής της κίνησης έναν επίδειξη δύναμης στον υπόλοιπο κόσμο και συγκεκριμένα στην ΕΣΣΔ.

Σχέδιο Μανχάταν και πυρηνικά όπλα

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου η Αμερική και η Γερμανία συναγωνίζονταν για το ποια θα κατασκευάσει πρώτη πυρηνικά όπλα. Η αρχή έγινε το 1942 με το απόρρητο αγγλο-αμερικανικό «Πρόγραμμα Μανχάταν». Φυσικοί εργάστηκαν αξιοποιώντας τη νέα τεχνολογία για τη κατασκευή μιας ατομικής βόμβας. Στις 16 Ιουλίου του 1945 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δοκιμή ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρντο του Νέου Μεξικού, η οποία στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.

Λίγες μέρες μετά την έκρηξη στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ο Στάλιν έβγαλε διάταγμα κατασκευής δικής του ατομικής βόμβας φοβούμενος μήπως η Αμερική ασκήσει πιέσεις. Στις 20 Αυγούστου του 1949 η Σοβιετική Ένωση έγινε η δεύτερη δύναμη που κατείχε πυρηνικά όπλα όταν δοκίμασε ένα αντίγραφο του αμερικανικού «Fat Man» στο Καζακστάν. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο ανταγωνισμός των πυρηνικών εξοπλισμών υπήρξε συνέπεια του Ψυχρού πολέμου.

Η κούρσα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στις δύο ηγετικές δυνάμεις, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, έφτασε στον απόηχο της με την κρίση των πυραύλων της Κούβας. Ο φόβος μιας ολοκληρωτικής καταστροφής οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων, στις 1 Ιουλίου του 1968. Τη Συνθήκη την είχαν υπογράψει 189 χώρες ενώ τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαρτίου του 1970. Η Συνθήκη όριζε στα πέντε πυρηνικά κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Κίνα) να μη διακινούν πυρηνικό οπλισμό και να μη βοηθούν ένα μη πυρηνικό κράτος να αποκτήσει. Στα μη πυρηνικά κράτη δεν επιτρεπόταν να κατασκευάσουν ή να αποκτήσουν τέτοιου είδους όπλα ,αλλά τους επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουν τις τεχνικές γνώσεις πάνω σε προγράμματα για ειρηνική χρήση.

Τις επόμενες δεκαετίες η διασπορά πυρηνικών όπλων περιορίστηκε. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτο sipri (Stockholm International Peace Research Institute) το 2018 ο πυρηνικός εξοπλισμός μειώθηκε στα 13.885 όπλα. Οι εννέα πυρηνικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία, Κίνα, Βόρεια Κορέα, Πακιστάν, Ινδία, Ισραήλ) ναι μεν εφαρμόζουν τη συμφωνία, αλλά χωρίς ακόμη να έχουν αφοπλιστεί πλήρως. Μπορεί ο αριθμός να μειώνεται αλλά ο κίνδυνος συνεχίζει να υφίσταται, ιδίως όταν οι σύγχρονες ατομικές βόμβες είναι 10 φορές ισχυρότερες από εκείνες που ισοπέδωσαν τις δύο ιαπωνικές πόλεις.

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος