Διαμελισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1025 μετά το σχίσμα των Εκκλησιών είχε καταστεί η μεγαλύτερη δύναμη της ευρύτερης περιοχής του μεσανατολικού κόσμου αλλά και της μεσογείου. Η προνομιούχος γεωγραφική της θέση, η οικονομική, εμπορική, βιοτεχνική και ναυτιλιακή της οργάνωση αλλά και ο γεωφυσικός της πλούτος είχαν φέρει ως αποτέλεσμα να υπάρξει το πλουσιότερο και πολυπληθέστερο κράτος της χριστιανοσύνης από τον 5ο αιώνα έως το τέλος του 12ου αιώνα. Όμως στις 13 Απριλίου του 1204 με την τέταρτη Σταυροφορία των Φράγκων ιπποτών υποτάχθηκε η Κωνσταντινούπολη και υπήρξε ο διαμελισμός της.

Σε λίγες ημέρες οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν περιουσίες, κατέστρεψαν αμύθητους θησαυρούς, θανάτωναν με σφαγή τους πολίτες, πυρπόλησαν, κατέστρεψαν τις βιομηχανικές και εμπορικές ζώνες που υπήρχαν και τελικά ερήμωσαν στις πόλεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Μετά την κατάλυση της δημιουργήθηκαν διάφορα μικρά κρατίδια μεταξύ των οποίων και τρία κρατίδια, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου που αποτελούνταν κυρίως από Έλληνες κατοίκους και θεωρήθηκαν ως νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το κρατίδιο της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας με τον Μιχαήλ Παλαιολόγο ως «αυτοκράτορας των Ρωμαίων» κατάκτησε την πόλη ξανά το 1261 και μέσα σε τέσσερις δεκαετίες η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν και πάλι στα χέρια των Ελλήνων.

Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας

Η μετεγκατάσταση της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε από τον Θεόδωρο Κομνηνό Λάσκαρη στην Νίκαια, μεταφέροντας τους θεσμούς και συνεχίζοντας την πορεία σύμφωνα με πολλούς του ίδιου του ελληνικού κράτους , δίνοντας τις βάσεις για την διαμόρφωση ακόμη και του Νέου Ελληνισμού- δημιουργώντας την Αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Τον Θεόδωρο Α’ Λάσκαρη (1204-1222) τον διαδέχτηκε ο γαμπρός του Ιωάννης Γ Δούκας Βατάτζης (1222-1254), μετέπειτα ο γιος του Βατάτζη Θεόδωρος Β Λάσκαρις (1254-1258) και διαδοχικά ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ο οποίος το 1261 απελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους.

Ο Θεόδωρος Λάσκαρης ήταν η μορφή που συσπείρωσε τον λαό και χάρη σε αυτό του δόθηκε ο τιμητικός τίτλος «αυτοκράτορας των Ρωμαίων». Η όλη αίσθηση που επικρατούσε τότε στην Νίκαια, όπως και το σύνθημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη ήταν: «Του χρόνου στην Κωνσταντινούπολη». Ακόμη και ο πατριάρχης είχε διατάξει ότι θα υπήρχε συγχώρεση αμαρτιών σε όσους πολεμήσουν και πεθάνουν για την μετέπειτα κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Οι θεσμοί που ίσχυαν στην Κωνσταντινούπολη συνέχισαν να ισχύουν και στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας, όπου οι αυτοκράτορες συνέχιζαν να αποκαλούνταν με τον τίτλο του Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων όπου νέα Ρώμη ήταν η Κωνσταντινούπολη.

Ο ελληνικός πολιτισμός άκμασε στην περιοχή και υπήρξαν σπουδαίοι λόγιοι που επέφεραν μεγάλη ακμή στην ελληνική παιδεία και την ελληνική επιμόρφωση. Επί βασιλείας του Ιωάννη Βατάτζη ο Νικηφόρος Βλεμμύδης συγκέντρωσε όλα τα αρχαία ελληνικά κείμενα της εποχής που εκτείνονταν από τα παράλια της Μικράς Ασίας έως την Εφεσό.

Ο Ιωάννης Γ Δούκας Βατάτζης είχε ονομαστεί από τον λαό ως «Ελεήμονας» διότι η φιγούρα του ήταν λιτή και συνδύαζε την Χριστιανική ελεημοσύνη με την ελληνική, οικονομική και στρατιωτική αυτοσυνειδησία και ικανότητα. Η εκκλησία τον έχει αγιοποιήσει και κάθε 4 Νοεμβρίου τον τιμά. Υπάρχουν ακόμη και μαρτυρίες ότι το λείψανο του βρέθηκε άφθαρτο και ευωδιάζον μετά από επτά χρόνια ταφής του σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Μετέπειτα ο γιος του, Θεόδωρος Β Λάσκαρις ήταν στην σύντομη κυριαρχία των τεσσάρων χρόνων λόγω του θανάτου του από ασθένεια. Ο Θεόδωρος Β Λάσκαρις ήταν ηγετική μορφή βασιλεύοντας με επήρεια από την θεολογική- φιλοσοφική του παιδεία.

Κατόπιν ο Παλαιολόγος εφήρμοσε το σύμβολο του δικέφαλου αετού στην μετέπειτα σημαία το οποίο εξέφραζε την δυτική ταυτότητα αλλά και την βαθιά ιστορία του Βυζαντινού έθνους.
Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και πάλι ήταν στα χέρια των Ελλήνων χάρη στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Τα άτομα που συγκροτούσαν τον στρατό της Αυτοκρατορίας ήταν κυρίως Έλληνες και όχι μισθοφόροι και άτομα από άλλες εθνότητες.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν το μακροβιότερο κρατίδιο που κράτησε την κυριαρχία του στην περιοχή για 257 χρόνια. Ιδρυτές του ήταν τα αδέλφια Αλέξιος και Δαβίδ Κομνηνός τα οποία ήταν εγγόνια του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικου Κομνηνού, οι οποίοι με την βοήθεια της θείας τους Θαμάρ, βασίλισσας των Ιβήρων ίδρυσαν την αυτοκρατορία.

Η αυτοκρατορία αργότερα ονομάστηκε αυτοκρατορία των Μεγαλοκομνηνών και θεωρήθηκε από τους Κομνηνούς η συνέχιση του βυζαντινού κράτους με τον ενδόμυχο πόθο την κατάκτηση της πόλης και πάλι. Υπήρξε πλούτος και οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή λόγω του λιμανιού της Τραπεζούντας, αλλά και της παραγωγής μεταλλευμάτων, χρήζοντας την Αυτοκρατορία ως επικερδές κέντρο εμπορίου. Εκτός από οικονομική άνθιση, υπήρξε και μεγάλο κέντρο πολιτισμού και γραμμάτων.

Εκτός από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας ήθελε να μπορέσει να απελευθέρωση την Κωνσταντινούπολη από την Φραγκοκρατία οπότε υπήρξε πολεμική ρήξη μεταξύ το Θεόδωρου Λάσκαρη της Νίκαιας με τον Δαβίδ Κομνηνό της Τραπεζούντας και κατόπιν ήττας της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ο ευσεβής πόθος των Κομνηνών για την Κωνσταντινούπολη έφτασε στο τέλος του.

Μετά την νίκη των Παλαιολόγων και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261) οι Μεγαλοκομνηνοί χρειάστηκε να αλλάξουν και τον αυτοκρατορικό τους ιδρυτικό τίτλο ονομασίας τους ο οποίος ήταν «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» και πλέον ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας αποκαλούνταν «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας (Κριμαίας)». Τότε κατέστη και ως σύμβολο της Αυτοκρατορίας ο μονοκέφαλος αετός, που κοιτάει προς την ανατολή και όχι ο αετός των αρχαίων Σινωπέων που έχει το κεφάλι του προς την Δύση.

Ο Αλέξιος Γ’ Κομνηνός που βασίλευε από το 1349 για πάνω από 40 χρόνια ήταν για πολλούς ο σημαντικότερος αυτοκράτορας της περιοχής και χάρη των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών που έλαβαν χώρα την περίοδο εκείνη, η Τραπεζούντα ήταν ένα κέντρο πολιτισμού και οικονομική δύναμη που προσέλκυσε και πολλούς Βενετούς, Γενουάτες, Γεωργιανούς και Τούρκους να μετοικήσουν εκεί. Η διπλωματική της δύναμη και οι στρατηγικές της συμμαχίες έφεραν ανάπτυξη στην περιοχή.

Ο τελευταίος αυτοκράτορας της Δαβίδ Α’ στις 15 Αυγούστου 1461 παρέδωσε την Αυτοκρατορία στους Οθωμανούς μετά από 32 μέρες πολεμικών διαπλοκών όμως την παρέδωσε με δόλο, καθώς υπήρξε επιρροή του συμβούλου του, Αμιρούτζη ο οποίος ήταν και πρώτος ξάδερφος του εξωμότη Μαχμούτ, επικεφαλής του τότε Οθωμανικού στρατού. Ο λαός της Τραπεζούντας ήταν αντίθετος με αυτήν την πράξη και κατόπιν εάν και υπήρξε πλήρης παράδοση, οι Οθωμανοί προέβησαν σε βίαιες πράξεις κατά των πολιτών.

Ο Δαβίδ μαζί με την οικογένεια του μεταφέρθηκε στην Αδριανούπολη και μετά από 2 χρόνια και αυτός αλλά και οι επτά γιοί του οδηγήθηκαν σε θάνατο στην Κωνσταντινούπολη με κατηγορία για συνωμοσία κατά του σουλτάνου. Ο μικρότερος γιος του Νικηφόρος ήταν ο μόνος επιζών που μετέπειτα εξισλαμίστηκε και στα τέλη του 15ου αιώνα μετοίκισε στην Μάνη. Ο εγγονός του Στέφανος υπήρξε γενάρχης της πελοποννησιακής οικογένειας των Στεφανόπουλων, οι οποίοι το 1738 μετοίκισαν στην Κορσική.

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου

Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1204 ένα από τα κρατίδια μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας που θεωρούνταν ως νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν και το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Αρχικά είχε έδρα την Άρτα αλλά μετά διαδοχικά τα Ιωάννινα, τα εδάφη και η έκταση που κατείχε στο πρώιμο στάδιο της δημιουργίας του ήταν αυτά της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας, όμως γρήγορα επεκτάθηκε και στα Ιώνια Νησιά αλλά και σε τμήματα της Αλβανίας, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας και της Θράκης.

Ιδρυτής του ήταν ο Μιχαήλ Α’ Δούκας που είχε αυτοκρατορική καταγωγή καθώς ήταν εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β’ και Αλεξίου Γ’ ‘Αγγελου. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα σκληρός με τους αιχμαλώτους του και έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις Λατίνων ιερέων τους οποίους θανάτωσε υποδειγματικά μέσω σταυρώσεως .

Είχε χαρακτηριστεί και ως «δεύτερος Νώε» καθώς στο Δεσποτάτο υπήρχε μεγάλη εισροή Ελλήνων προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, την Θεσσαλία και την Πελοπόννησο για την αποφυγή από τον κατακλυσμό των Φράγκων.

Δολοφονήθηκε το 1214 και τον διαδέχτηκε μια χαρακτηριστική ηγετική φιγούρα, ο ετεροθαλής αδερφός του Θεόδωρος Άγγελος Δούκας Κομνηνός ,ο οποίος επέκτεινε την εδαφική κυριαρχία του Δεσποτάτου και επέτυχε και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1224.

Δυστυχώς λόγο των επεκτατικών του βλέψεων το 1230 σε μια εισβολή του στην Βουλγαρία αιχμαλωτίστηκε από τον Βούλγαρο τσάρο Ιωάννη Ασάν Β’ και κατόπιν του επιβλήθηκε τύφλωση.

Η επεκτατική πορεία του Δεσποτάτου άρχισε να μειώνεται από τα μέσα του 13ου αιώνα οπού και η περιοχή επανήρθε στα αρχικά γεωγραφικά της όρια. Το κράτος της Νίκαιας αλλά και Σέρβοι κατά περιόδους το υπέταξαν και στα μέσα του 15ου αιώνα τελικά υπήρξε η Οθωμανική κατάκτηση.

Κατά την πορεία του το Δεσποτάτο διοικήθηκε από διάφορους ηγεμόνες, Βυζαντινούς, Σέρβους ακόμη και Ιταλούς και η φεουδαρχική του υπόσταση ήταν η κύρια αιτία για διάφορες συμμαχίες, συγκρούσεις ακόμη και κάποιες φορές και γαμήλιες συζυγικές συμφωνίες υπό την μορφή συμμαχιών με Φράγκους, Ιταλούς, Αλβανούς, Βλάχους φύλαρχους ,Βούλγαρους και Βυζαντινούς ηγεμόνες του κράτους της Νίκαιας, όμως πάντα επικρατούσε εθνική ενότητα στο Δεσποτάτο λόγω του βασικού βυζαντινού οργανωτικού του χαρακτήρα.

Στον τομέα των θετικών επιστημών δεν αναδείχτηκαν ηγετικές φυσιογνωμίες, όμως υπήρξαν εκλεκτοί λόγιοι των γραμμάτων μεταξύ των οποίων ο Ιωάννης Απόκαυκος- μητροπολίτης της Ναυπάκτου και ο ομηριστής Κωνσταντίνος Ερμονιακός.

Νάνσυ Χαλκοπούλου, Δημοσιογράφος