Ο Ιησούς Χριστός προσευχόταν στον Πατέρα να διατηρήσει ενωμένους όλους τους μαθητές του. Δυστυχώς όμως ο καθένας μετέφρασε αλλιώς αυτή την επιθυμία και χωρίστηκαν. Κάθε Εκκλησία διαμόρφωσε τα δικά της ήθη, έθιμα, τελετουργικά και τις δικές της θεολογικές αλήθειες. Σήμερα κάτω από την επιρροή του Αγίου Πνεύματος οι μαθητές του Χριστού, δηλαδή οι χριστιανοί, προσπαθούν να ενωθούν και πάλι σε μία Εκκλησία.

Κάποιες από τις διαφορές

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ενωμένη με τους Καθολικούς μέχρι το 1054, οπότε και επήλθε οριστικά ο χωρισμός Της από εκείνους. Ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος (330-379 μ.Χ.), που έχει την ίδια αναγνώριση και από τους Καθολικούς, είχε μιλήσει από τον 4ο αιώνα για τα σφάλματα των Καθολικών, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εάν συνεχισθή η εναντίον μας οργή του Θεού, ποια βοήθεια μπορεί να μας προσφέρη η Δυτική αλαζονεία και υπεροψία; Αυτοί ούτε την αλήθειαν γνωρίζουν, ούτε θέλουν και ανέχονται να την μάθουν, αλλά καθώς είναι προκατειλημμένοι από αστηρίκτους υποψίας… εμάχοντο εκείνους που τους έλεγαν την αλήθειαν και εστήριζαν την αίρεσιν με την στάσιν τους. Εγώ μάλιστα σκέπτομαι να γράψω προς τον πρώτον (τον Πάπα Ρώμης Δάμασον) και κορυφαίον από αυτούς… ότι ούτε την αλήθειαν γνωρίζουν, ούτε καταδέχονται να ακολουθήσουν την οδόν δια της οποίας θα ηδύναντο να την μάθουν… και να μην θεωρούν ως αρετήν την υπερηφάνειαν, η οποία είναι αμάρτημα αρκετόν να δημιουργήση, από μόνον του αυτό, έχθραν προς τον Θεόν» (Μεγάλου Βασιλείου, ΕΠΕ 1, 304). Αλλά τελικά τι ακριβώς χωρίζει αυτές τις δύο κατηγορίες πιστών;

1) Στο Σύμβολο της Πίστεως, πρόσθεσαν τη φράση «και εκ του Υιού εκπορευόμενο», διδασκαλία που δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο. Ο Ιησούς Χριστός αναφέρει πως το Άγιο Πνεύμα παρά του Πατρός εκπορεύεται (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 15, Εδάφιο 26). Η αναγνώριση και η επικύρωση έγινε από την Πρώτη και τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος.

2) Οι Καθολικοί υποστηρίζουν πως ο Πάπας έχει το αλάθητο. Κατά την πρώτη Βατικάνιο Περίοδο (1870) η Αίρεση των Καθολικών ανεγνώρισε το αλάθητο. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι αντίθετο ως προς την Αγία Γραφή και την Αποστολική Παράδοση, διότι σημαίνει Απόλυτη Θεοπνευστία. Οι Ορθόδοξοι υποστηρίζουν πως οι Απόλυτα Θεόπνευστοι και αλάθητοι, ήσαν οι Άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι Φωτίστηκαν ιδιαιτέρως από το Άγιο Πνεύμα, και είπαν και έγραψαν αυτά που είδαν και άκουσαν (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 6, Εδάφιο 10, και, Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 14, Εδάφιο 26, και, Κεφάλαιο 16, Εδάφιο 13). Επίσης η Καινή Διαθήκη αναφέρει πως μόνο ο Χριστός είναι η Κεφαλή και ο Αρχηγός της Εκκλησίας, τόσο της Στρατευομένης Γης, όσο και της Θριαμβευούσης Εκκλησίας στον Ουρανό (Προς Εφεσίους Επιστολή, Κεφάλαιο 1, Εδάφια 22-23).

3) Οι Καθολικοί επέβαλαν στους κληρικούς τους την υποχρεωτική αγαμία. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην Καινή Διαθήκη και ολόκληρη την Ιερά Εκκλησιαστική Παράδοση, καθώς αναφέρει πως ο Κληρικός είναι ελεύθερος να διαλέξει μεταξύ Γάμου και αγαμίας.

4) Διδάσκουν ότι υπάρχει το καθαρτήριο πυρ. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή, στην Ιερά Εκκλησιαστική Παράδοση και γενικά πουθενά. Αυτό σημαίνει πως οι ψυχές μετά τον θάνατο, καθαρίζονται από κηλίδες αμαρτιών, που δεν είχαν καθαριστεί όταν ζούσαν με το σώμα στη Γη. Να τονιστεί ότι η Καινή Διαθήκη Διδάσκει πως ο Κύριος Ιησούς Χριστός, με την Σταυρική Του Θυσία, Αναδείχθηκε «Ιλασμός περί των αμαρτιών μας», δηλαδή, η Χάρη του Χριστού που Προήλθε από την Σταυρική Του Θυσία, Δίνει την άφεση των αμαρτιών για όσο είμαστε στη Γη και Εξομολογούμαστε (Α’ Καθολική Επιστολή Ιωάννου, Κεφάλαιο 2, Εδάφιο 2).

5) Διδάσκουν τα περί αξιομισθίας των Αγίων, η οποία δεν αναφέρεται σε κανένα κείμενο. Το λέει και η ίδια η λέξη. Αξιομισθία των Αγίων σημαίνει πως τα καλά έργα της Θεοτόκου και των Αγίων είναι περισσότερα από όσα χρειάζονται για να σωθούν αυτοί. Επομένως περισσεύουν και για τους άλλους ανθρώπους που δεν έχουν τέτοια έργα. Ο Κύριος και οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας Διαβεβαιώνουν πως η κάθε ψυχή θα Κριθεί σύμφωνα με τις πράξεις της και μόνο, δηλαδή, πως ο Θεός θα Κρίνει τον καθένα, σύμφωνα με τα έργα του και μόνο.

6) Διδάσκουν ότι η Θεοτόκος γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα (με τη λεγόμενη «άσπιλη σύλληψη»), ενώ η Αλήθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας Υποδεικνύει ότι το Άγιο Πνεύμα Την Καθάρισε από κάθε μολυσμό της προπατορικής αμαρτίας, όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είπε κατά τον Ευαγγελισμό Της «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 1, Εδάφιο 35).

7) Πιστεύουν ότι η Θεοτόκος ανελήφθη όπως ο Χριστός και τη λατρεύουν ως θεά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία Διδάσκει μέσα από την Ιερή Παράδοση, ότι το Σώμα Της ανελήφθη στους Ουρανούς την τρίτη ημέρα από την Κοίμησή Της για να μην γνωρίσει φθορά. Διότι «δεν ήταν δυνατό να παραμείνει κάτω από τη γη το Σώμα Εκείνης, χάριν της Οποίας ο Θεός έπλασε όλο τον κόσμο», όπως αναφέρει ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος.

8) Οι Καθολικοί δε Βαπτίζουν όπως Δίδαξε ο Κύριος (Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 16, Εδάφιο 16, και Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Κεφάλαιο 28, Εδάφιο 19), αλλά ραντίζουν. Δηλαδή αντί να βουτήξουν εξ’ ολοκλήρου στο νερό, κατήργησαν την τριπλή κατάδυση και ραντίζουν απλώς και μόνο τον βαπτιζόμενο. Οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι ραντίζουν κατ’εξαίρεση το νήπιο μόνο όταν κινδυνεύει να πεθάνει αβάπτιστο (εξού και το Αεροβάπτισμα). Αργότερα, εάν ζήσει, πραγματοποιείται μόνο το Χρίσμα.

Αυτές που δε χωρίζουν

Βέβαια δεν είναι όλες οι διαφορές που διαχωρίζουν τις δύο Εκκλησίες. Σύμφωνα με την Καθολική Επισκοπή Σύρου, η Αγία Κοινωνία στη μορφή και στον τρόπο που δίνεται (άρτος άζυμος – όστια, για τους καθολικούς), η εξωτερική διαφορά στο σημείο του Σταυρού, ο τρόπος με τον οποίο τελούνται τα μυστήρια, η Θεία Λειτουργία, η διαφορά στο εορτολόγιο κ.λ.π., δεν αγγίζουν την ενότητα, αλλά εκφράζουν τον πνευματικό πλούτο, τον πλουραλισμό και την ελευθερία των χριστιανών. Κάθε Εκκλησία ζει την πίστη της με τον δικό της τρόπο, με τη δική της ιδιοσυγκρασία. Εξάλλου διαφορετικές είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει κάθε Εκκλησία. Το κακό αρχίζει τη στιγμή που μια Εκκλησία κάνει απόλυτο και μοναδικό το δικό της τρόπο, τις δικές της παραδόσεις και δεν αναγνωρίζει στην άλλη Εκκλησία το δικαίωμα να ζήσει το χριστιανισμό με το δικό της τρόπο.

Το Πάσχα και οι συγκρούσεις

Ο Ευάγγελος Ρωσσόπουλος, θεολόγος, δήλωσε στον Ερευνητικό Οργανισμό Ελλήνων πως το Πάσχα των Ορθοδόξων και των Καθολικών δε θα συμπέσουν ποτέ διότι «όταν ορίστηκε το Πασχάλιο από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας, ορίστηκε να μη συμπίπτει ποτέ με το πασχάλιο των Εβραίων. Επειδή οι Καθολικοί άλλαξαν αυτή την προκαθορισμένη ημερομηνία συμπίπτει πολλές φόρες το Πασχάλιο τους με αυτό των Εβραίων. Κανονικά η Ορθόδοξη Εκκλησιά αν πάει να συμπέσει το Πάσχα με τους Καθολικούς αλλάζει την ημερομηνία της».

Επειδή υπάρχουν αρκετές διαφορές μεταξύ αυτών των δύο θρησκευτικών ομάδων, ο κ. Ρωσσόπουλος τόνισε πως δεν θα υπάρξουν ποτέ συγκρούσεις. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει πως «από το 1920 έχει δρομολογηθεί να ενωθούν οι δύο Εκκλησίες. Πηγαίνουν προς μια ένωση συνεχή. Δεν πρόκειται να δούμε σύγκρουση στο μέλλον. Εάν υπάρξει σύγκρουση, θα υπάρξει με τους Ορθοδόξους του Παλαιού Ημερολογίου. Η Ελλαδική Εκκλησία μετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, όπου μετέχει ως παρατηρητής και η Καθολική Εκκλησία. Εκεί δρομολογείται η ένωση υπό το το πρωτείο του Πάπα. Οπότε η σύγκρουση δεν είναι καθόλου ορατή στο μέλλον».

Γενικά οι διαφορές οφείλονται σε ιστορικούς, πολιτιστικούς και γεωγραφικούς λόγους. Η διαφορετική κουλτούρα των λαών οδήγησε σε διαφορετικά κριτήρια ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Πάντως, όσον αφορά την Καθολική και Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε μια προμελετημένη πράξη με την οποία αποφάσισαν να χωριστούν, αλλά βρέθηκαν χωρισμένες σιγά-σιγά, χωρίς σχεδόν να το αντιληφθούν. Αυτό που πρέπει να γίνει και από τις δύο μεριές είναι να ακολουθούν τα λόγια του Κυρίου. Να υπάρχει αγάπη, σεβασμός και ειλικρίνεια. Σημαντικός παράγοντας είναι να γνωρίζουν και οι δύο θρησκευτικές ομάδες τις πεποιθήσεις τους. Οι θρησκείες δημιουργήθηκαν για να πιστέψει ο άνθρωπος σε κάτι, να έχει μία παρηγοριά. Να μπορεί να συνεχίσει να ελπίζει για κάτι καλύτερο. Και όχι να γίνεται πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων, ασχέτως με τα θρησκευτικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο παρελθόν εις το όνομα του Κυρίου. Το παρελθόν μένει στο παρελθόν. Στο παρόν με στο μέλλον δεν πρέπει να επαναληφθούν τέτοιες εγκληματικές ενέργειες, αλλά να υπάρχει αρμονία. Ιδίως για το καλό των παιδιών.

Μαρία Γερμαντζίδου, Δημοσιογράφος